Κινηματογράφος

Marty Supreme: Μια ρωγμή στο αμερικανικό όνειρο

Πώς η ταινία του Τζος Σαφντί μετατρέπει τον καταιγιστικό ρυθμό της σε πολιτικό σχόλιο και εξανθρωπίζει έναν αντι-ήρωα στην εποχή του απόλυτου ατομισμού - Γράφει ο Γ. Γκροσδάνης

Γιάννης Γκροσδάνης
marty-supreme-μια-ρωγμή-στο-αμερικανικό-όνειρο-1425748
Γιάννης Γκροσδάνης

Το Marty Supreme λειτουργεί ως κομβικό έργο στο σύμπαν των Σαφντί, όχι μόνο επειδή συνομιλεί ευθέως με το Smash Machine, – τα δύο αδέρφια έσπασαν φέτος την κοινή δημιουργική πορεία τους και έφτιαξε ο καθένας την δική του ταινία – αλλά αν δεις τις δύο ταινίες που γύρισε ο καθένας ξεχωριστά ως σύνολο, αποκαλύπτεται με σαφήνεια η διακριτή κινηματογραφική φιλοσοφία του κάθε δημιουργού.

Και οι δύο καταρχάς προσανατολίζονται σε ένα αμιγώς ευαίσθητο κοινωνικό σινεμά· η διαφορά, ανάμεσα τους όμως, είναι ουσιώδης: Ο Μπεν Σαφντί πατά σε μια αφήγηση που παρατηρεί τον ήρωά της με προσοχή — όχι απαραίτητα νατουραλιστικά ραφιναρισμένη αλλά μάλλον περισσότερο βαθιά ρεαλιστική — χωρίς να τον απασχολεί πρωτίστως ο ρυθμός της αφήγησης. Αντίθετα, ο Τζος Σαφντί παραμένει αφοσιωμένος στον καταιγιστικό ρυθμό της ιστορίας, στη νευρική κίνηση, στη διαρκή ένταση.

Κάπως έτσι, το Marty Supreme παίρνει άνετα τη σκυτάλη από τα Uncut Gems, ταινία όπου ο καταιγιστικός ρυθμός δεν άφηνε τον θεατή να πάρει ανάσα. Και εδώ επομένως, ο ρυθμός παραμένει το κύριο εργαλείο αλλά δεν είναι αυτοσκοπός καθώς γίνεται όχημα για κάτι βαθύτερα σε επίπεδο κοινωνικού (και γιατί όχι πολιτικού) σχολιασμού. Κι αυτό γιατί βλέπεις πως ο Τζος Σαφντί κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα στο σινεμά δράσης στους δρόμους της Νέας Υόρκης του Μάρτιν Σκορτσέζε και αφουγκράζεται με σεβασμό την ιδέα της ατομικής υπόστασης και αναζήτησης της επιτυχίας στην Αμερική, όπως υπάρχει στην κινηματογραφική κοσμοθεωρία του Ελία Καζάν (με ιδανική αποθέωση το Αμέρικα Αμέρικα).

Αν έχεις αυτά στο πίσω μέρος του μυαλού σου ως σκέψεις βλέπεις ότι το σινεμά που χτίζει στο Marty Supreme είναι ξεκάθαρα κοινωνικό και οι ανάλογες προεκτάσεις του παρόντος διαβάζονται χωρίς δυσκολία. Η υπόθεση; Ένας νεαρός φτωχοδιάβολος στην μεταπολεμική Αμερική – όταν η χώρα προσπαθεί να ξαναστηθεί στα πόδια της μετά την τρομακτική εμπειρία του Β’ παγκόσμιου πολέμου – με όνειρα υψηλού πεπρωμένου και φιλοδοξίες να πιάσει την καλή χάρη στο ταλέντο του στην επιτραπέζια αντισφαίριση, προσπαθεί να πλασάρει τον εαυτό του χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο, περνώντας παράλληλα από μια τρομακτική προσωπική διαδικασία ζύμωσης στο δρόμο της ενηλικίωσης.

Αφήνει έγκυο την φιλενάδα του αλλά αρνείται να αναγνωρίσει το παιδί που έρχεται, ληστεύει το χρηματοκιβώτιο του θείου του (που είναι παράλληλα και ο εργοδότης του) και φεύγει για ένα διεθνές τουρνουά αντισφαίρισης (κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα) έχοντας την απόλυτη πίστη ότι θα το κατακτήσει. Αυτό που ακολουθεί είναι μια χαοτική περιπλάνηση – μια κανονική Οδύσσεια – με διαρκείς προκλήσεις και επιλογές που ανεβάζουν και κατεβάζουν τον Μάρτυ: Κλοπές, απαγωγές, εμπρησμοί, καταδιώξεις, άφθονοι πυροβολισμοί και μάτσο ξυλίκι, θρίαμβοι και αποτυχίες μέχρι να γυρίσει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε η ιστορία.

Ο Σαφντί μοιάζει κάπου ακράτητος και αρκετά φιλόδοξος στον τρόπο που ξετυλίγει την ιστορία του, έχει αρκετό χιούμορ αλλά και νεύρο και αυτό που μένει στον θεατή του είναι μια απολαυστική εμπειρία που δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα και παράλληλα τον προκαλεί με δεκάδες σκέψεις και ερωτήματα. Ο σχολιασμός φυσικά δεν φαίνεται να αφορά εξ αρχής μόνο την εποχή του ήρωα — τη μεταπολεμική Αμερική των αρχών του ’50 — αλλά είναι σαφής η ματιά του Σαφντί κυρίως στη δική μας εποχή, όπου βασικές αρχές του μεταπολεμικού κόσμου φαίνεται να μεταποιούνται πλέον με κυνικό τρόπο. Μπορεί να απέχουμε αρκετά σε σχέση με τον χρόνο και την αισθητική των ’50s, όμως οι κοινωνικές στάσεις και η πολιτική φιλοσοφία της εποχής δείχνουν να παραμένουν οικεία στοιχεία και στο σήμερα. Κι αυτό γιατί η πραγματική εξουσία στην ταινία δεν εμφανίζεται με κάποιο θεσμικό πρόσωπο αλλά είναι εξόχως κυνική, ατομική, προσωποποιημένη και λειτουργεί με τη γυμνή δύναμη της αναγνωρισμένης από το κοινό σύνολο επιτυχίας και της οικονομικής ισχύος.

Ο ίδιος ο Μάρτυ φανερώνει αυτά τα στοιχεία στα 2/3 της ταινίας διαρκώς με την απαξιωτική και μπλαζέ στάση του απέναντι στα πράγματα: μπορεί να εκστομίζει ό,τι θέλει για το Άουσβιτς, όσο ακραίο, κυνικό και απάνθρωπο κι αν είναι, επειδή αισθάνεται ότι το «δικαιούται» — είναι Εβραίος. Μπορεί να δικαιολογεί τις ηθικά απαράδεκτες πράξεις και τις προσβολές του με το μόνιμο «έτσι μάθαμε από μικροί». Μπορεί να χλευάζει, να περιφρονεί τον εργοδότη του, την οικογένεια και τους φίλους τους, που εργαλειοποιούνται κατά το δοκούν απλά για να εξυπηρετήσουν τον «υψηλό» του στόχο: να φτιαχτεί κοινωνικά και να γίνει διάσημος, πετυχημένος, πλούσιος.

Η επιτυχία και η αποτυχία παρουσιάζονται ως αμιγώς ατομικές επιλογές, όχι ως προϊόν κοινωνικών δομών. Ο κυνισμός κανονικοποιείται, γιατί, όπως παραδέχεται κάπου, «έτσι λειτουργεί ο κόσμος». Η ηθική μοιάζει με πολυτέλεια, και μέσα στο χάος που δημιουργεί ο Σαφντί για την εποχή όσο και ο ίδιος ο Μάρτυ με τις καταστροφικές επιλογές του, η ατομική επιβίωση υπερισχύει κάθε συλλογικής ενσυναίσθησης. Καμία προοπτική, καμία εναλλακτική — μέχρι να φτάσει στο απόλυτο αδιέξοδο.

Και όταν φτάνει στην κορύφωση αυτού του αδιεξόδου, που έρχεται μέσα από τον βαθύ εξευτελισμό του από αυτό το ατομικό, αλαζονικό σύστημα που ο ίδιος ο Μάρτυ θέλησε να κατακτήσει, το κωλόπαιδο που βλέπουμε επί δύο ώρες να μας γυρίζει το μάτι με τα απαράδεκτα που κάνει και λέει, γίνεται κάτι άλλο, κάτι γοητευτικό και πιο ανθρώπινο. Εκεί ακριβώς ο Τζος Σαφντί «κάνει μια όμορφη λόμπα» — ακολουθώντας στην αφήγηση του τις τεχνικές του πινγκ πονγκ — και εξανθρωπίζει τον αντι-ήρωά του.

Αυτό το κωλόπαιδο-φτωχοδιάβολο – με το οποίο επί δύο ώρες αναρωτιόμαστε γιατί πρέπει να δεθούμε συναισθηματικά – τον βλέπουμε επιτέλους να βγάζει τη γλώσσα στον ισχυρό εξουσιαστή που τον εξευτελίζει, να διεκδικεί και να παίζει το καθαρό παιχνίδι που ζητούσε για να αποδείξει το ταλέντο του, την αξία του (ακόμη κι αν δεν έχει καμία πρακτική ανταμοιβή πέρα από την δική του ηθική ικανοποίηση) και, μέσα από την αναγνώριση του ρόλου της πατρότητας — που ξόρκιζε και αρνιόταν μετά βδελυγμίας σε όλη την ταινία για χάρη του δικού του αμερικανικού ονείρου — να αγκαλιάζει για πρώτη φορά τη συλλογική ευθύνη. Hustler, Loser ή Winner (κάτι από αυτά τα τρία – ή όσο αντιφατικό και να ακούγεται – και τα τρία μαζί σε δόσεις) ο Μάρτυ καταφέρνει στο τέλος να μας κλείσει το μάτι και μας κερδίσει. Έτσι, ο Τζος Σαφντί καταθέτει ένα έξοχο πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο μέσα από την ατομική εμπειρία για το σήμερα: μια εποχή όπου οι έννοιες της επιτυχίας, της ισχύος, της ευθύνης και της ηθικής μεταβάλλονται με σοκαριστικό τρόπο υπό το βάρος του κυνισμού και του ατομισμού (και γιατί όχι και ενός άναρχου και στρεβλού πλέον καπιταλισμού).

Σε επίπεδο κινηματογράφησης, ο καταιγιστικός ρυθμός είναι απολαυστικός, δεν σε αφήνει να χαλαρώσεις ούτε στιγμή και το αφηγηματικό χάος με τις δεκάδες υποπλοκές στις οποίες μπλέκει ο Μάρτυ όσο κι αν σκέφτεσαι ότι θα μπορούσαν να συμμαζευτούν κάπως, από την άλλη αισθάνεσαι, όταν κάνεις τη σούμα στο μυαλό σου βγαίνοντας από το σινεμά ότι τελικά λειτουργεί υποδειγματικά ενώ η αναχρονιστική ηλεκτρονική μουσική επένδυση – ένα απολαυστικό electronica σάουντρακ από τον Ντάνιελ Λοπάτιν και μια σειρά από επιλογές από τα ’80s – ενισχύουν δυναμικά και σχολιαστικά την ένταση, την κίνηση, την ψυχογράφηση του ήρωα (άλλωστε και τα 80s της Αμερικής είχαν περίπου τα ίδια κοινωνικά χαρακτηριστικά). Φυσικά ο εξανθρωπισμός και η υπέρβαση του Μάρτυ δεν είναι παρά μια μικρή αλλά ουσιαστική ρωγμή για αυτή την απάνθρωπη και ασύδοτη κοινωνία στην οποία αποτελεί και ο ίδιος ψηφίδα της. Αλλά αυτό που μένει στο τέλος είναι η κατάκτηση μιας ενσυναίσθησης ότι ο Μάρτυ κάπου ανήκει. Ίσως όχι εκεί που επιθυμούσε αλλά η κατάκτηση της αλήθειας είναι ανακουφιστική μερικές φορές.

Κλείνοντας ένα σχόλιο για τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές: Γοητευτική η Γκουίνεθ Πάλτροου στον μικρό αλλά καίριο ρόλο της ως ξεπεσμένη ντίβα του θεάματος, κάνει ένα απολαυστικό come back και ένα μικρό σχόλιο για την ματαιότητα της δόξας. Απόλυτα σαρωτικός εδώ είναι ο Τίμοθι Σαλαμέ, ο οποίος παίρνει την ταινία στις πλάτες του, παίζει με τρομερό νεύρο και ένστικτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Δίκαια κατέκτησε τη Χρυσή Σφαίρα και φυσικά βάζει σοβαρή υποθήκη για μια θέση στην πεντάδα των Όσκαρ — με σοβαρές αξιώσεις νίκης. Του ευχόμαστε από καρδιάς να φτάσει μέχρι που ονειρεύεται. Αυτό θα ικανοποιούσε και τον Μάρτυ εξάλλου.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα