Το Sirât είναι ένα έργο τέχνης

Ο Θωμάς Λιναράς γράφει για την ταινία που αποτελεί ένα πολιτισμικό, διανοητικό και συγκινησιακό σοκ, απογυμνώνοντας τον θεατή από τις βεβαιότητες που νομίζει πως κατέχει

Parallaxi
το-sirat-είναι-ένα-έργο-τέχνης-1434070
Parallaxi

Λέξεις: Θωμάς Λιναράς

Ένα ταξίδι είναι η ζωή μας μες το χειμώνα και τη νύχτα ψάχνοντας το πέρασμα στον ουρανό που τίποτα δεν φέγγει. (Τραγούδι της ελβετικής φρουράς του Βατικανού και προμετωπίδα στο βιβλίο του Σελίν «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας»)

Τα δύο ηχεία στημένα και παρατημένα στη μέση μιας νεκρής ζώνης, μοιάζουν με υποστυλώματα μιας αόρατης πύλης κάποιου διηγήματος του Λάβκραφτ, που δεν οδηγεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στον ένατο κύκλο της Κόλασης. Η τέταρτη ταινία του 44χρονου πανύψηλου ΓαλλοΙσπανού Όλιβερ Λαξ, είναι ένα «τρομακτικό ταξίδι του χαμού», ένα «ταξίδι στην άκρη της νύχτας», φωτισμένη μονάχα από τους αναμμένους προβολείς των δύο βαν που θαρρείς πως δεν πατούν στο έδαφος, αλλά ίπτανται στο σκοτάδι, όπως οι εκτροχιασμένοι και εγκαταλελειμμένοι δορυφόροι- σκουπίδια που στριφογυρίζουν ανεξέλεγκτοι στο διάστημα, υπό τους ήχους μιας αλλόκοτης μουσικής.

«Αυτή τη μουσική δεν την ακούς αλλά τη χορεύεις» λέει κάποια στιγμή η μία από τις γυναίκες στον έξοχο Σέρχι Λόπεζ (σε μια ερμηνεία ηθικά και σωματικά δύσκολη). Η μουσική, αυτός ο μουσικός βόμβος –ήχοι από τρυπάνια και πριόνια και άλλα ευγενή ηλεκτρονικά μέταλλα, που εφάπτονται και απομακρύνονται διαρκώς– όχι μόνον καθοδηγεί και οργανώνει την αφηγηματική ροή, αλλά είναι και τα μαύρα πανιά που σπρώχνουν το «καράβι» της ταινίας κατευθείαν στα κοφτερά βράχια του γκρεμού. Το Sirât θα μπορούσε να είναι ένας μετεωρίτης που έρχεται καταπάνω μας από έναν άγνωστο κινηματογραφικό πλανήτη, (δεν μας θυμίζει τίποτα κι αυτό δημιουργεί μια αίσθηση δέους), με μια ταχύτητα που ξεπερνά το βαθύ κόκκινο: δεν είμαστε εμείς που το βλέπουμε αλλά είναι το Sirât που μας βλέπει – ως προσομοίωση του βλέμματος της αβύσσου• μας βλέπει και μας έλκει, καθώς ισορροπεί επικίνδυνα πάνω στο «λεπτό σαν τρίχα και κοφτερό σαν σπαθί» πέρασμα που συνδέει την Κόλαση με τον Παράδεισο.

Ούτε “Mad Max”, ούτε “Μεροκάματο του τρόμου”, ούτε Αντονιόνι: οι μαχητές έγιναν αναχωρητές, τα βανάκια δεν μεταφέρουν υλικά που μπορεί να εκραγούν, καθώς τα εκρηκτικά είναι θαμμένα γύρω-τριγύρω, αλλά και στον κόσμο ολόκληρο, ενώ η αποξένωση και οι υπαρξιακές αγωνίες δεν έχουν καμία θέση εδώ. Τα πριόνια-τρυπάνια στέλνουν κι ένα μετα-Αποκαλυπτικό δυσοίωνο μουσικό σήμα• μια υπενθύμιση πως το φως της μέρας μπορεί να μην ξαναφανεί και να σβήσει μαζί με τον ήλιο της ερήμου. Η κυρίαρχη μορφή ζωής συρρικνώνεται στα σώματα που κινούνται στο beat της μουσικής, ειδικά όταν είναι κολλημένα πάνω στα τεράστια ηχεία για να πλημμυρίσει ο ήχος, σαν τσουνάμι, και την παραμικρή ίνα του είναι τους. Οι αντι-χαρακτήρες της ταινίας (εξαιρουμένου του τραγικού πατέρα), καρικατούρες σχεδόν, φυτά συνομοταξίας rave, ποτισμένα με LSD, καθώς η ταινία βυθίζεται όλο και πιο πολύ στο έρεβος, αρχίζουν και αποκτούν βάθος και υπόσταση, χάρις στο νοιάξιμο για τους φίλους, την μόνη οικογένεια και βεβαιότητα που διαθέτουν, μπροστά στην ευθραυστότητα ενός κόσμου κυνικού που κατρακυλά στο βάραθρο της βίας και του πολέμου• και είναι αυτό, το δέσιμο της φιλίας, που τους κάνει «ανθρώπινους πολύ ανθρώπινους».

Ταινία του μεταίχμιου, γυρισμένη στην οροσειρά του Άτλαντα και στις ερημιές του Μαρόκου, σε τοπία απόκοσμα, φλερτάρει διαρκώς με την οπτική παραίσθηση και το υπερβατικό παραλήρημα, χωρίς ούτε μια στιγμή να υποκύπτει στον πειρασμό μιας φορμαλιστικής πτήσης, καθώς παραμένει γειωμένη σε μια πραγματικότητα στα σύνορα του ρεαλισμού• το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς, με την έννοια της μεταφοράς, είναι πως το ερημικό οροπέδιο στο οποίο καταλήγουν, είναι μια ναρκοθετημένη ζώνη της ψυχής, μια «στενή χρονοδιάβαση» προς το άλλο και το αλλού• εξάλλου η τελική σκηνή στο τραίνο, πρόσφυγες του ίδιου τους του εαυτού -περισσότερο σκιές φαντασμάτων παρά ανθρώπινες οντότητες- δεν είναι μια σκηνή σωτηρίας, αλλά απόγνωσης και παραίτησης, καθώς οι σιδηροδρομικές ράγες σιγά-σιγά φαίνεται να χορταριάζουν.

Το Sirât είναι μια ταινία που έχει την «παλιά δύναμη», έτσι όπως την όρισε ο Μάρτιν Σκορσέζε: την ικανότητα του σινεμά να προκαλεί –τώρα πια όλο και πιο σπάνια- ένα πολιτισμικό, διανοητικό και συγκινησιακό σοκ, απογυμνώνοντας τον θεατή από τις βεβαιότητες που νομίζει πως κατέχει.

Όσοι δεν πάνε σινεμά για να νοιώσουν να τους χαϊδεύουν στα μάτια και στ’ αυτιά, ας μη χάσουν αυτό το έργο τέχνης.

*Ο Θωμάς Λιναράς είναι κριτικός κινηματογράφου

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα