Η ταινία της Σοφίας Εξάρχου που σπάει τη «βιτρίνα» του ελληνικού καλοκαιριού και εκθέτει τη σκοτεινή πλευρά του
"Animal", ένα ελληνικό φιλμ που θίγει ζητήματα της εποχιακής εργασιακής εκμετάλλευσης στον χώρο του τουρισμού και της ψυχαγωγίας
Το καλοκαίρι έχει έρθει. Ο κόσμος ξεκινά να ασφυκτιά στην πόλη και το μυαλό αρχίζει να ταξιδεύει νοερά στις παραλίες.
Η τουριστική σεζόν ξεκίνησε, νέοι και νέες μπήκαν στον στίβο της εποχιακής εργασίας και βρίσκονται στα νησιά της χώρας για λόγους επιβίωσης.
Όμως πόσο θυσιάζονται τα άτομα αυτά για να βγάλουν ένα παραπάνω μεροκάματο, και τι συνέπειες βιώνουν τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά;
Ζουν τον «μύθο» τους ή βιώνουν ένα φαύλο κύκλο εκμετάλλευσης;
Μια ταινία που αναφέρεται σε αυτό το φαινόμενο είναι η ταινία Animal (2023) της Σοφίας Εξάρχου. Η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί σημαντική για τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, αφού κατέκτησε τον «Χρυσό Αλέξανδρο» στο 64ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, κάτι που είχε να επιτευχθεί από ελληνική ταινία εδώ και 30 χρόνια.
Επίσης, είχε απήχηση τόσο σε διεθνή φεστιβάλ, όπως στο Λοκάρνο όπου διαγωνίστηκε για την «Χρυσή Λεοπάρδαλη».
Το Animal «σπάει» την «βίτρινα» του ελληνικού καλοκαιριού και εκθέτει την πραγματική και σκοτεινή του πλευρά: αυτή της τουριστικής βιομηχανίας και τις συνέπειες της στους εργαζομένους.
Δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο η εργασιακή εκμετάλλευση και οι άθλιες συνθήκες εργασίας κατά τη διάρκεια τουριστικών περιόδων. Όλοι μας έχουμε ακούσει από συγγενείς, φίλους, γνωστούς μια ιστορία με απλήρωτες υπερωρίες, καθόλου ρεπό και ωράρια δουλειάς που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει ο ανθρώπινος οργανισμός.
Η Σοφία Εξάρχου, καταφέρνει μέσα από τον ντοκιμαντερίστικο, ωμό και ρεαλιστικό κινηματογραφικό της φακό να αναδείξει και να σχολιάσει το σύστημα του τουρισμού στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, η ταινία διαδραματίζεται σε ένα παραθεριστικό ελληνικό νησί. O ήλιος είναι εκτυφλωτικός, οι τουρίστες βρίσκουν διαφυγή στις πισίνες και στα δροσιστικά κοκτέιλ τους. Ταυτόχρονα, ψυχαγωγούνται κατά τη διάρκεια της διαμονής τους από μια ομάδα ανιματέρ του ξενοδοχείου. Χορεύουν, τραγουδούν, παίζουν παιχνίδια, κάνουν σόου, ασχολούνται με την υποκριτική, αλληλλεπιδρούν με τους τουρίστες. Πάνω – κάτω θα κάνουν ότι τους ζητήσεις. Μέχρι στιγμής όλα καλά… ή και όχι.
Από αυτή την ομάδα η πρωταγωνίστρια, Κάλια, υποδυόμενη από την Δήμητρα Βλαγκοπούλου, βρίσκεται καιρό σε αυτή τη δουλειά, αποτελώντας η καθημερινότητα της εδώ αρκετά χρόνια. Όμως, αυτή η δουλειά και ο τρόπος ζωής που επιφέρει, την «φέρνει» στα όρια της τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά. Στο «παρασκήνιο» της καθημερινότητας βιώνει μια κλιμακούμενη σειρά αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών, ενώ στο «προσκήνιο» προσπαθεί να παίζει έναν ρόλο ευτυχίας, ζωντάνιας και κεφιού, όπως αυτό απαιτείται από την δουλειά της. Όσο περνάει ο κινηματογραφικός χρόνος, τόσο πιο δυσδιάκριτα γίνονται τα όρια ανάμεσα στο performance και στην πραγματική ταυτότητα της Κάλιας, με αποτέλεσμα στην ψυχική και εσωτερική κατάρρευση της.

Εκτός από την Κάλια, ένας ακόμη κομβικός χαρακτήρας είναι η 18χρονη Εύα από την Πολωνία, υποδυόμενη από την Φλομαρία Παπαδάκη. Είναι νέο μέλος της ομάδας και δίχως εμπειρία σε αυτό τον χώρο, με αποτέλεσμα η Κάλια να πάρει τη θέση του μέντορα. Η Εύα είναι μια ήσυχη και χαμηλών τόνων κοπέλα η οποία δεν είναι εξοικειωμένη στον κόσμο της ψυχαγωγίας. Παρά τη διαφορά ηλικίας τους και εμπειρίας, η ιστορία της Κάλιας δε διαφέρει πολύ με της Εύα. Έχουν κάπως ένα παρόμοιο παρελθόν, ίδιο παρόν και σίγουρα την ανάγκη να έχουν ένα καλύτερο μέλλον, βρίσκοντας τρόπους να υπεκφύγουν την πραγματικότητα που ζουν.

H σχέση Κάλιας – Εύας, θα λέγαμε ότι αντικατοπτρίζει το σύστημα εκμετάλλευσης που υπάρχει στον τουριστικό τομέα, και το οποίο αναπαράγει το ίδιο μοτίβο συνεχώς. Η Κάλια και η Εύα αποτελούν αυτό το μοτίβο, καθώς η Κάλια υπήρξε κάποια στιγμή στο ίδιο στάδιο που βρίσκεται η Εύα, και επακολούθως η Εύα να έχει παρόμοια κατάληξη όπως η Κάλια.
Η δουλειά των ανιματέρ αποτελεί μια απαιτητική εργασία, με ατελείωτα πάρτι, χορό και τραγούδι, με συνέπεια η σωματική και ψυχολογική τους ακεραιότητα να θυσιάζεται για την ψυχαγωγία και το κέρδος. Το σχόλιο της ταινίας δεν μεταφράζεται αποκλειστικά μόνο για τους ανιματέρ αλλά είναι ένα συλλογικό μήνυμα για ένα γενικότερο σύστημα, όπου είναι κάτι πάνω από εμάς και το οποίο θα συνεχίζει να εκμεταλλεύεται με κάθε ευκαιρία. Παρόλα αυτά, θα συνεχίζουμε να λέμε το “live your myth in Greece”…



