Ράφια γεμάτα αναμνήσεις: Βιβλιοπωλεία που άφησαν εποχή στη Θεσσαλονίκη και χάθηκαν στο χρόνο
Τα βιβλιοπωλεία που δεν υπάρχουν πια, αλλά παραμένουν ζωντανά στη μνήμη της πόλης
Υπήρξαν εποχές που τα βιβλιοπωλεία στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν απλώς καταστήματα.
Ήταν ένα μικρό καταφύγιο.
Ένας χώρος όπου κάποιος θα μπορούσε να χαθεί ανάμεσα στα ράφια, να ανακαλύψει έναν άγνωστο συγγραφέα, να ζητήσει μια πρόταση από τον βιβλιοπώλη ή να συναντήσει τυχαία έναν ή και περισσότερους φίλους, αλλά και διανοούμενους της πόλης και όλοι μαζί να ξεκινήσουν μια λογοτεχνική κουβέντα που θα κρατούσε για ώρες.
Η Θεσσαλονίκη είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με το βιβλίο. Στους δρόμους του κέντρου, γύρω από την Τσιμισκή, την Αγίας Σοφίας, την Εγνατία, την Καμάρα και την πλατεία Αριστοτέλους, υπήρχαν βιβλιοπωλεία που δεν ήταν απλώς σημεία αγοράς βιβλίων. Ήταν κομμάτια της καθημερινότητας της πόλης.
Σήμερα πολλά από αυτά έχουν περάσει στην ιστορία. Οι βιτρίνες τους χάθηκαν, οι πινακίδες κατέβηκαν, όμως η μνήμη τους παραμένει ζωντανή σε όσους τα επισκέφθηκαν.
Μόλχο: Ένα βιβλιοπωλείο-σύμβολο μιας άλλης Θεσσαλονίκης
Το βιβλιοπωλείο Μόλχο υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα βιβλιοπωλεία της πόλης και συνδέθηκε βαθιά με την πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης.
Η ιστορία του είναι δεμένη με την εβραϊκή κοινότητα της πόλης και με μια εποχή όπου τα βιβλιοπωλεία αποτελούσαν σημεία συνάντησης ανθρώπων των γραμμάτων.
Για πολλές δεκαετίες ήταν ένας χώρος όπου αναζητούσε κανείς όχι μόνο βιβλία, αλλά και μια επαφή με τον πολιτισμό της πόλης.

Το ιστορικό εβραϊκό βιβλιοπωλείο Μόλχο ήταν το παλαιότερο βιβλιοπωλείο της πόλης και ως εκ τούτου αποτέλεσε ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Στέγαστηκε στο ισόγειο του Μεγάρου Κόφφα, δεξιά της εισόδου του κτηρίου. Ήταν το μοναδικό βιβλιοπωλείο εκείνη την εποχή που διέθετε ξένα βιβλία και περιοδικά. Το βιβλιοπωλείο ξεκίνησε την πορεία του το 1888, όταν άνοιξε από τον Ισαάκ Μόλχο σε κτίριο της οδού Σαμπρή Πασά (σημερινή Βενιζέλου).
Εικόνα: Άρης Γεωργίου
Το κτίριο καταστράφηκε στην φωτιά του 1917 και μετά από κάποια χρόνια το Μόλχο μεταφέρθηκε στο Μέγαρο Κόφφα. Ωστόσο, το βιβλιοπωλείο που επιβίωσε από την πυρκαγιά του ’17, το ναζιστικό διωγµό των Εβραίων της πόλης, το σεισµό του ’78, έπεσε θύµα της οικονοµικής κρίσης και έκλεισε το Μάιο του 2008, µετά από µια παράξενη και ατυχή σύµπραξη µε τον Παρατηρητή.
Βιβλιοθήκη: Το στέκι των ανθρώπων του πνεύματος
Για όσους έζησαν τη Θεσσαλονίκη των προηγούμενων δεκαετιών, η «Βιβλιοθήκη» δεν ήταν απλώς ένα βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα σημείο αναφοράς.
Εκεί συναντιούνταν αναγνώστες, φοιτητές, συγγραφείς και άνθρωποι που αγαπούσαν τις ιδέες. Τα ράφια του δεν φιλοξενούσαν μόνο τίτλους βιβλίων· φιλοξενούσαν συζητήσεις, διαφωνίες, αναζητήσεις.
Το κλείσιμό του άφησε ένα κενό που πολλοί Θεσσαλονικείς θυμούνται ακόμη.
Έκλεισε οριστικά το 1984, με τελευταία ιδιοκτήτρια τη Φανή Θεοφιλίδου, που πρόσφατα έφυγε από τη ζωή.
Υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα στέκια της διανόησης της Θεσσαλονίκης για τουλάχιστον μια δεκαετία. Άνοιξε το 1971 στη Χρυσοστόμου Σμύρνης 21 από τον Γιώργο Παλιαδέλλη και τον Γιάννη Σαλακίδη. Μαζί τους συνεταιρίστηκε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο οποίος, ακόμη και μετά την μετοίκησή του στην Αθήνα, επισκεπτόταν τη «Βιβλιοθήκη» κάθε φορά που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη.
Ο Αναγνωστάκης ήταν ένας άνθρωπος χαρισματικός, ο οποίος προσέλκυε νέους ανθρώπους διαφόρων πολιτικών ιδεολογιών στο βιβλιοπωλείο, ακόμα και κατά τη δύσκολη περίοδο δικτατορίας.
Όπως αναφέρει δημοσίευμα του thessmemory, στους πιο συχνούς θαμώνες της «Βιβλιοθήκης» συγκαταλέγονται οι: Νίκος Καρανικόλας, Κώστας Λαχάς, Πρόδρομος Μάρκογλου, Μίλτος Πολυβίου, Ελένη Πολυβίου, Πάνος Ερμείδης, Χρυσάφης Ιορδάνογλου, Μίμης Σουλιώτης, Δημήτρης Σκουλίδης, Χάρης Καμπουρίδης, Λίνα Ελεγμίτου, Μαρώ Καρδάκου, Χρήστος Καββαδάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Λαλάκος Παπαδήμας, Δημήτρης Καλοκύρης κ.α.
Ο κατάλογος είναι ενδεικτικός. Τον… πλήρη κατάλογο των επισκεπτών της «Βιβλιοθήκης» την περίοδο της δικτατορίας τον είχε η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, καθώς ολημερίς έξω από το κατάστημα κατέγραφε τις επισκέψεις στο βιβλιοπωλείο μυστικός αστυνομικός.
«Το βιβλιοπωλείο», μας ενημερώνει ο συγγραφέας Χρίστος Ζαφείρης μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του «Αντιεθνικώς δρώντες…» (Επίκεντρο, 2011), «παρακολουθούνταν από όργανα της χούντας και αρκετοί από τους θαμώνες του είχαν κληθεί κατ’ επανάληψη ”δι’ υπόθεσίν τους” από την Ασφάλεια, προς τρομοκράτηση».
Τους Γιώργο Παλιαδέλλη, Γιάννη Σαλακίδη και Μανόλη Αναγνωστάκη διαδέχθηκε στην ιδιοκτησία του βιβλιοπωλείου ο Γιάννης Παναγιωτόπουλος, γνωστός και ως Γιάννης Πάνου.
Στο μαγικό κλίμα της «Βιβλιοθήκης» μας έβαλε μέσα από τις δικές του αναμνήσεις ο κύριος Πολυράκης, σύζυγος της τελευταίας ιδιοκτήτριας:
«Η Βιβλιοθήκη πέρασε το 1982 στα χέρια της Φανής Θεοφιλίδου, της συζύγου μου, που μαζί με τις εκδόσεις Οδυσσέας, δηλαδή τον Τίτο Μυλωνόπουλο, την κράτησαν μέχρι το 1984. Παρόλο που ήταν μικρό βιβλιοπωλείο, ήταν η ψυχή της πόλης. Τα βιβλιοπωλεία τότε είχαν άλλη μορφή, δεν ήταν μαζικά, όπως είναι τώρα το Public και ο IANOS. Ήταν στέκια, μάζευαν όλη την κουλτούρα της πόλης. Αυτό, μαζί με τον Κοτζιά στην περιοχή -ο Κοτζιάς ήταν στη Διαγώνιο- ήταν τα σημεία της κουλτούρας· και λόγω της Μάγδας της Κοτζιά στο άλλο, και λόγω της Φανής σ’ αυτό. Ο Σερέφας ήταν τακτικότατος εκεί. Ο Σάκης Παπαδημητρίου, ο γνωστός μουσικός -με πολύ προχωρημένη μουσική- ήταν εκεί. Ο Χριστιανόπουλος ήταν συνέχεια. Ο Ναουμίδης, από το θεατρικό εργαστήρι της εποχής, το Άνετον, που ήταν τότε στις δόξες του, ήταν εκεί. Κι ο Αναγνωστάκης όποτε ερχόταν Θεσσαλονίκη περνούσε, και ο Λαχάς περνούσε, ο ζωγράφος, και ο Λαζόγκας περνούσε. Όλα τα σημαντικά πρόσωπα της διανόησης της Θεσσαλονίκης είχαν τη ”Βιβλιοθήκη” ως σημείο αναφοράς. Είτε θέλανε βιβλία, είτε όχι, θα περνούσαν για μια καλημέρα, για έναν καφέ. Κάθε μέρα κάτι γινόταν, κάθε μέρα κάποιος ερχόταν. Ήταν πολύ ζωντανό πράγμα αυτό το βιβλιοπωλείο. Και γι’ αυτό ήθελα να γίνει μια αναφορά, επειδή σε πολύ κόσμο θα θυμίσει όμορφα πράγματα».
Είχαμε την τύχη να μιλήσουμε και με τον κύριο Σάκη Σερέφα, ο οποίος μας πληροφόρησε πως, εκτός από τακτικός επισκέπτης του βιβλιοπωλείου, εργάστηκε εκεί για έναν χρόνο το 1981-82, μια εμπειρία που περιγράφει με νοσταλγία.
Όπως σημειώνει για την Βιβλιοθήκη: «Λόγω της ιστορίας που κουβαλούσε από πίσω το βιβλιοπωλείο, ο κόσμος που ερχόταν σε αυτό ήταν φανατικοί με τα γράμματα, αυτό που θα λέγαμε ταλιμπάν-βιβλιόφιλοι. Η Βιβλιοθήκη είχε παλιές και καλές εκδόσεις, διαλεχτά βιβλία. Κι εγώ για παράδειγμα βρήκα εκεί την Α’ έκδοση από τα Ρεμπέτικα του Πετρόπουλου. Ήταν συνδεδεμένο με την παλιά φάση του βιβλίου. Όποιος έμπαινε ήξερε πού μπαίνει. Η αύρα, το όνομα, η ιστορία ακολουθούσε από την εποχή του Αναγνωστάκη. Ο κόσμος ήξερε ότι μπαίνει σε έναν χώρο που κουβαλάει ιστορία, ότι έχει άτομα που ξέρουν το αντικείμενο και θα τον κατευθύνουν. Καθώς τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο και δεν ήταν το ίδιο εύκολο να ενημερωθείς, ο κόσμος χρειαζόταν την γνώση των εργαζόμενων, ρωτούσαν την γνώμη τους. Υπήρχαν άτομα που έρχονταν να αγοράσουν βιβλίο και καθόμασταν και κάναμε κουβέντα για δύο ώρες. Δύο πολύ τακτικοί πελάτες εκείνη την εποχή ήταν ο ηθοποιός Νίκος Ναουμίδης και ο ποιητής και πεζογράφος Μανόλης Ξεξάκης. Εγώ και η Φάνη διαβάζαμε πολύ. Και καθώς το κατάστημα ήταν πολύ μικρό, λίγο μεγαλύτερο από τηλεφωνικό θάλαμο, ανάπτυσσες με τους πελάτες μια προσωπική σχέση. Έτσι ήταν τότε τα βιβλιοπωλεία. Τώρα, στα βιβλιοπωλεία-αλυσίδες που υπάρχουν, πολλοί εργαζόμενοι δεν έχουν σχέση με το βιβλίο. Αυτό τότε ήταν αδιανόητο. Η Βιβλιοθήκη και άλλα βιβλιοπωλεία, όπως ο Ραγιάς, ήταν αυτό που λέμε σκληροπυρηνικά. Ήμασταν εναλλακτικοί πριν εφευρεθεί ο όρος. Δεν ένιωθα ότι δουλεύω, ένιωθα ότι κάνω το κέφι μου. Ακόμα και τώρα που έκλεισε, όποτε περνάω απ’έξω, μου μυρίζει χαρτί».
O Προμηθέας
Στην Ισαύρων υπήρξε για δεκαετίες το πιο σοβαρό ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης. Όσοι ταξίδευαν στο εξωτερικό και αναζητούσαν ταξιδιωτικούς οδηγούς, όσοι έκαναν έρευνες και χρειάζονταν πηγές, όσοι αγαπούσαν την ξενόγλωσση λογοτεχνία κατέφευγαν στα φιλόξενα ράφια του.
Ο Ραγιάς

Η επί της Ερμού συνέχεια του πρώτου βιβλιοπωλείου που άνοιξε το 1960 στην Τσιμισκή, με χιλιάδες τίτλους και εκδόσεις ιστορικών βιβλίων που πωλούσε για πέντε συνολικά δεκαετίες.
Από το 1960 ώς το 1993 στην Τσιμισκή 41 και από τότε μέχρι σήμερα στην Ερμού 44, δύο υπόγεια.
Ο Λοξίας

Το δημιούργημα του Γιώργου Κυπριανίδη στα μέσα του 80, στην Ισαύρων, λειτούργησε ως τόπος συνεύρεσης με σπάνιους τίτλους βιβλίων και περιοδικών. Με ατμόσφαιρα φιλολογικού καφενείου, συγκέντρωσε όλο τον πνευματικό κόσμο της πόλης.
Ο Παρατηρητής
Στην οδό Κορομηλά αποτέλεσε το πιο ζωντανό φιλολογικό στέκι της πόλης. Ο χώρος που καθιέρωσε τις βιβλιοπαρουσιάσεις και τις συζητήσεις με λογοτέχνες, φιλοξενούσε συχνά εκπομπές του Ράδιο-Παρατηρητής και εκδηλώσεις με μουσική.
Το Κατώι του βιβλίου

Υπήρξε αναμφισβήτητα το πιο καλτ βιβλιοπωλείο της πόλης. Πίσω από το γραφείο απέναντι από την πόρτα ο Μανώλης Μπαρμπουνάκης με τους παπαγάλους του, κυρίως τον Κάρλος και τις γάτες του, σε υποδέχονταν σε μια υπέροχη σουρεαλιστική ατμόσφαιρα στο υπόγειο της Αριστοτέλους. Τόνοι βιβλίων σε δεκάδες χώρους και οι άνθρωποι του πάντα να γνωρίζουν που ακριβώς βρίσκεται τι, που εσύ ήταν αδύνατον να βρεις μόνος. Άνοιξε το 1981 και ο ιδρυτής του έφυγε το 2010. Στους τοίχους πολλές φώτο με σταρ, πολιτικούς και κυρίως τη Μελίνα!

Το βιβλιοπωλείο του Κοτζιά
Ανάμεσα στα βιβλιοπωλεία που άφησαν έντονο αποτύπωμα στην πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης ήταν και το βιβλιοπωλείο Κοτζιά που έκλεισε το 1988.
Ο Θανάσης Καραβάτος έγραφε σχετικά στο ΑΝΤΙ Β’, τεύχος 376 τον Ιούνιο του 1988.
Το βιβλιοπωλείο «Κοτζιά», ένα από τα πιο καλά της Θεσσαλονίκης έκλεισε τις μέρες αυτές. Το βιβλιοπωλείο «Κοτζιά» ήταν κάτι περισσότερο από ένα μαγαζί που απλώς διακινούσε βιβλία – από την πρώτη μέρα που άνοιξε ήταν το «στέκι» των βιβλιόφιλων της Θεσσαλονίκης που από κει περνούσαν για να ενημερωθούν, να διαβάσουν τον ελληνικό και ξένο Τύπο, να συναντήσουν τους φίλους τους. Κι όμως αυτή η ζωντανή κυψέλη πνευματικής ζωής παύει να λειτουργεί γιατί δεν μπόρεσε να αντέξει το υπερβολικό ενοίκιο της οδού Τσιμισκή. Το σημείωμα ενός φίλου που κράτησε την ανωνυμία του καταγράφει με τον «πρέποντα» σαρκασμό το «συμβάν».
[…]
Βάση λοιπόν αυτών των δεδομένων, η «έξωση» του βιβλιοπωλείου «Κοτζιά» από το κέντρο της Θεσσαλονίκης —πώς να εναρμονήσεις το ενοίκιο με τα γύρω φασφουντάδικα, τράπεζες, μπουτίκ κλπ. πουλώντας (κάτι περισσότερο) βιβλία— φαίνεται να μην είναι τόσο αρνητικό γεγονός καθώς, κατά την σήμερον επικρατούσα λογική, θα συμβάλλει στην αυτορϋθμιση του συστήματος.
Μια πλευρά της Θεσσαλονίκης που έχει χαθεί
Πριν από λίγες εβδομάδες ο Πάνος Κοσμόπουλος σε άρθρο του στην parallaxi μοιράζονταν με νοσταλγικό τρόπο τις δικές του αναμνήσεις από τα αγαπημένα αυτά στέκια της Θεσσαλονίκης.
Πρώτα λοιπόν έκλεισε ο Σαμούχος. Στη θέση του άνοιξε μπουτίκ. Εκεί το πρωινό του Σαββάτου περιλάμβανε την ενημέρωση στα ξένα βιβλία και περιοδικά. Και ξαφνικά άνθρωποι και χώρος δια- λύθηκαν: το βιβλίο δεν είναι προϊόν για την καταναλωτική κοινωνία… μετά έκλεισε του Κοτζιά. Εκεί ξενυχτούσαμε τα σαββατόβραδα. Χάρη στην αστεία άδεια για ΠΡΟΠΟ, που επέτρεπε να μένει ανοικτά ως αργά την νύχτα συναντούσαμε όλους τους φίλους και γνωστούς κι ενημερωνόμασταν και για τα καινούρια βιβλία, αλλά και για όσα δεν γραφόντουσαν. Εκεί ξενυχτούσαμε τα Σαββατόβραδα, κι από ‘κει πηγαίναμε στον πάγκο με τις εφημερίδες, Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας για τις Κυριακάτικες εκδόσεις… Μετά κι εκεί μπουτίκ.
Στην συνέχεια, κι ο Ραγιάς διώχτηκε από την Τσιμισκή. Σημεία των καιρών. Στο καινούριο του υπόγειο, υπήρχε ένα φιλόξενο τραπεζάκι, που όμως ποτέ δεν αντικατέστησε τον μικρό γραφικό πάγκο του παλιού μαγαζιού, που χώραγε ταυτόχρονα κουβέντα, ταμείο, καφέδες, βιβλία, περιοδικά, καημούς και συμβουλές.
Το φιλόξενο πατάρι του Μόλχο και το υπόγειο του Μπαρμπουνάκη αντιστάθηκαν κι άλλο, προσθέτοντας κι άλλες αναμνήσεις…
Κι εκεί συναντήσεις, και συζητήσεις για όλα τα θέματα. Ο Μαλλιάρης, η Πρωτοπορία, ο Κωνσταντινίδης, κρατάνε ακόμη. Προστέθηκε και το υπόγειο του Ιανού.
Στην συνέχεια ο “Προμηθέας” κατέβηκε στην Διαγώνιο, άνοιξε ο “Παπασωτηρίου”, και σαν διάττοντας εμφανίστηκε για ένα διάστημα κι ο “Ελευθερουδάκης”. Πάνε κι αυτά. Όμως σπάνια πια συναντούσες τους παλιούς γνώριμους να ξεφυλλίζουν και να συζητούν.




