Οι κεντρικές εγκαταστάσεις του Α.Π.Θ.: Μια νησίδα μοντέρνας αρχιτεκτονικής

0
461

Στη διάρκεια ενός αιώνα από το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο του 1917-21, η οργάνωση της πανεπιστημιούπολης του Α.Π.Θ. σηματοδότησε, με τη συνολική της σύνθεση και με χαρακτηριστικά κτίρια-τοπόσημα, την αστική ταυτότητα της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Με αφορμή την έκθεση  με τίτλο «ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ-ΠΟΛΗ Α.Π.Θ.: 90+ ΧΡΟΝΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ / 100+ ΧΡΟΝΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ» που διοργανώνει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ο πρόεδρος του Τμήματος Αρχιτεκτόνων καθηγητής Νίκος Καλογήρου, γενικός επιμελητής και συντονιστής της έκθεσης, γράφει για την αρχιτεκτονική των εγκαταστάσεων του ΑΠΘ αλλά και για την έκθεση και την παράλληλη έκδοση που προσπαθεί να διερευνήσει τη διαχρονική λειτουργία της πανεπιστημιούπολης, ως  πεδίου αρχιτεκτονικού εκσυγχρονισμού, στο πλαίσιο του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα θα κυκλοφορήσει και ένα εξαιρετικό λεύκωμα από τις εκδόσεις University Studio Press.

aristoteleio (4)
Πολεοδομικό σχέδιο πανεπιστημιούπολης Θεσσαλονίκης, Β.Δ. Κυριαζόπουλος, Λ. Θανόπουλος, 1950. Σαββαΐδης, Μπαντέλας, 2000: 115 (Αρχείο Τεχνικής Υπηρεσίας Α.Π.Θ)

Η πανεπιστημιούπολη του Α.Π.Θ. του Νίκου Καλογήρου

Η κεντρική πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διαμορφώθηκε ως υβριδικός τύπος, με πηγές έμπνευσης τις ευρωπαϊκές αστικές πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις και τα πρότυπα των περισσότερο αυτόνομων βορειοαμερικανικών campus του 19ου αιώνα. Βρίσκεται στα όρια του παλιού ιστορικού κέντρου, αλλά στην καρδιά της σύγχρονης πόλης, που σταδιακά περικύκλωσε την περιοχή.

Η πανεπιστημιούπολη του Α.Π.Θ. απόκτησε σταδιακά τα χαρακτηριστικά  μιας ιδιότυπης νησίδας με μοντέρνα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά. Η σημερινή γενικευμένη κρίση, με τις δυσκολίες συντήρησης που προκαλεί, και οι τοπικές αλλοιώσεις από διαδοχικές προσθήκες, δεν μπορούν να αποκρύψουν τα πρωτότυπα και διαχρονικά χαρακτηριστικά του μοναδικού αυτού αστικού συνόλου.

Η έκθεση και η έκδοση που τη συνοδεύει προσπαθεί να διερευνήσει τη διαχρονική λειτουργία της πανεπιστημιούπολης, ως  πεδίου αρχιτεκτονικού εκσυγχρονισμού, στο πλαίσιο του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης. Στη διάρκεια ενός αιώνα, από το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο του 1917-21, η οργάνωση του κεντρικού campus σηματοδότησε, με τη συνολική σύνθεση και με χαρακτηριστικά κτίρια-τοπόσημα, την αστική ταυτότητα της νεότερης και σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Με την αναλυτική διερεύνηση επιχειρείται να αποδειχθεί ότι η κατασκευή των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων λειτούργησε διαχρονικά ως καταλύτης για τις διαδοχικές φάσεις του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας και της πόλης.

aristoteleio (14)
Προοπτικό του Κεντρικού Πανεπιστημιακού Συγκροτήματος, Κ. Παπαϊωάννου, Κ. Φινές (σύμβουλοι Ι. Λιάπης, Η. Σκρουμπέλος), 1960. Αρχιτεκτονικά Θέματα, 1/1967: 188, © Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής (ΕΙΑ)

Είναι δεδομένο το γεγονός ότι η επικράτηση μιας ιδιαίτερης μορφής αστικού εκσυγχρονισμού στη Θεσσαλονίκη, πόλη που λειτουργεί για αιώνες στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, δεν έγινε χωρίς προβλήματα. Η Θεσσαλονίκη μπορεί να έχασε μετά το 1912 τη λεβαντίνικη υβριδικότητά της, αλλά παρέμεινε μια μεγάλη πόλη. Ένα από τα ισχυρά στοιχεία της νέας ταυτότητάς της ήταν οι αστικοί θεσμοί. Η παιδεία ανώτατου επιπέδου αποτέλεσε έναν από τους κύριους φορείς καινοτομίας αλλά και έναν από τους βασικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους.

Με αυτές τις προϋποθέσεις, προτείνεται μια ανάγνωση της αρχιτεκτονικής της πανεπιστημιούπολης, όχι αμιγώς ιστορική, αλλά κυρίως συνθετική. Αυτή επιδιώκεται να γίνει μέσα από την οπτική ενός σύγχρονου παρατηρητή αναδεικνύοντας, με ισχυρούς συμβολισμούς, τις σημαντικές τομές του παρελθόντος. Η προσέγγιση αυτή ίσως επιτρέπει να επισημανθούν παράλληλα οι ενδεχόμενες προοπτικές που ενυπάρχουν στο Α.Π.Θ. για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης, μέσα από την κατανόηση και την ενίσχυση των προοπτικών της διαχρονικής λειτουργίας του, στο κέντρο του πολεοδομικού συγκροτήματος, ως μοναδικής νησίδας αριστείας και εκσυγχρονισμού. Ένας παράλληλος στόχος είναι να δοθεί το έναυσμα για την επιτακτική ανάγκη προβολής, ανάδειξης, προστασίας και αποκατάστασης των μοναδικών στοιχείων μοντέρνας αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής σύνθεσης και των αντίστοιχων υπαίθριων χώρων στην πανεπιστημιούπολη του Α.Π.Θ.

aristoteleio (6)
Το κτίριο της Οθωμανικής Σχολής Διοίκησης στην αρχική μορφή του, Β. Ποζέλι, 1888. Συλλογή Μέγα.

Επιχειρώντας να υπερβεί και να συγκεράσει τις συμβατικές προσεγγίσεις, η κριτική διερεύνηση που επιχειρείται, αναπόφευκτα ενταγμένη στις μετανεωτερικές οπτικές της εποχής, δοκιμάζει τρεις παράλληλες αναγνώσεις:

  • Στο πρώτο μέρος, μια σύνθετη αφήγηση, ταυτόχρονα ιστορική, πολεοδομική και αρχιτεκτονική, θα αναλύσει χρονολογικά τις διαδικασίες του σχεδιασμού της πανεπιστημιούπολης με αναφορές στο ευρύτερο πολιτικό και πολιτισμικό της πλαίσιο.
  • Στο δεύτερο μέρος, 15 επιλεγμένες αρχιτεκτονικές υλοποιήσεις εξετάζονται, ως χαρακτηριστικές μελέτες περιπτώσεων, με αναλυτικές αναφορές στις τυπολογικές, κατασκευαστικές και αισθητικές τους διαστάσεις.
  • Στο συμπέρασμα, επιχειρείται η συνολική αποτίμηση των καινοτομιών και των προοπτικών που εκφράστηκαν στην αρχιτεκτονική της πανεπιστημιούπολης, συσχετίζοντας την κατασκευή του χώρου με την ευρύτερη νεωτερική και καινοτόμο παρουσία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη.
aristoteleio (5)
Νοτιοανατολική όψη του Κτιρίου Διοίκησης σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1980..© Ν. Καλογήρου

Μοντέρνα πολεοδομία και αρχιτεκτονική

Ένα κρίσιμο ερώτημα στο σχεδιασμό της πανεπιστημιούπολης αφορά στη σχέση της προγραμματικής-πολεοδομικής κλίμακας και της αρχιτεκτονικής σύνθεσης των επιμέρους μονάδων. Τα δύο αρχικά σχέδια του Ερνέστ Εμπράρ (1917—21, 1928) διακρίνονταν για τη νεωτερική σύλληψη σε ευρωπαϊκό επίπεδο μιας ολοκληρωμένης πανεπιστημιούπολης. Σημαντικό χαρακτηριστικό αυτών των προσεγγίσεων, που επιβίωσε, ήταν η διαντίδραση μεταξύ αστικού και αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Κτίσματα και ιστός αποτελούσαν μιαν ενιαία ακαδημαϊκή ενότητα με κεντρικό άξονα και συμμετρικές διατάξεις. Διατηρείται σήμερα η ισχυρή χάραξη της κεντρικής διαδρομής που αποτελούσε τμήμα του ανατολικού πολιτιστικού άξονα της Θεσσαλονίκης.

aristoteleio (2)
Μελέτη Ν. Μητσάκη, προοπτικό, 1939. Βιτοπούλου Α., Καραδήμου-Γερόλυμπου Α., 2002: 287 (Αρχείο Πρυτανείας Α.Π.Θ)

Η μελέτη του Νίκου Μητσάκη για το μικρότερο πανεπιστημιακό συγκρότημα (1937) αποτέλεσε την πρώτη αμιγώς μοντέρνα αρχιτεκτονική προσέγγιση. Ο σχεδιασμός εμφανιζόταν ώριμος και ολοκληρωμένος στο επίπεδο της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, όπως μαρτυρεί το λιτό και αυστηρό ρασιοναλιστικό συγκρότημα της Γεωπονοδασολογικής Σχολής, το μόνο υλοποιημένο δείγμα αυτού του συνολικού σχεδίου. Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο της ανοικοδόμησης υπήρξε μεγάλη κινητικότητα, με διαδοχικές συνολικές μελέτες από το Υπουργείο Παιδείας, που είχαν καθαρά μοντέρνα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά.

Ο αρχιτέκτονας Πάτροκλος Καραντινός μετεξέλιξε με επιτυχία τον αστικό σχεδιασμό του Μητσάκη τοποθετώντας στο κέντρο της ενότητας την ανοιχτή πλατεία που οριοθετήθηκε από τα μοντέρνα κτίσματα του Χημείου και της Φυσικομαθηματικής Σχολής. Στην ενιαία αστική σύνθεση του  Καραντινού, το μοντέρνο μορφολογικό λεξιλόγιο και η λειτουργική τυπολογική οργάνωση κατά πτέρυγες συνδυάστηκαν επιτυχώς με διαχρονικές κλασικές τυπολογίες. Αυτές εκφράστηκαν στην άρθρωση των δημοσίων χώρων, με την προοπτική ανάδειξη της Φυσικομαθηματικής Σχολής, τις λεπτομέρειες προσπέλασης προς τα κτίρια με μνημειακές κλίμακες και αφαιρετικά πρόπυλα, καθώς και με τη χρήση των μνημειακών προθαλάμων εισόδου.

aristoteleio (8)
Γενική άποψη της νοτιοδυτικής και της βορειοδυτικής όψης του κτιρίου της Φυσικομαθηματικής Σχολής, πριν από τη διαμόρφωση της πλατείας Χημείου, σε φωτογραφία αρχείου. Φωτογραφικό Αρχείο Κυριαζόπουλου, Ψηφιοθήκη: ψηφιακές συλλογές, Βιβλιοθήκη Α.Π.Θ. (ARC-2012-49545)

Το «Πολεοδομικό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» (1949), με επικεφαλής τον Βασίλη Κυριαζόπουλο, αν και σχεδιαστικά σηματοδότησε μιαν οπισθοχώρηση από το μοντερνισμό των σχεδίων που προηγήθηκαν, παγίωσε την περιμετρική διάταξη των λειτουργικών ενοτήτων γύρω από ένα μεγάλο κεντρικό πάρκο και προώθησε την ιδέα της απλής και ευέλικτης ρυμοτομίας που διευκόλυνε τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς. Η κεντρική ιδέα, όλων των μέχρι τότε πολεοδομικών προτάσεων, με ελεύθερες μονάδες στο χώρο επιβίωσε με την υιοθέτηση ενός ενιαίου αποτελεσματικού προτύπου διαχείρισης του πανεπιστημιακού χώρου.

Η στασιμότητα της ανάπτυξης κατά το μεσοπόλεμο, με τη διατήρηση της χρήσης των νεκροταφείων και τη δυσκολία κατοχύρωσης του οικοπέδου, κινδύνευε να διαιωνιστεί εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και της παγίωσης της εγκατάστασης προσφύγων στο συνοικισμό της Αγίας Φωτεινής. Η μεταπολεμική θεσμοθέτηση και κινητικότητα με την υλοποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, σε συνδυασμό με την οριστική παραχώρηση του γηπέδου, άνοιξε το δρόμο για την ανάπτυξη του χώρου. Οι πολλαπλές τροποποιήσεις διατήρησαν μίαν αξιοσημείωτη ενότητα σύλληψης, που διαμορφώθηκε από τις συγκυρίες και τις μεταβαλλόμενες ανάγκες.

aristoteleio (9)
Η ένταξη του Μετεωροσκοπείου μέσα στον κεντρικό χώρο πρασίνου. © Ν. Καλογήρου

Στην τυπολογία των κτισμάτων κυριάρχησε διαχρονικά το ορθολογικό πρότυπο των καθαρών γεωμετρικών στερεών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα των ανεξάρτητων ελεύθερων περιπτέρων είναι το Μετεωροσκοπείο (1954) του Γ. Τριανταφυλλίδη, η Κεντρική Βιβλιοθήκη (1960) των Κ. Φινέ και Κ. Παπαϊωάννου, αλλά και το πρωταρχικό εκλεκτικιστικό κτίριο του Β. Ποζέλι (1888).

aristoteleio (7)
Άποψη του αμφιθεάτρου της Κτηνιατρικής Σχολής. © Ν. Καλογήρου

Στα συγκροτήματα σημαντικής έκτασης, επικράτησε το τυπολογικό πρότυπο της άρθρωσης ημιανεξάρτητων πτερύγων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Γεωπονική Σχολή (1939) του Ν. Μητσάκη, το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ (των Κόκκινου, Λύρα, 1946), το Αστεροσκοπείο (1957) του Π. Καραντινού, τα συγκροτήματα της Ιατρικής και Κτηνιατρικής Σχολής του Ν. Κακούρη (1952), καθώς και η Πολυτεχνική Σχολή (1958) των Π. Καραντινού, Ι. Λιάπη, Η. Σκρουμπέλου.

aristoteleio (10)
Λεπτομέρεια των εξωστών της νοτιοανατολικής όψης του κτιρίου της Α΄ Φοιτητικής Εστίας. © Ν. Καλογήρου

Στην πρώτη Φοιτητική Εστία (1955) του Π. Καραντινού διακρίνονται αναφορές στο μοντέρνο κοινοβιακό παράδειγμα που επαναλήφθηκαν ως ένα βαθμό στη δεύτερη Εστία (των Ν. Δεσύλλα, Α. Κονταργύρη, Α. Λαμπάκη, 1960) και στην τρίτη Εστία (του Δ. Τριποδάκη, 1972) με στοιχειώδη δωμάτια-κύτταρα διαβίωσης, σε αντιπαράθεση με την έμφαση στους δημόσιους κοινόχρηστους χώρους.

Όταν δημιουργήθηκαν οι ευκαιρίες, τα μεμονωμένα κτίσματα εντάχθηκαν σε ευρύτερες συνθέσεις αστικής κλίμακας. Χαρακτηριστικό, πρώιμο δείγμα είναι η διευθέτηση από τον Π. Καραντινό των σχολών γύρω από την κεντρική πλατεία του Χημείου. Το επιτυχέστερο παράδειγμα ενιαίου αρχιτεκτονικού-αστικού σχεδιασμού είναι το πανεπιστημιακό συγκρότημα των κτιρίων Διοίκησης, Νομικής και Θεολογικής Σχολής, Αίθουσας Τελετών και Βιβλιοθήκης, αρθρωμένων με τους αντίστοιχους ανοιχτούς χώρους και πλατείες, των Κ. Φινέ και Κ. Παπαϊωάννου (1960).

aristoteleio (13)
Μερική άποψη της Αίθουσας Τελετών από το νότο σήμερα. © Ν. Καλογήρου

Στη δεκαετία του ’80 κυριάρχησαν οι απλές και συχνά άστοχες επεκτάσεις των υφισταμένων συγκροτημάτων που σχεδιάστηκαν διεκπεραιωτικά. Από τη δεκαετία του ’90, με τη σύνταξη του νέου Ρυθμιστικού Σχεδίου και τη νέα έξαρση της ανοικοδόμησης, εγκαινιάστηκε μια διαφοροποιημένη μετανεωτερική αρχιτεκτονική και αστική σύλληψη. Η συνολική σύνθεση μετατοπίστηκε προς τη λογική της συμπλήρωσης και αποκατάστασης της συνέχειας ενός χαλαρού αστικού ιστού. Οι νέες κατασκευές εντάχθηκαν σε ένα σύνολο που εμφάνιζε αντιληπτικά σημεία κορεσμού, παρά τον σχετικά χαμηλό συνολικό συντελεστή δόμησης.

aristoteleio (16)
Άποψη του επενδυμένου διαχωριστικού τοιχίου της νέας μονάδας Αρχείο Αν. Κωτσιόπουλου, © Μπ. Λουιζίδης

Οι προσθετικές προτάσεις που έγιναν, με συντονιστή τον Αν. Κωτσιόπουλο, στο πλαίσιο του νέου ρυθμιστικού σχεδίου (1994), έδωσαν προτεραιότητα στην αρχιτεκτονική ταυτότητα και αγνόησαν αρκετά τη στρατηγική διάσταση. Η επιλογή της υπόγειας λύσης για τα συμπληρωματικά κτίρια αποτέλεσε μίαν ενδιαφέρουσα ιδιοτυπία. Οι συμπληρωματικές επεμβάσεις κατά μήκος του κεντρικού πεζοδρόμου δημιούργησαν μια ιδιαίτερη ταυτότητα, επιχειρώντας έναν ουσιαστικό διάλογο με τα μοντέρνα κτίρια και τον περιβάλλοντα χώρο. Η Νέα Μονάδα της Κεντρικής Βιβλιοθήκης (των Αν. Κωτσιόπουλου, Μ. Παπανικολάου και Ρ. Σακελλαρίδου, 1998), είναι το επιτυχέστερο παράδειγμα, καθώς η υπόσκαφη επέκταση δημιούργησε μια διαλεκτική αντίθεση με το αρχικό περίπτερο.

aristoteleio (18)
Άποψη του κυλινδρικού «πύργου» του κτιριακού συγκροτήματος της Παιδαγωγικής Σχολής από το νότο . © Ν. Καλογήρου

Οι αξιόλογες νεότερες αρχιτεκτονικές υλοποιήσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες ιδιοτυπίες. Το Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών (των Κ. Λάμπρου, Ν. Μάρδα, Κ. Μωραΐτη και Ελ. Κωνσταντίνου, 1989-97) τερματίζει με την υπόσκαφη διάταξη τον ιστορικό κεντρικό άξονα του πανεπιστημίου. Ο κυλινδρικός πύργος της Παιδαγωγικής Σχολής (των Γ. Κονταξάκη, Ν. Καλογήρου και Γ. Κουτούπη, 1991-94), με την καθαρή γεωμετρία του, δημιούργησε ένα σημείο προσανατολισμού στον άμορφο ως τότε άξονα της 3ης Σεπτεμβρίου. Στην άλλη πλευρά, το ΚΕ.Δ.Ε.Α. (όπως ανασχεδιάστηκε από τους Γ. Παπακώστα και Ι. Βλάχο, 2006-2011), με το χαρακτηριστικό κόκκινο εξωτερικό «πιξελωτό» πέτασμα, έχει επίσης εγγραφεί στη συλλογική μνήμη ως τοπόσημο. Οι νεότερες υλοποιήσεις εμφανίζουν μίαν αξιοσημείωτη ποικιλία που ανταποκρίθηκε στο γενικότερο πλουραλισμό της μετανεωτερικής περιόδου που διανύουμε. Με εναλλακτικές προσεγγίσεις δημιούργησαν κτίρια αναφοράς που εμπλούτισαν το μοντέρνο τοπίο της πανεπιστημιούπολης και αντιστάθμισαν την αδιάφορη πύκνωση των εγκαταστάσεων της περιόδου που προηγήθηκε.

aristoteleio (11)
Η πρόσοψη του Αστεροσκοπείου σήμερα. © Ν. Καλογήρου

Συμπεράσματα

Από την αναλυτική αποτίμηση των μελετών και υλοποιήσεων του Α.Π.Θ., σε επίπεδο αρχιτεκτονικού και αστικού σχεδιασμού, μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί ότι διακρίνεται μια διαχρονική, αξιοσημείωτη ενότητα σύλληψης. Tο φιλόδοξο για την εποχή του εγχείρημα της ίδρυσης και η επιτυχής επιλογή της χωροθέτησης στο κέντρο της διευρυμένης πόλης, σε ένα δύσκολο όμως γήπεδο που καταλαμβανόταν από τα εβραϊκά νεκροταφεία και από «προσωρινές» εγκαταστάσεις πυροπαθών και προσφύγων, είχε να αντιμετωπίσει την αδράνεια και την ιδεολογική φόρτιση των προϋφιστάμενων χρήσεων. Αυτό απαίτησε μεγάλο χρονικό διάστημα, ισχυρή πολιτική βούληση και ευνοϊκές συγκυρίες.

Στην κρίσιμη περίοδο της ίδρυσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το φιλελεύθερο πνεύμα ευνοήθηκε από τις παρεμβάσεις ιδιαίτερα των κυβερνήσεων του Ελευθέριου Βενιζέλου που αναγνώρισαν την ανάγκη προσαρμογής της ανώτατης παιδείας στα νέα γεωγραφικά δεδομένα, με την απελευθέρωση της Μακεδονίας και Θράκης και τη δραματική για τη δημογραφία του νέου Ελληνισμού περίοδο από το 1912 ως το 1923. Η νεωτερικότητα του ιδρύματος εκφράστηκε παράλληλα στην πνευματική και στη χωρική του έκφραση. Η δημοτικιστική ιδεολογία της εκπαίδευσης βρήκε στον μοντερνισμό την ομόλογη αρχιτεκτονική γλώσσα.

aristoteleio (12)
Ο συνδετικός διάδρομος επί πιλοτί από τη στοά του κυλικείου σήμερα. © Ν. Καλογήρου

Στη δύσκολη μεταπολεμική περίοδο, το πανεπιστήμιο κατάφερε να αποκτήσει ένα κρίσιμο μέγεθος. Η περίοδος της ανοικοδόμησης χαρακτηρίστηκε από έντονη προγραμματική δραστηριότητα με αμιγώς μοντέρνα πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά.  Η παγίωση της ανάπτυξης του Α.Π.Θ. πραγματοποιήθηκε κατά τη γόνιμη, ιδιαίτερα για τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, περίοδο δράσης των κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η κοινωνία της Θεσσαλονίκης είχε ήδη απωλέσει σε μεγάλο βαθμό τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, αλλά το νεωτερικό πνεύμα επιβίωσε στο περιβάλλον του πανεπιστημίου και σταδιακά χαρακτήρισε τα νέα προγράμματα σπουδών.

Οι ρηξικέλευθες τάσεις στην ύστερη περίοδο των αρχιτεκτονικών υλοποιήσεων εξέφρασαν το κυρίαρχο μετανεωτερικό πνεύμα, μετά τον εκρηκτικό πολλαπλασιασμό των τμημάτων και κατευθύνσεων. Η περίοδος σχετίστηκε με το άνοιγμα της πανεπιστημιακής διδασκαλίας, που εκφράστηκε στην πράξη με το «νόμο πλαίσιο» του 1982 και τις μεταρρυθμίσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ.

Ως τελικό συμπέρασμα προκύπτει ότι οι καινοτομίες ευδοκιμούν και εκφράζονται στο χώρο του Αριστοτελείου, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν πολιτικές και πανεπιστημιακές εξουσίες ισχυρές και ικανές να αντιληφθούν τα νέα δεδομένα, αλλά και να υλοποιήσουν στην πράξη τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Η διεπιστημονική και διαχρονική καλλιέργεια ενός ανοιχτού πνεύματος διευκολύνθηκε από τη συγκατοίκηση των περισσοτέρων σχολών στην κεντρική Πανεπιστημιούπολη της Θεσσαλονίκης, η οποία λειτούργησε δημιουργικά ως πεδίο εκμάθησης. Με αυτή την έννοια, το νεωτερικό αρχιτεκτονικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αποτελεί ουσιαστική συνιστώσα της ευρύτερης παιδευτικής διαδικασίας, μια πολύτιμη πολιτισμική κληρονομιά που πρέπει να διαφυλάσσεται και να ανανεώνεται.

 

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ