Μάκης Σεβίλογλου: “… κι αυτός χαμογελάει”

0
5827

 Μάκης Σεβίλογλου, ” κι αυτός χαμογελάει”

Τον Μάκη Σεβίλογλου τον ανακάλυψα πριν από επτά χρόνια. Ο ίδιος μετρά σχεδόν δεκαεπτά, όταν το 2000 άφησε την αρχαιολογία για να ασχοληθεί με τη μεγάλη του αγάπη τη μουσική. Ο τυχερός, να ζει από κείνο που αγαπά πιο πολύ. Τον ζηλεύω για τη θαρραλέα επιλογή. Δύσκολο να ρισκάρεις, ειδικά στην εποχή μας, μα πιο πολύ τον ζηλεύω, γιατί μπορεί και φτιάχνει τραγούδια. Τα μαστορεύει με εκείνη την άγουρη ματιά του έφηβου, του ερασιτέχνη που καρδιοχτυπά, συνεπαίρνει και συνεπαίρνεται από το μικρό, το απειροελάχιστο, το καθημερινό και το μετουσιώνει σε πολύχρωμη γιορτή σε πλατεία.

seviloglou_006

Κουβαλάει τους ήλιους και τα φεγγάρια, τα δέντρα και τα βουνά μιας “αρμυρής πατρίδας”, γυρνάει τον κόσμο ανάποδα, ετούτη η ανάποδη ψυχή. Σε μυεί σε ένα συμπόσιο παλιά κοπής, με τον οργανοπαίκτη στο κέντρο και τα όργανα σε όλο τους το μεγαλείο, μ’ εκείνη τη χάρη του μουσικού που σε ξεσηκώνει σε ένα γλέντι περισυλλογής κι αλλαγής, γιατί αν δεν βγάλουμε το μέσα προς τα έξω, να το κοιτάξουμε στα μάτια, ο κόσμος δεν συνέρχεται.

Όταν παίρνεις συνέντευξη από κάποιον, τον έχεις επιλέξει. Τον έχεις ξεχωρίσει. Ειδικότερα όταν ανήκεις σε εκείνη τη συνομοταξία την αθεράπευτα ρομαντική με τη βαθιά πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είμαστε καλοί μάτια μου και μας αρέσει να πηγαίνουμε εκεί όπου ακούγονται τραγούδια και γέλια. Και το γνωρίζεις πως όλοι δεν είναι το ίδιο. Δεν λάμπουν όλοι “σαν σήματα φωσφορικά” δεν φωτίζουν τα σκοτάδια σου, δεν κουβαλούν εκείνο το πατρογονικό, το σχεδόν αρχέγονο που μυρίζει βουνά και θάλασσες. Κι ειλικρινά δεν δίνεις δεκάρα για όλους τους υπόλοιπους τους ετερόφωτους. Εσύ μπορείς κι ανακαλύπτεις ακόμη πυγολαμπίδες τα βράδια στις δικές σου γειτονιές, που ποτέ δεν θα μεγαλώσουν και δεν θα βάλουν μυαλό. Και μόνο τότε χαλαρώνεις κι απολαμβάνεις το κατόρθωμά σου. Την τύχη σου να κάθεσαι αντικριστά με έναν άνθρωπο που σου μοιάζει και μυρίζει φρέσκο ψωμί. Κι είναι όλοι οι μήνες μαζί κι οι εποχές μιας πατρίδας που πολύ συμπονάτε. ‘Ενα παράθυρο ανοιχτό, σαν τα τραγούδια του, με στίχους βιωματικούς κι αληθινούς, γιατί καθώς λέει ένας καλός στίχος μπορεί να στηρίξει μια κακή μουσική. Ο λόγος είναι η γλώσσα, είναι το ταξίδι που ενώνει τους ανθρώπους.

 DSC_8321-1_smallΣτοχάζεται μ’ εκείνη την αυθεντικότητα του χωμάτινου ανθρώπου, που παίρνει δύναμη από τη μάνα γη. Η όρεξη είναι στα δόντια, κι όσο προσπαθείς δουλεύεις, έλεγε ο παππούς του. Σήμερα κυριαρχεί το μέτριο. Δεν είμαι καχύποπτος με τους ανθρώπους, δεν τους φοβάμαι, όμως είμαι αυστηρός πολύ. Κυρίως με τον εαυτό μου. Απλός, ικανός να μπορεί να πετάει ό,τι τον βαραίνει. Ζει τη ζωή του, αυτή που τον χαρακτηρίζει και κουβαλάει τα παιδικά του χρόνια, την πιο γλυκιά πατρίδα.

Το παρελθόν δεν το ξεχνάμε, γιατί είμαστε καταδικασμένοι να το ξαναζήσουμε. Έτσι ακριβώς το μετέφερε στο βιβλίο της η Διδώ Σωτηρίου, που το ‘χε δει σε μια πόρτα ενός χιτλερικού στρατοπέδου. Εμείς οι Έλληνες έχουμε πάθος και φόρα, αλλά δεν έχουμε οργάνωση. Δεν σχεδιάζουμε. Λειτουργούμε στα κουτουρού. Είναι όμως εκείνα τα νέα παιδιά που σε κάνουν να ελπίζεις. Φωτίζουν μια γενικότερη αμορφωσιά, που πολύ έχουν επενδύσει σε αυτή όσοι μας κυβερνούν. Με σχολεία ακοινώνητα, τα οποία εμμένουν σε τύπους και σε βιβλία που λένε τη μισή αλήθεια. Κι όμως, η ζωή είναι εκεί έξω. Είναι αυτή που είναι. Κι εγώ περπατώ, δεν πετώ. Τη γνώση αυτή την παίρνεις από την εμπειρία. Βάζω μικρούς στόχους κάθε φορά. Ένα βήμα ακόμη κι ένα παραπάνω που με πηγαίνει παραπέρα.

seviloglou_009Σου μιλάει κι έχεις την αίσθηση ότι ακούς έναν από τους προγόνους σου. Ένα κομμάτι γης πρόσφορο κι ανθεκτικό. Δεκτικό στη βροχή, ανακατεμένο με τις μυρωδιές του τόπου σου. Κι ας του κόλλησαν τη ρετσινιά του παραδοσιακού. Για τα τραγούδια της Χαρούλας Αλεξίου “Το βύσσινο και νεράντζι” ή για “Το παράθυρο ανοιχτό”, τον καλύτερο ethnic δίσκο στην Ολλανδία το 2013. Εδώ όμως εμάς, μας αρέσει να βάζουμε ετικέτες και ταμπέλες και να τσουβαλιάζουμε επιλογές. Για τον ίδιο είναι απλώς οι ρίζες του, που ποτέ δεν απαξίωσε και κουβαλά σαν πέτρα στην τσέπη του για να χαϊδεύει και να μην ξεχνά. Όταν όμως κοντοσταθείς και τον αφουγκραστείς θα νιώσεις το αλλιώτικο παίξιμο, που αποπνέει τη μουσικότητα ενός καλλιτέχνη, απελευθερωμένης από στερεοτυπικά κλισέ, ενός γνήσιου ακροβάτη, ενός πλανόδιου πραματευτή που πειραματίζεται και διαλαλά την μουσική πραμάτεια του στη σκηνή με μια φωνή, που ενώνει κι αντανακλά κάτι από τη χαρά ενός μικρού παιδιού. Αυτό το παιδί που δεν θέλει να αφήσει πίσω του. Γιατί μέσα από τα μάτια του ο κόσμος φαντάζει ακόμη συναρπαστικός κι άμετρος και τεράστιος.

Μου μιλάει για την έννοια της εμπορικότητας στην τέχνη. Για τα τηλεοπτικά κανάλια, τα ιδιωτικά ραδιόφωνα που τους ενδιαφέρει το κέρδος με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Για τους νέους καλλιτέχνες που βρίσκουν πόρτες κλειστές κι ας γράφουν διαμάντια σε έναν κόσμο που δύσκολα θα τα ανακαλύψει και θα τους αφήσει χώρο. Για την ποιότητα, που μπορεί να είναι εμπορική και τούτο είναι θεμιτό, μόνο που τα αυτιά συνήθισαν πια πολύ στο μέτριο και τούτο δυσκολεύει τα πράγματα και το εύκολο ξόδεμα της αγοράς στο απαίδευτο και το ανώφελο. Για το βιβλίο του με το βιολέ και μαύρο χρώμα της μνήμης και του πόνου για τον λαό του Πόντου και την ιστορία του, με τον τίτλο “Ολια τα “αχ τ’ εμέτερα εγένταν τραγωδίας” ένα λογοτεχνικό και μουσικό οδοιπορικό για τον ξεριζωμό ενός λαού και θαυμάζω την αστείρευτη δημιουργικότητα ενός ανθρώπου που δηλώνει απερίφραστα και μ’ εκείνο το τραγανό του γέλιο, ότι έχει πάρα πολλά ακόμη να δώσει. Ω ναι, ετούτος εδώ είναι από τους ονειροπόλους που ζηλεύω.

“Λυπήσου εκείνους που δεν ονειρεύονται” έγραψε ο Νίκος Καββαδίας, σε ένα ποίημα που δεν το συμπεριέλαβε σε κάποια ποιητική του συλλογή, ένα ποίημα σαν δυνατό αγριόχορτο εξόριστο, με το μαβί λουλούδι στην κορφή. Ο Μάκης Σεβίλογλου ονειρεύεται τραγούδια, μελωδίες, ανταμώματα με φίλους και μακρινές βόλτες μιας ζωής που είναι για να την χαίρεσαι. Είναι το μωβ λουλούδι στην άκρη του δρόμου.

*κι αυτός χαμογελάει: τίτλος από ανένταχτο ποίημα του Νίκου Καββαδία

Προηγούμενο άρθροΜαγνητικά Πεδία στο Σπίτι των Ρόδων
Επόμενο άρθροΗ Θεσσαλονίκη γίνεται η αγαπημένη των ξένων media το 2017
Αθηνά Τερζή
Άρχισα να μιλώ προτού χρονίσω κι από τότε γλώσσα δε βάζω μέσα. Αν δε μιλώ, μουρμουράω. Αν δεν μουρμουράω, σιγοτραγουδώ. Αν δεν σιγοτραγουδώ, σφυρίζω. Αν δεν τρέχω, περπατώ. Αν δεν περπατώ, χορεύω. Βάσανο μεγάλο είμαι και με σέρνω από δω κι από κει μπας και πιάσω πουθενά στασίδι να ξαποστάσω. Αν δεν κινούμαι σκέφτομαι και γράφω, γιατί μ' αρέσει να παραμυθιάζομαι. Από μικρή λέω τα πιο φανταστικά ψέματα, πασπαλισμένα με μπόλικη χρυσόσκονη. Κι εκείνα μου φέρονται καλά, γιατί τα φροντίζω. Τα ταΐζω στο στόμα ζάχαρη και μέλι. Δε μπορώ να ζήσω χωρίς τη μουσική και τους ποιητές ή τους τραγουδοποιούς που βάζουν τους ποιητές στου καθενός το σπίτι, για να ονειρεύεται και να ταξιδεύει. Απεχθάνομαι τους κακοπροαίρετους ανθρώπους και λατρεύω τα άδολα χαμόγελα. Τη χαρά των ανθρώπων που γεννιέται από το τίποτα. Τα μεγάλα μάτια και τα μακριά δάχτυλα που ζωγραφίζουν τον αέρα. Συμπονώ όλους εκείνους που κρύβονται πίσω από βιβλία και τις ταινίες και λένε πως ζουν, αλλά θαυμάζω τους γενναίους , ανένταχτους που πρόλαβαν να δοκιμάσουν τις αντοχές τους. "Το πρόβλημά μου η υπερβολή μου" κι η αβάσταχτη εξωστρέφειά μου. Δεν μπορώ να αντισταθώ στους γαλαντόμους, που με τα λόγια τους υψώνουν κάστρα, στους ευγενείς που χαμηλώνουν το βλέμμα, στους ντροπαλούς που κοκκινίζουν, στους άσχημους με προσωπικότητα, στους μοναχικούς που μονολογούν και σέρνουν το βήμα τους στις άκρες των δρόμων, στα ηλιοτρόπια και στα πολύχρωμα αερόστατα. Την πόλη μου την αγαπώ κι ο έρωτας κρατά από τα φοιτητικά μου χρόνια. Από το ερείπιο που έμενα στο Κουλέ Καφέ με τις γάτες και τους σκύλους στις γωνιές. Παραμένω αθεράπευτα ρομαντική με την καλοσύνη των ανθρώπων και τη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι όλοι είμαστε εν δυνάμει καλλιτέχνες.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ