Κινηματογράφος

Είδαμε το «Κλασικό Αριστούργημα» και ο Ρένος Χαραλαμπίδης μας μίλησε για το μεγαλύτερο κινηματογραφικό του ρίσκο

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης μιλά στην Parallaxi για το νέο κινηματογραφικό του πείραμα, το κοινό της Θεσσαλονίκης, την επιτυχία που γνώρισαν τα Φτηνά Τσιγάρα και τον κινηματογράφο σήμερα

Parallaxi
είδαμε-το-κλασικό-αριστούργημα-και-1475212
Parallaxi

Επιμέλεια κειμένου, συνέντευξη: Χρυσάνθη Αρχοντίδου, Αντώνιο Παντέλη | Κεντρική εικόνα: Λάμπρος Ρουμελιωτάκης 

Για τον Ρένο Χαραλαμπίδη, το σινεμά είναι ρίσκο ή τίποτα. 

Το μεγαλύτερο κινηματογραφικό του ρίσκο πήρε ο σκηνοθέτης και ηθοποιός με τη νέα του ταινία, το «Κλασικό Αριστούργημα», θέλοντας να ξανανιώσει την ανατριχίλα του κινδύνου.

Ένα βράδυ του Μάη βρεθήκαμε στο στέκι μας, το αγαπημένο μας θερινό στην πόλη, τον Απόλλωνα, για να παρακολουθήσουμε μία ταινία, για την οποία το μόνο που ξέραμε ήταν ο τίτλος της και τίποτα άλλο. Εμείς και όλος ο υπόλοιπος κόσμος που γέμισε τις σκηνοθετικές καρέκλες του σινεμά, είχαμε την ίδια απορία: «Τι ακριβώς θα δούμε;». 

Τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του «No Budget Story», ο σκηνοθέτης κάνει ένα κινηματογραφικό πείραμα, που όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί. Προβάλλει την ταινία πειραματικά για πρώτη φορά στο κοινό της Θεσσαλονίκης, με σκοπό να καταγράψει από εντυπώσεις μέχρι και… σημειώσεις από το κοινό, για να βελτιώσει την ταινία μέχρι την επίσημη πρεμιέρα της τον Νοέμβριο, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Το κοινό της Θεσσαλονίκης αγκάλιασε το πείραμά του, όπως αγκαλιάζει τον ίδιο κάθε καλοκαίρι, με τα συνεχόμενα sold out σε όλες τις προβολές των Φτηνών Τσιγάρων. Μία τέτοια προβολή θύμιζε και αυτή του Κλασικού Αριστουργήματος. Από νέα ζευγάρια που αντάλλαξαν ένα φιλί πριν ξεκινήσει η προβολή, μέχρι φίλους που έδωσαν ραντεβού έξω από το σινεμά και γελούσαν μεταξύ τους στην ουρά για τις μπύρες και έναν μπαμπά που ακούσαμε να λέει: «θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα τα Φτηνά Τσιγάρα – ήταν η μέρα που γεννήθηκε η κόρη μου». 

Για τον Ρένο, το Κλασικό Αριστούργημα αποτελεί «μία τρυφερή εξομολόγηση προς τους παλιούς μας εαυτούς που έχουμε προδώσει, αλλά αυτοί συνεχίζουν να μας συγχωρούν». Για εμάς, η ταινία αποτέλεσε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων, νοσταλγίας, ερωτισμού και γέλιου, έντονες στιγμές που προσπαθούν να ενώσουν με κάθε δυνατό τρόπο το παρελθόν με το παρόν, υπενθυμίζοντάς μας όμως πως οι άνθρωποι συνεχώς αλλάζουμε και ποτέ δεν μένουμε ίδιοι.

Συναντήσαμε τον Ρένο σε ένα από τα αγαπημένα του μέρη της πόλης, εκεί όπου βλέπεις να σκάει το κύμα του Θερμαϊκού και μας μίλησε για το νέο του έργο, τον κινηματογράφο στην Ελλάδα σήμερα, την επιτυχία των Φτηνών Τσιγάρων, το κινηματογραφικό κοινό της Θεσσαλονίκης που τον κάνει να νιώθει πως εδώ έχει ένα σπίτι αλλά και… το καρναβάλι της ζωής. 

Τι είδαμε στο Κλασικό Αριστούργημα; 

«Είδατε ένα σύνολο από παλιές ημερολογιακές σημειώσεις, ένα χειρόγραφο. Ένα ξεχασμένο χειρόγραφο στο πατάρι του πατρικού μου, το οποίο όταν έπιασα ξανά, είχε την αυθεντικότητα του. Πολλές φορές όμως ένα χειρόγραφο είναι δυσανάγνωστο – πόσο μάλλον όταν αυτές οι σημειώσεις είναι πριν από 30 χρόνια και θέλουν να μιλήσουν με το σήμερα.

Στην πραγματικότητα, το Κλασικό Αριστούργημα είναι η ιστορία ενός ώριμου άνδρα που βρίσκει ένα παλιό του εαυτό μέσα από σημειώσεις μιας άλλης εποχής ». 

Πότε γεννήθηκε αυτή η ιδέα, πώς προέκυψε το Κλασικό Αριστούργημα; 

«Δεν μου αρέσει να είμαι πολύ ειλικρινής σε αυτή την ερώτηση, γιατί δεν με πιστεύει κανένας. Αλλά με τον κίνδυνο του να θεωρηθώ ψεύτης, θα το πω.

Το 1996 τράβηξα το No Budget Story. Όταν τέλειωσε, είχα πολύ υλικό που δεν έβαλα και σκεφτόμουν: «Ρένο, δεν το βάζεις στο πατάρι των γονιών σου; Γιατί μπορεί κάποτε μετά από τριάντα χρόνια να κάνεις τη συνέχεια». Έτσι λοιπόν και έγινε. Πέρασαν τριάντα χρόνια, οι γονείς μου «κοιμήθηκαν» και όταν καθάριζα το πατάρι του πατρικού μου, τις βρήκα και θυμήθηκα τις παλιές μου σκέψεις, αυτές του 25χρονου Ρένου». 

Πώς ένιωσες όταν έπιασες στα χέρια σου τις σημειώσεις; Τι σκέφτηκες;

«Ξένος. Ένιωθα πως όλα αυτά γράφτηκαν από έναν άνθρωπο που είχα να συναντήσω πολλά χρόνια. Κάθε δεκαετία έχω έναν άλλον εαυτό, αυτός των 20 μου στέλνει χαιρετίσματα από άλλες εποχές. Οφείλω να ομολογήσω πως υπήρξε μια όμορφη συγκίνηση και μια εκτίμηση σε έναν εαυτό που δεν εκτιμούσα και πολύ γιατί ήμουν γεμάτος ανασφάλειες τότε. Σήμερα αναρωτιέμαι πόσο ανόητος ήμουν…». 

Πώς αντέδρασαν οι ηθοποιοί της ταινίας όταν τους είπες το πλάνο σου;  

«Αρχικά ευτυχώς ζουν όλοι και κατευθείαν μου είπαν «ναι». Οι ηθοποιοί της ταινίας περιμένουν να την δούνε για να καταλάβουν τι συνέβη ακριβώς. Είναι φίλοι μου και χαίρω της εκτίμησής τους που δεν με ρωτήσαν τίποτα. Το μόνο που μου είπανε ήταν «ερχόμαστε στο γύρισμα».

Κάπου εδώ, θεωρώ τον εαυτό μου καταξιωμένο γιατί τέτοιοι ωραίοι άνθρωποι και ηθοποιοί, με εμπιστεύτηκαν κατευθείαν». 

Γιατί δοκιμαστική προβολή; 

«Η πραγματική πρεμιέρα θα συμβεί το Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και θέλω πραγματικά να τους ευχαριστήσω για αυτό, γιατί έχουμε συμφωνήσει να ολοκληρωθεί πρώτα η ταινία τεχνικά, ακουστικά, χρωματικά και σε ό,τι αφορά το μοντάζ και μετά να κυκλοφορήσει οριστικά.

Εγώ σκεφτόμουν, «αφού έχω τον κόσμο που με αγαπάει και τις αίθουσες τα καλοκαίρια γιατί να μη δείξω την ταινία μου και να τσιμπήσω ωραίες ιδέες από το κοινό;».  Γιατί πραγματικά μου δίνουν ωραίες ιδέες και με μπορώ να δω τα λάθη μου. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα – ούτε στον κόσμο – να δείχνεις στο κοινό έναν κύκλο προβολών και να υπάρχει μια διαδραστικότητα. Έτσι θεώρησα πως έχω μια σπάνια ευκαιρία για να το κάνω και μάλιστα χωρίς να αποκαλύπτω τίποτα για την ταινία». 

Το feedback που θα πάρεις από τον κόσμο σκοπεύεις να το χρησιμοποιήσεις όντως και να αλλάξεις πράγματα στην ταινία; 

«Ήδη ένας νεαρός εντόπισε ένα λάθος… ντράπηκα! Υπάρχουν κάποια λάθη όπως αυτό που δεν διορθώνεται, μερικά όμως διορθώνονται. Μου έγιναν ωραίες εικαστικές παρατηρήσεις αλλά και στο voice-over, την αφήγηση που όντως, θα διορθωθούν». 

Γιατί στη Θεσσαλονίκη;

«30 χρόνια πριν γυρίζω το No Budget Story και το προβάλλω στο Φεστιβάλ. Η πρώτη φορά που κάποιο κοινό είδε ταινία μου, ήταν στη Θεσσαλονίκη. Με λάτρεψαν και με έκαναν να νιώσω πως εδώ υπάρχει ένα σπίτι, που όποτε και αν γυρίσω, θα με αποδεχτούν. Οφείλω ηθικά, σε μια ταινία που βασίζεται στην εμπειρία του 1997 οι πρώτες προβολές και οι πρώτες εντυπώσεις να γίνουν στο κινηματογραφικό κοινό της Θεσσαλονίκης. Έχω ένα ηθικό χρέος απέναντι τους». 

Γιατί επέλεξες οι προβολές να γίνουν στο θερινό Απόλλων; 

«Ο Απόλλων πριν δεκαετίες ανακάλυψε τα Φτηνά Τσιγάρα και αξίζει να σημειωθεί πως βοήθησε στην ανοδική πορεία της ταινίας. Αν δεν υπήρχε η Ιωάννα Ράππου να ρισκάρει στην προβολή των Φτηνών Τσιγάρων τόσο πολύ, δεν θα είχαν επιστρέψει ποτέ.

Έτσι, έχω ένα συναισθηματικό δέσιμο με τον Απόλλωνα, τους εμπιστεύομαι και με εμπιστεύονται και αυτό είναι αρκετό. Θεωρώ πως είναι ένα κομψοτέχνημα των θερινών σινεμά και πολύ σύντομα θα γίνει τουριστικός προορισμός. Για παράδειγμα στην πρεμιέρα ήρθαν άνθρωποι από την Αθήνα. Ελπίζω μόνο να μην έχει προβλήματα στο μέλλον με κατεδαφίσεις και άλλα τέτοια». 

Πριν λίγους μήνες κινδύνεψε ο Απόλλων… πώς το βίωσες εσύ; 

«Ένιωσα πως πήγαν να μου γκρεμίσουν το σπίτι. Ο Απόλλων είναι ένα σημείο αναφοράς για τη Θεσσαλονίκη. Όπως και το Βακούρα γιατί αξίζει να το τιμήσουμε γιατί τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να παίζει πάλι ταινίες σε φιλμ.

Η πρώτη ταινία που προβλήθηκε σε φιλμ, ήταν τα Φτηνά Τσιγάρα και αυτά έκαναν την επιστροφή στα φιλμ στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου». 

Στην καινούργια σου ταινία, το φιλμ έχει σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο. Τι σημαίνει το φιλμ για εσένα; 

«Το φιλμ είναι το υλικό των ονείρων και μπορείς να πιάσεις με τα δάχτυλά σου ένα όνειρο. Στην ψηφιακή εποχή η ύλη έχει εξαφανιστεί και έχει διαφορά να μπορείς να πιάσεις την εικόνα. Έχει διαφορά να μπορείς να πιάνεις ένα βινύλιο και παράλληλα να πιάνεις τη μουσική.

Ο άνθρωπος είναι υλιστής και ο κινηματογράφος, που είναι η τέχνη αφήγησης των ονείρων, έχει ανάγκη από την αίσθηση της ύλης, για το κοινό δε σημαίνει κάτι αν υπάρχει κάτι υλικό, αλλά για εμένα που τη δημιουργώ μου δίνει μια αίσθηση επαφής με το πραγματικό». 

Πώς νιώθεις που έχει χαθεί αυτό; 

«Δεν με πειράζει καθόλου. Πιστεύω πως ο χρόνος θα κάνει τη δουλειά του αλλά από την άλλη πλευρά το νοσταλγώ και το έχω στη ζωή μου, με το δικό μου τρόπο. Θα έλεγα πως δεν είμαι νοσταλγός όμως, ακόμα και αυτό που μοιάζει με νοσταλγία, είναι αναστοχασμός δηλαδή σκέφτομαι κάτι που κάποτε σκέφτηκα, δε θέλω να γυρίσω στο παρελθόν». 

Δε νοσταλγείς την εποχή που βλέπουμε στην ταινία, αυτή του ’90; 

«Καθόλου. Το ξέρω ότι κάθε γενιά θεωρεί πως η παλαιότερη ήταν καλύτερη αλλά τα 90s – και ας με συγχωρήσουν για αυτό – είχαν πολύ σκοτάδι και μια Ελλάδα αποκλεισμένη. Ήταν μια εποχή που κινηματογραφικά είχαμε τεράστια προβλήματα για να γυρίσεις μια σκηνή – γιατί για να γυρνούσες μια σκηνή έπρεπε να είσαι γιος βιομήχανου για να αγοράσεις φιλμ. Δε νοσταλγώ αυτήν την ανημποριά δημιουργίας.

Σε 20 χρόνια θα ακούς για τα 20s και πόσο μαγικά ήταν, κρατάμε από το παρελθόν μόνο τα καλά. Οι 50άρηδες για να αντέξουμε ότι είναι η σειρά άλλων νέων να περάσουν καλά, θέλουμε να πιστέψουμε ότι περάσαμε πιο ωραία. Όπως θα κάνει και η νέα γενιά στο μέλλον». 

Σε στενοχωρεί το κλείσιμο των θερινών -και όχι μόνο- κινηματογράφων; 

«Άλλαξε η σχέση μας με το σινεμά και είναι αναμενόμενο αυτό στην ψηφιακή εποχή. Μοιραία, κάποια θα κλείσουν, αλλά και κάποια θα ανοίξουν. Στην Αθήνα γίνεται χαμός στα θερινά, όπως και στη Θεσσαλονίκη. Αλλά μια πόλη όπως αυτή, οφείλει να έχει περισσότερα – βέβαια επηρεάζει και η πολεοδομία σε αυτό. 

Ως ερασιτέχνης αρχαιολόγος βλέπω τις καταστροφές σε ανασκαφές προηγούμενων αιώνων και στεναχωριέμαι. Βλέπω ότι ο χρόνος σαρώνει τα πάντα, ίσως σαρώσει και τα σινεμά για να φέρει κάτι καινούργιο – που μπορεί να είναι πιο εξελιγμένοι κινηματογράφοι». 

Το «κλασικό Αριστούργημα» είναι ένα προϊόν μυθοπλασίας, πραγματικότητας ή ένας συνδυασμός των δύο;

«Η ταινία είναι ένα ενδεχόμενο της ζωής μου αν δεν είχα ακολουθήσει το όνειρό μου, το σινεμά. Είναι μια αληθινή ιστορία του παρελθόν μου ενώ το παρόν είναι ένα ενδεχόμενο της ζωής μου αν δεν ακολουθούσα τη καρδιά μου και αυτό είναι μια αλήθεια γιατί το να εγκαταλείψεις το όνειρό σου, είναι μια τρίχα, μια λάθος τιμονιά». 

Υπάρχει κάποια πτυχή του Ρένου που δεν είδαμε στην ταινία; 

«Δεν είδατε τον Ρένο του σήμερα. Μην είμαστε υποκριτές ζω την επιτυχία του σινεμά – βέβαια ετεροχρονισμένα με καθυστερήσεις δεκαετιών – αλλά αυτήν τη στιγμή απολαμβάνω την επιτυχία της πορείας μου, τη στιγμή που ο πρωταγωνιστής στην ταινία είναι στη στιγμή της μεγάλης πτώσης…». 

Η ταινία έχει αρκετές αναφορές στα «Φτηνά Τσιγάρα» αλλά και πλάνα από το «No Budget Story». Θα έλεγες πως είναι ένα hommage για προηγούμενα έργα σου; 

«Η ταινία είναι ένας αυτόνομος οργανισμός που κάνει ό,τι θέλει. Είναι ένα κακομαθημένο παιδί που μπαίνει στο πατρικό και παίζει με ό,τι ρούχα βρει στη ντουλάπα. Με την ταινία αυτή αφέθηκα να βουτήξω στον εαυτό μου χωρίς να φοβάμαι την επανάληψη και την αυτοαναφορικότητα. Όλοι μας έχουμε αυτοσαρκασμό, αυτογνωσία και αυτοαναφορικότητα…». 

«Η ζωή φεύγει, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο, μην επιτρέψεις να σβήσει το καρναβάλι της ζωής»

Τι θέλεις να κρατήσει κάποιος από το Κλασικό Αριστούργημα; 

«Θέλω οπωσδήποτε να κρατήσουν ένα πράγμα: η ζωή φεύγει, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο, μην επιτρέψεις να σβήσει το καρναβάλι της ζωής». 

Η μικρότερη εκδοχή του Ρένου θα ήταν περήφανη για το Κλασικό Αριστούργημα; 

«Ο νεαρός Ρένος του 1995 θα πάθαινε φρίκη. Γιατί αυτή είναι η αισθητική της τωρινής γενιάς που της αρέσει η μίξη του παλιού και του νέου, τα φιλμ και οι χαμηλής ποιότητας φωτογραφίες… στη δική μου γενιά είχαμε πέσει στη παγίδα της τελειομανίας και μου πήρε πολλά χρόνια να φύγω από αυτό. Κατάλαβα ότι τα λάθη δημιουργούν το αφήγημα, τα λάθη κάνουν τη σύνδεση με το κοινό, τα λάθη είναι μια άσκηση ταπεινότητας». 

Η ταινία περιλαμβάνει και δόσεις ρομαντισμού…

«Η ταινία είναι αλλεπάληλες ανατινάξεις του Βεζούβιου του ρομαντισμού… όχι μόνο μεταξύ των ανθρώπων. Είναι μια ερωτική επιστολή στο σινεμά, στη δημιουργία. Αφού ονειρευόμαστε, ας ονειρευτούμε πάμε να γλεντήσουμε. Το να θες να ζήσεις το εδώ και τώρα περιέχει ένα βαθύ στοιχείο ρομαντισμού, αλλά και του ανεκπλήρωτου». 

Ο ρομαντισμός στις μέρες μας θεωρείς πως χάνεται; 

«Σε καμία περίπτωση. Όταν βγήκαν τα «Φτηνά Τσιγάρα», η γενιά μου δεν πήγε καν να το δει. Έβλεπα μόνος μου τις προβολές στο σινεμά…». 

«Αν τα Φτηνά Τσιγάρα πετύχαιναν στην πρεμιέρα θα ήταν όλα διαφορετικά…»

Πώς σε κάνουν να νιώθεις τα sold out όποτε προβάλλονται τα Φτηνά Τσιγάρα;

«Αν έκαναν επιτυχία στην πρεμιέρα τους, η πορεία μου θα ήταν διαφορετική. Θα σας έδινα περισσότερες τέτοιες ταινίες, τότε δεν μπόρεσα γιατί απέτυχα και άλλαξα είδος ταινιών. Θα ήταν όλα αλλιώς. Από τη μια το απολαμβάνω αλλά από την άλλη υπάρχει ένα «γαμώτο», τώρα όμως, κανείς δε ξέρει… Ό,τι έγινε, έγινε για καλό, το γλεντάω…». 

Νιώθεις ικανοποίηση; 

«Έχω ζήσει δραματικές στιγμές. Όταν προβλήθηκε σε αίθουσα πρώτη φορά, όλοι έλεγαν «τι μαλακία βλέπουμε» και τελικά άδειασε, φύγανε ακόμα και οι δημοσιογράφοι… Πολύ δύσκολες στιγμές για έναν καλλιτέχνη.

Σκεφτόμουν πως απλά είμαι ένα ψώνιο που νομίζει ότι κάνει κάτι αλλά δεν κάνει τίποτα. Θα ήταν πολύ εύκολο να παραιτηθώ. Οι κριτικές των Φτηνών Τσιγάρων ήταν 1,5 αστέρι αυτό σημαίνει ότι την έβλεπαν ως κακή-μέτρια». 

Ποια είναι η οπτική σου στους κριτικούς κινηματογράφου; Μιας και στην ταινία, είσαι ένας από αυτούς.

«Μου φαίνονται πολύ χαρούμενοι. Μου φαίνονται σαν ευνούχοι στο χαρέμι της τέχνης, ξέρουν τι πρέπει να γίνει αλλά δεν μπορούν να το κάνουν. Γράφουν ένα, δύο, τρία αλλά δεν το κάνουν. Πολλές φορές λέω σε παραγωγούς να πάρουν έναν κριτικό κινηματογράφο για να τους πει τι να κάνεις ή σαν σύμβουλο. Οι κριτικοί κινηματογράφοι βλέπουν τις ταινίες μόνοι τους, εγώ τις βλέπω με κοινό – το κοινό πολλές φορές φτιάχνει την ταινία». 

Πώς όμως κατάφερες να συνεχίσεις;

«Η εκρηκτική επιτυχία της τηλεόρασης βοήθησε. Έκανα τον «Καλημέρη» στο «Κάτι τρέχει με τους δίπλα» και η επιτυχία αυτή μου έδωσε φήμη και αρκετό χρήμα για να συνεχίσω – αν δε γινόταν αυτό, εγώ θα είχα τελειώσει».

Τηλεόραση ή κινηματογράφος τελικά;

«Έχω ένα ισχυρό παράδειγμα. Ο Νυχτερινός Εκφωνητής έκανε τεράστια επιτυχία μέσω του ERTFLIX. Μου φάνηκε τρομερό και αυτό έγινε λόγω της προσβασιμότητας σε όλους, έγινε διαθέσιμο σε τόσο μεγάλο κοινό. Οι τηλεοράσεις έχουν γίνει υπέροχες πλέον και βοηθάει στις ταινίες». 

 «Το σινεμά είναι ή ρίσκο ή τίποτα» . Ποιο είναι το μεγαλύτερο ρίσκο που έχεις πάρει;

«Νομίζω το Κλασικό Αριστούργημα. Μετά από 30 χρόνια σκηνοθεσίας, αποφάσισα να κάνω ένα απέραντο ρίσκο. Ο Πάολο Παζολίνι είχε κάνει μια ταινία και στους τίτλους αρχής υπήρχε ένα σημείο που έλεγε «κάνω αυτήν την ταινία με τον κίνδυνο να ξεφτιλιστώ» αν δεν κάνεις αυτό, δεν κάνεις τίποτα… κάτι κάνεις βασικά, αλλά εμείς ανήκουμε σε αυτή τη σχολή, κάνουμε ταινίες με αυτόν τον κίνδυνο, όπως και τα Φτηνά Τσιγάρα είχαν αυτόν τον κίνδυνο, άμα το δεις ψύχραιμα είναι… άλλα αντ’ άλλων, αλλά εκεί είναι η μαγεία!». 

Στην ταινία, ο πρωταγωνιστής δεν ήθελε να κάνει κάτι το οποίο θα πρόδιδε τον καλλιτεχνικό του εαυτό. Εσύ, το έχεις κάνει ποτέ; 

«Αλλεπάλληλα! Για να χρηματοδοτήσω τις ταινίες μου έχω κάνει πολλές «αρπαχτές» σε τηλεόραση και θέατρο γιατί δεν έρχομαι από μια πλούσια οικογένεια και έπρεπε να βρω λεφτά κάνοντας καλλιτεχνικό πλιάτσικο για να γυριστούν οι ταινίες μου, αλλιώς δε θα τις γυρνούσα. Δεν θα πω περισσότερα για αυτό». 

Ποιες είναι οι δυσκολίες του σήμερα και του τότε; Οι νέοι σκηνοθέτες έχουν περισσότερα προβλήματα; 

«Ό,τι δυσκολίες είχαμε εμείς, τόσες έχουν και οι νέοι, ούτε λιγότερες, ούτε περισσότερες. Είναι ακριβώς οι ίδιες με άλλο πρόσωπο. Οι νέοι σήμερα βλέπουν μόνο τις ιστορίες επιτυχίας του παρελθόντος και το έχουν ρομαντικοποιήσει, αν δουν τις αποτυχίες, θα πάθουν σοκ». 

Ένα μήνυμα στον παλιό Ρένο;

«Αυτό που στέλνει και η ταινία και εγώ προσωπικά ξεχνάω ανά εποχές: μην επιτρέψεις ποτέ στη ζωή σου να σβήσει το καρναβάλι, να μη σβήσει ποτέ η γιορτή μέσα σου. Αυτό κάποιος το καταφέρνει με το να γυμνάζει τη συνείδησή του, αυτά είναι δύσκολα πράγματα, είναι ουτοπίες. Ακόμα και σε έναν θάνατο, πρέπει να είσαι στο σκοτεινό σου καρναβάλι». 

Εικόνα: Λάμπρος Ρουμελιωτάκης
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα