Rana Bishara: Ο κάκτος που τρυπά το πέπλο της λήθης
Η Παλαιστίνια καλλιτέχνις των πολλαπλών μέσων, μιλάει στην Parallaxi με αφορμή την έκθεση «All eyes on Palestine» που φιλοξενείται στην Αθήνα
Τον Οκτώβριο του 2025 στη Λεμεσό, παρακολουθώντας τη long durational performance «Slips away from you» των Πέτρου Κονναρή και Belinda Παπαβασιλείου, το βλέμμα παρέμενε καρφωμένο σε δύο σώματα που σχετίζονταν με τα βράχια μέχρι τη δύση του ήλιου. Κάποια στιγμή, η γεωγραφία απέκτησε μια άλλη υπόσταση στη συνείδηση μου: ο ορίζοντας της Κύπρου δεν ήταν το τέλος του κόσμου, αλλά η αρχή μιας τραγωδίας που εξελισσόταν λίγο πιο κει.
Σε μια επιστολή προς τους δημιουργούς εκείνης της performance, έγραφα για το «Σύνδρομο της χοντρής πέτσας», αυτή την παράξενη αρρώστια του σύγχρονου ανθρώπου που αναπτύσσει μια αναισθησία, μια πέτσα χοντρή όπου πάνω της κάθε συναίσθημα εξατμίζεται.
Αναρωτιόμουν για εκείνον τον μάταιο, σχεδόν παράλογο τρόπο που επιστρατεύουμε τη λογική μας, μετρώντας βήμα-βήμα την απόσταση πάνω στο νερό, για να καταφέρουμε να αγγίξουμε έναν ορίζοντα που φλέγεται. Είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην άνεση της δικής του θέσης και την άβυσσο του πόνου που συμβαίνει ακριβώς εκεί που τελειώνει το βλέμμα του.
Μια μέτρηση που σπάνια επιτυγχάνει, γιατί η θάλασσα δεν καλύπτεται με βήματα.
Όταν συνομίλησα με την Παλαιστίνια εικαστικό και performer Rana Bishara, με αφορμή την έκθεση «All eyes on Palestine», της διηγήθηκα αυτή ακριβώς την παρατήρηση. Της μίλησα για τον ορίζοντα της Λεμεσού και για το πώς το βλέμμα ενεργοποιείται όταν συνειδητοποιείς τι συμβαίνει λίγα μόλις μίλια μακριά. Εκείνη με άκουσε προσεκτικά και η απάντησή της ήταν μια βαριά, αναπόδραστη αλήθεια που έθεσε το στίγμα ολόκληρης της συζήτησής μας:
«Πέρα από τον ορίζοντα, συντελείται μια γενοκτονία, ένα ολοκαύτωμα»
Με αυτά τα λόγια, μετέφερε το κέντρο του βάρους από την αισθητική διαπίστωση στην ωμή πραγματικότητα. Για εκείνη, η τέχνη δεν είναι μια επιλογή, αλλά μια επιτακτική πράξη αντίστασης απέναντι σε μια κατοχή που μετρά οκτώ δεκαετίες και η οποία, τα τελευταία δύο χρόνια, έχει μετατραπεί σε μια κόλαση αδιάκοπης βίας και περιορισμών.
Μέσα από το σώμα της, το οποίο λειτουργεί ως ζωντανό αρχείο μνήμης, η καλλιτέχνιδα συνδέει την προσωπική τραγωδία του χαμού του υιοθετημένου γιου της, Halil, με το συλλογικό τραύμα της Nakba. Χρησιμοποιώντας υλικά με βαθιά σημειολογία, τη γάζα (που ιστορικά έλκει το όνομά της από την ίδια τη Γάζα) και τη χέννα που παραδοσιακά εξαγνίζει τα σώματα των μαρτύρων, η Bishara υφαίνει έναν ιστό ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.
Η περφόρμανς της «Body Rage» αποτέλεσε την αφετηρία για την έκθεση «All Eyes on Palestine», η οποία φιλοξενείται στο νεοκλασικό της οδού Καρόρη 15 & Βορέου 4 στο Μοναστηράκι. Μέσα από τα έργα 20 Παλαιστινίων καλλιτεχνών που ζουν στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και τη διασπορά, η έκθεση αναδεικνύει την τέχνη ως πράξη αντίστασης.
Για όσους βρίσκονται στην Αθήνα, είναι μια μοναδική ευκαιρία να περιηγηθούν σε αυτή τη συλλογική έκθεση καθώς ολοκληρώνεται στις 25 Ιανουαρίου 2026. Το κοινό μπορεί να την επισκεφθεί καθημερινά (εκτός Δευτέρας-Τρίτης) με ελεύθερη είσοδο, ενώ για τις τελευταίες ημέρες έχουν προγραμματιστεί ειδικές συζητήσεις και ξεναγήσεις από τις επιμελήτριες.
Η παρουσία της στην Αθήνα αποτέλεσε μια υπενθύμιση πως η παλαιστινιακή ταυτότητα μοιάζει με τον κάκτο (Sabr): είναι μια υπομονή που «αγκαθώνει» και πονάει, αλλά αρνείται να ξεριζωθεί, παραμένοντας το μόνο ζωντανό ίχνος των ισοπεδωμένων χωριών κάτω από τα ξένα πεύκα που φυτεύτηκαν για να κρύψουν το έγκλημα. Σε μια εποχή που οι αριθμοί των νεκρών αντιμετωπίζονται με κυνική στατιστική, η Bishara μετατρέπει το σώμα της σε μια κραυγή ενάντια στη λήθη.
Για τη Rana, η γενοκτονία στη Γάζα δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά η κλιμάκωση μιας κόλασης οκτώ δεκαετιών. «Ξεχνούν τα 80 χρόνια κατοχής», λέει με έμφαση, συνδέοντας τον σημερινό όλεθρο με τη Nakba του 1948, όταν ο 17χρονος τότε πατέρας της έβλεπε το χωριό του, την Tarshiha, να ισοπεδώνεται.

Κεντρικό σύμβολο αυτής της ιστορικής συνέχειας είναι το «Γυάλινο Βιβλίο» (Glass book) της, ένα έργο που καταγράφει τα 531 κατεστραμμένα παλαιστινιακά χωριά και πόλεις.
Επιλέγει το γυαλί: «γιατί είναι εύθραυστο και κανείς δεν μιλάει πια γι’ αυτό». Για την Bishara, το έργο αυτό παραμένει οδυνηρά επίκαιρο, καθώς κάθε φορά που ο κόσμος ελπίζει στο τέλος των θηριωδιών, «ανακαλύπτεις ότι έρχονται όλο και περισσότερα».
Καταγγέλλοντας τη συνένοχη στάση των παγκόσμιων ηγετών, η καλλιτέχνις συνδέει το γυάλινο σώμα του βιβλίου της με την προσπάθεια να σβηστεί το όνομα της Παλαιστίνης ακόμα και από τα σχολικά εγχειρίδια: «Θέλουν να διαγράψουν εσένα και οτιδήποτε έχει να κάνει με τη μνήμη σου». Με το βλέμμα στους χιλιάδες νεκρούς, τονίζει πως η κατάσταση μοιάζει με το υλικό των έργων της: «Ή σπας το γυαλί και λύνεις το πρόβλημα — ή θα παραμείνει έτσι, εύθραυστο. Πρέπει να το θρυμματίσεις, δεν υπάρχει άλλη επιλογή».
Ζει και δημιουργεί στην ιστορική περιοχή της Γαλιλαίας, στο βόρειο τμήμα της Παλαιστίνης (εντός του κράτους του Ισραήλ),στα σύνορα του Λιβάνου. Η Γαλιλαία είναι μια περιοχή με ορεινό ανάγλυφο, γεμάτη ελαιώνες και κοιλάδες, η οποία παρά την εθνοκάθαρση του 1948, διατήρησε έναν σημαντικό παλαιστινιακό πληθυσμό που αρνήθηκε να εγκαταλείψει τις εστίες του.
Το χωριό της, η Tarshiha, αποτελεί ένα εμβληματικό παράδειγμα: αν και κατελήφθη τον Οκτώβριο του 1948, οι κάτοικοί του παρέμειναν ριζωμένοι εκεί, δημιουργώντας μια νησίδα παλαιστινιακής ταυτότητας μέσα σε ένα περιβάλλον που μεταμορφωνόταν ραγδαία από τους εποικισμούς.
Πριν μιλήσει για τη μορφολογία του εδάφους και το πώς αυτή σχετίζεται με το έργο της, μιλά για το καθεστώς μιας «κατ’ οίκον περιορισμένης» ταυτότητας. Περιγράφει την πραγματικότητα των Παλαιστινίων που παρέμειναν στα εδάφη που σήμερα ονομάζονται Ισραήλ — άνθρωποι που, ενώ κατέχουν την ισραηλινή υπηκοότητα για γραφειοκρατικούς λόγους, αισθάνονται «Παλαιστίνιοι στο αίμα και σε όλα τα άλλα».
Σήμερα, οι Παλαιστίνιοι που ζουν εντός του Ισραήλ (συχνά αναφερόμενοι ως «Άραβες πολίτες του Ισραήλ» ή «Παλαιστίνιοι του ’48») αριθμούν περίπου 1,9 εκατομμύρια ανθρώπους. Αποτελούν το 21% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Παρά το γεγονός ότι αποτελούν το ένα πέμπτο του πληθυσμού, η Bishara υπογραμμίζει την πολιτική τους περιθωριοποίηση:
«Είμαστε εκατομμύρια εκεί… ζούμε στα χωριά μας αλλά είμαστε περικυκλωμένοι. Είμαστε ναι μεν “πολίτες”, αλλά ίσως τρίτης ή τέταρτης κατηγορίας. Το να φέρεις ένα ισραηλινό διαβατήριο είναι απλώς μια γραφειοκρατική ανάγκη, δεν σου εξασφαλίζει δικαιώματα ούτε προστασία».
Η λέξη Sabr στα αραβικά σημαίνει ταυτόχρονα «κάκτος» και «υπομονή». Αυτή η διπλή έννοια αποτελεί τον πυρήνα της φιλοσοφίας της:
Η «Διατηρημένη» υπομονή είναι ένα από τα έργα της όπου έκοψε κομμάτια κάκτου και τα έβαλε σε βάζα, σαν τουρσί, για να τα συντηρήσει. «Παστώνω την υπομονή μας, γιατί υπήρξαμε υπερβολικά υπομονετικοί για την υπόθεσή μας», λέει χαρακτηριστικά.

«Όπου βλέπετε κάκτους να μεγαλώνουν, θα ξέρετε ότι εκεί υπήρχε ένα αραβικό, παλαιστινιακό χωριό», εξηγεί.
Οι κάκτοι είναι το μόνο ίχνος που απέμεινε από τους οικισμούς που κατεδαφίστηκαν και εκκενώθηκαν. Η Rana περιγράφει μια συστηματική προσπάθεια αλλοίωσης της μορφολογίας του εδάφους: «Προκειμένου να καλύψουν το έγκλημά τους, φύτεψαν πεύκα —τα οποία δεν ανήκουν στη γεωγραφία μας— και ξερίζωσαν τους κάκτους. Όπου βρεις έναν κάκτο περικυκλωμένο από πεύκα, ξέρεις ότι εκεί βρισκόταν ένα χωριό».
Αυτή η βοτανική γενοκτονία συνδέεται άρρηκτα με την προσπάθεια διαγραφής της ιστορίας που ανέφερε στο «Γυάλινο Βιβλίο». Όπως τα πεύκα επιχειρούν να πνίξουν τους κάκτους, έτσι και η κυρίαρχη αφήγηση προσπαθεί να πνίξει τη μνήμη της Nakba. Όμως, για τη Rana, η φύση, όπως και η τέχνη, έχει τον δικό της τρόπο να αποκαλύπτει την αλήθεια κάτω από τα ξένα δέντρα.
Ο κάκτος πονάει, αλλά ακόμα κι αν μείνει ένα μικρό κομμάτι του στη γη, θα μεγαλώσει ξανά. Είναι ανθεκτικός και αυτό είναι για εκείνη το σύμβολο της αντίστασης: «Να παραμένουμε στη γη μας και να αντιστεκόμαστε για να υπάρξουμε».
Η ιστορία της παλαιστινιακής αντίστασης στην τέχνη είναι μια ιστορία διαρκούς εφευρετικότητας απέναντι στη λογοκρισία. Για δεκαετίες, η απαγόρευση των χρωμάτων της παλαιστινιακής σημαίας (κόκκινο, μαύρο, λευκό, πράσινο) ανάγκασε τους καλλιτέχνες να επιστρατεύσουν σύμβολα όπως το καρπούζι. Όμως, για τη Rana Bishara, η εποχή της σιωπηλής αναπαράστασης έχει παρέλθει. Η βιαιότητα των τελευταίων ετών απαιτεί κάτι πιο άμεσο, πιο ωμό.
«Η performance προέκυψε φυσικά, ως μέρος της αντίστασής μου», μου εξηγεί. «Το σώμα μου θέλει να είναι εκεί, με όλη του την ενέργεια και τον πόνο. Είμαστε κορεσμένοι από αυτόν τον πόνο, κουβαλάμε όλα αυτά τα πράγματα μέσα στο σώμα μας».
Η μεταφορά της τέχνης από το εργαστήριο στον δρόμο και, συγκεκριμένα, έξω από τις πύλες των φυλακών, είναι μια πράξη επιβίωσης. Εκεί, μπροστά στα «σφαγεία» —όπως αποκαλεί τις ισραηλινές φυλακές— το σώμα της γίνεται η απάντηση στον σαδισμό της κατοχής.
«Αισθάνθηκα την ανάγκη να βγω έξω στον δρόμο. Παρόλο που τα τελευταία δύο χρόνια παλεύουμε για να σταθούμε εκεί, καθώς μας περιορίζουν, μας χτυπούν, μας συλλαμβάνουν. Έχω συλληφθεί δύο φορές κατά τη διάρκεια των performances που έκανα μπροστά από τις φυλακές. Η performance μου είναι η απάντηση στη μοχθηρία τους»

Αυτή η σωματική μνήμη του δρόμου, του ξυλοδαρμού και της σύλληψης, μεταφέρθηκε αυτούσια στην Αθήνα, στην έκθεση «All Eyes on Palestine». Εκεί, η Bishara κλήθηκε να μεταφράσει την ενέργεια του δρόμου μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας γκαλερί. Ήταν μια επώδυνη διαδικασία: «Το σώμα μου πονάει πραγματικά, δεν ένιωσα ποτέ ξανά έτσι. Μετέφερα χρόνια πόνου και ταλαιπωρίας μέσα από την κίνηση».
Στην Αθήνα, το σώμα της δεν ήταν απλώς το εργαλείο μιας καλλιτέχνιδας, αλλά ένας ζωντανός χάρτης που συνέδεε τη Γαλιλαία με τη Γάζα, και τον δρόμο με την γκαλερί. Κάθε της κίνηση ήταν μια επιβεβαίωση ύπαρξης: «Κάνω αυτές τις performances για να εκφραστώ, επειδή είμαι ζωντανή. Έχουμε μακρά ιστορία αγώνα, αλλά οι καρδιές μας χτυπούν ακόμα. Δεν μπορούν να μας σβήσουν».

Πίσω από την performer Rana Bishara, κρύβεται μια γυναίκα που υιοθέτησε τον πόνο των παιδιών της Γάζας ως δικό της. «Υιοθέτησα δύο παιδιά», μου εξομολογείται, περιγράφοντας πώς το 2000, ενώ μάζευε άμμο από τις ακτές της Γάζας για να φτιάξει συμβολικές βάρκες επιστροφής, συνάντησε ένα 11χρονο αγόρι. Όταν το ρώτησε τι θα ήθελε να φέρει μια βάρκα για εκείνον, η απάντηση ήταν μια γροθιά, καθώς εκείνο απάντησε «όπλα».
Όμως η πιο βαθιά πληγή της ακούει στο όνομα Χαλίλ. Τον γνώρισε στη Δυτική Όχθη, ένα μόνο αγόρι από τη Γάζα που αναζητούσε θεραπεία. Τον φρόντισε σαν δικό της παιδί, τον είδε να παντρεύεται, να κάνει οικογένεια. Λίγους μήνες πριν, ο Χαλίλ σκοτώθηκε. Το σώμα του απήχθη από τις ισραηλινές δυνάμεις και η Rana είδε τη φωτογραφία του με ένα Κοράνι στο χέρι.
«Έχασα έναν από τους γιους μου. Δεν μπορούσα καν να μιλήσω γι’ αυτό»
Αυτή η βουβή οδύνη έγινε η κραυγή της performance της. Σε όλη τη διάρκεια της δράσης, καλούσε το όνομά του: «Χαλίλ, Χαλίλ». Μια επίκληση σε έναν γιο που δεν είδε ποτέ το τρίτο του παιδί, το οποίο γεννήθηκε στην εξορία ενώ η σύζυγός του έδινε μάχη με τον καρκίνο.
Για να αποδώσει τιμή στον Χαλίλ και στους χιλιάδες μάρτυρες, η Bishara χρησιμοποίησε υλικά με πανάρχαιους συμβολισμούς. Τυλίχθηκε με γάζα, υπενθυμίζοντας μια ιστορική αλήθεια που συχνά λησμονιέται: «Η λέξη γάζα προέρχεται από τη Γάζα, εκεί παρήχθη για πρώτη φορά αυτό το ύφασμα των πληγών». Για εκείνη, το μακρύ αυτό λευκό ύφασμα είναι ο επίδεσμος των τραυμάτων που κουβαλάει μέσα της από τη σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα το 1982, όταν έντεκα χρονών κορίτσι έβλεπε τα φέρετρα να παρελαύνουν στο χωριό της.
Παράλληλα, έπλυνε το πρόσωπο και τα χέρια της με χέννα, το γήινο υλικό που στην παλαιστινιακή κουλτούρα καθαγιάζει τους νεκρούς. «Στις παλιές μέρες συνήθιζαν να πλένουν τους μάρτυρες με χέννα για να εξαγνίσουν το σώμα τους. Τους αφήνουν με τις πληγές τους, αλλά τους εξαγνίζουν με τη χέννα». Χρησιμοποιώντας το βαθύ πράσινο και το αιμάτινο καφέ της χέννας, η Rana μετέτρεψε το σώμα της σε έναν βωμό μνήμης.
«Η τέχνη είναι μια κραυγή μπροστά σε όλη αυτή την αδικία. Κάθε φορά που νομίζουμε ότι αυτό το ολοκαύτωμα θα τελειώσει, ανακαλύπτουμε ότι έρχονται περισσότερα. Νιώθω τόσο τραυματισμένη που δεν μπορώ καν να αγγίξω τα πινέλα μου πια. Η performance είναι ο μόνος τρόπος να μιλήσω».
Στην καρδιά της Αθήνας, η Rana Bishara δεν παρουσίασε απλώς ένα έργο, μοιράστηκε ένα πένθος που αρνείται να γίνει άλλος ένα προστιθέμενος αριθμός στα στατιστικά της γενοκτονίας. Όπως λέει η ίδια, το γεγονός ότι οι άνθρωποι στην γκαλερί έκλαιγαν μαζί της ήταν η μεγαλύτερη δικαίωση: «Τη στιγμή που στάθηκαν εκεί και συνειδητοποίησαν ότι είναι άνθρωποι, αυτό ήταν το πιο σημαντικό πράγμα».
Με την παρουσία και την έκθεση «All Eyes on Palestine», η οποία ολοκληρώνεται στις 25 Ιανουαρίου 2026, προκύπτει μια υπενθύμιση ότι η παλαιστινιακή ταυτότητα παραμένει μια ενεργή πολιτική διεκδίκηση.
Πριν από δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων στη Βηθλεέμ, η καλλιτέχνις είχε συμπυκνώσει αυτή τη συνθήκη σε μια ισχυρή εικόνα: έναν μπρούτζινο Ιησού τοποθετημένο μέσα σε μια θερμοκοιτίδα.
Για την Bishara, ο Ιησούς αποτελεί ένα ιστορικό σύμβολο της παλαιστινιακής καταγωγής και το έργο αυτό μεταφέρει το ζήτημα της επιβίωσης από το θρησκευτικό στο βιοπολιτικό επίπεδο. Η θερμοκοιτίδα δεν είναι απλώς ένα ιατρικό μέσο, αλλά μια μεταφορά για την κατάσταση «τεχνητής υποστήριξης» στην οποία έχει περιέλθει ολόκληρη η περιοχή λόγω του αποκλεισμού. «Είμαστε Παλαιστίνιοι στο αίμα και σε όλα τα άλλα», δηλώνει, τονίζοντας πως παρά την κατοχή, η παρουσία τους παραμένει μια σταθερά που αρνείται να εκλείψει.
Αυτή η άρνηση του αφανισμού δεν αφορά μόνο την Bishara. Η έκθεση στην οδό Καρόρη 15 συγκεντρώνει τα έργα 20 Παλαιστινίων καλλιτεχνών από τη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και τη διασπορά, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη αποτελεί ένα συλλογικό οχυρό. Κάθε δημιουργός, μέσα από το δικό του μέσο, καταθέτει μια διαφορετική πτυχή της ίδιας ιστορίας, μετατρέποντας την γκαλερί σε έναν χώρο όπου η μνήμη αντιστέκεται στη στατιστική των αριθμών.
Σε έναν κόσμο που συνηθίζει να παρατηρεί την τραγωδία από την ασφάλεια του ορίζοντα, το έργα της Rana στέκονται ως υλικές αποδείξεις μιας ιστορίας που δεν μπορεί πλέον να παραμείνει στη σκιά.


