Τέμπη: Οι «αόρατοι» επιβάτες του Intercity 62
Η Parallaxi δίνει το βήμα στους μοναδικούς αυτόπτες μάρτυρες, τους επιζώντες, που εξακολουθούν να μένουν στην αφάνεια, τρία χρόνια μετά το έγκλημα των Τεμπών
Το απόγευμα εκείνης της Τρίτης, κανείς τους δεν ήξερε πως, ανεβαίνοντας στα βαγόνια του Intercity 62, ο χρόνος θα ξεκινούσε να κυλά αντίστροφα.
Κανείς τους δεν σκέφτηκε πως οι ζεστές, φαρδιές φόρμες που φόρεσαν για άνεση, θα ήταν η τελευταία αίσθηση ασφάλειας, πριν ο κόσμος κοπεί στο «πριν» και στο «μετά». Κανείς τους δεν πίστεψε πως δεν θα φτάσει σπίτι. Ίσως, απλώς να πείστηκε πως θα αργήσει να επιστρέψει. Καμιά ώρα το πολύ.
Μα πάνω από όλα, κανείς τους δεν φαντάστηκε εκείνη την ώρα, τον Μάρτη τόσο θελκτικό, που ανυπόμονα να προσμένει το επόμενο πρωινό. Το τελευταίο βράδυ του Φλεβάρη, το τρένο στο οποίο επέβαιναν, συγκρούστηκε με την εμπορική αμαξοστοιχία 63503 στα Τέμπη, στερώντας την ανάσα σε 57 ανθρώπους. Εκείνη η Άνοιξη ξημέρωσε μόνο ημερολογιακά, σε μια χώρα μουδιασμένη στο πένθος, πνιγμένη από απανωτά αναπάντητα ερωτήματα.
Σήμερα, 1.096 ημέρες μετά, και ενώ ο Γεράσιμος, ο μοναδικός επιζών του πρώτου βαγονιού, εξακολουθεί να βρίσκεται σε κώμα, οι υπόλοιποι επιβάτες του IC62, παραμένουν στην αφάνεια, λες και δεν ταξίδεψαν ποτέ σε αυτό το στερνό δρομολόγιο. Οι μοναδικοί άνθρωποι που μπορούν με το βίωμά τους να «φωτίσουν» την εφιαλτική νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου, εδώ και τρία χρόνια, προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους, σωματικές και ψυχικές, την ίδια ώρα που όχι απλώς περνούν απαρατήρητοι από το δημόσιο διάλογο, αλλά αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση από τη Δικαιοσύνη.
Οι «αόρατοι» αυτόπτες μάρτυρες των Τεμπών περιγράφουν τη ζωή μετά το πολύνεκρο δυστύχημα έως το παρόν.
«Ο ανακριτής κυκλοφορεί φήμη πως είμαι ανισόρροπη»
«Ήμουν ανάμεσα σε χώματα, καλώδια και φωτιά. Το κομμάτι του βαγονιού μας είχε ξηλωθεί. Ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου ήταν το βαγόνι που πήρε φωτιά. Έβλεπες χέρια να κουνιούνται μέσα στις φλόγες. Άκουγες ουρλιαχτά», θυμάται η Βάσω Κόκκαλη, που καθόταν στο τρίτο Βαγόνι. «Είχα χάσει το τηλέφωνό μου. Ένα παιδί μου έδωσε το δικό του. Μου είπε “πάρε το δικό μου, να έχεις φακό”, γιατί είχε σκοτάδι. “Αν δεν με βρεις, κράτα το”».
«Εκείνο το βράδυ, τα παιδιά στο τρένο βοηθούσαν τον κόσμο. Οι διασώστες ήταν στην Εθνική Οδό και από εκεί πετάγανε καλώδια, σκοινιά, πράγματα για να βοηθήσουν τους φοιτητές στην ουσία. Δεν κατέβηκαν, δεν προσέγγισαν το σημείο της σύγκρουσης. Κοιτούσανε απλά. Οι διασώστες δεν ανασύρανε ούτε έναν επιζώντα. Ήρθαν απλά να μαζέψουν πτώματα. Όσοι σωθήκανε από τους βαριά τραυματίες, σωθήκανε από τους φοιτητές. Αν κάποια παιδιά δεν είχαν την ψυχραιμία για να βοηθήσουν, μπορεί να είχαμε περισσότερους νεκρούς. Αυτό τι δηλαδή είναι κράτος, είναι οργάνωση, τι είναι ακριβώς», αναφέρει.
«Το μόνο που βρήκα ήταν το παλτό που φορούσα. Όταν έφτασα σπίτι το έβγαλα κατευθείαν στο μπαλκόνι. Την επόμενη μέρα το πέταξα. Είχε ποτίσει όλο το σπίτι. Δύο μήνες δεν μπορούσα να ξεφύγω από τη μυρωδιά. Νόμιζα πως είμαι στο τρένο»
Έπειτα, διευκρινίζει πως «δεν μας κάλεσαν για κατάθεση. Όταν έμαθα εγώ πως πάει να κλείσει εσπευσμένα ο φάκελος της προανακριτικής, πήγα σε ένα ίντερνετ-καφέ, γιατί δεν είχα ίντερνετ και έκανα μία υπεύθυνη δήλωση στο gov.gr. Την έστειλα στον δικηγόρο και την επόμενη μέρα την πήγε στον εφέτη ανακριτή, οπότε αναγκάστηκε να με καλέσει για διευκρινήσεις».
Η ίδια μου ξεκαθαρίζει επιπλέον πως «ο ανακριτής πιστεύει πως είμαστε αναξιόπιστοι µάρτυρες. Πώς γίνεται να μας θεωρεί αναξιόπιστους; Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Όταν έρχονται 30 επιβάτες και σου λένε τα ίδια πράγματα, αυτό δεν είναι αναξιόπιστο. Προσπάθησε να αναιρέσει την κατάθεσή μου και όταν τον ρώτησα “ήσασταν μαζί μας, ήσασταν επιβάτης; Πώς με αμφισβητείτε;”, είπε πως τον ειρωνεύομαι. Μετά, κυκλοφόρησε τη φήμη πως είμαι ανισόρροπη. Επειδή δεν του άρεσε η αλήθεια είμαι ανισόρροπη».
«Επειδή είπα ότι είδα παιδιά που ζούσανε και πέθαναν μετά, αβοήθητα. Μετά τη σύγκρουση, μίλησα με μία κοπέλα που είχε τραυματιστεί σοβαρά και πέθανε την επόμενη ημέρα από εσωτερική αιμορραγία. Όταν το είπα αυτό στον ανακριτή, η απάντησή του ήταν πως ούτως ή άλλως θα πέθαινε. Την καταδικάσανε, πριν την πάνε στο νοσοκομείο. Του είπα, “γιατί δεν την πήγανε στο νοσοκομείο να πεθάνει αξιοπρεπώς και όχι μέσα σε ένα βαγόνι περιμένοντας για βοήθεια, που δεν ήρθε τελικά ποτέ, ανταποκρίθηκε λέγοντας “ήταν κρίσιμη η κατάστασή της”.
Επίσης, μίλησα και με ένα παλικάρι, έξω από το βαγόνι, ο οποίος ήταν μια χαρά, υγιής, έτρεχε ζητώντας βοήθεια για την κοπέλα του. Τον είδα μετά στις ειδήσεις, στους νεκρούς και δεν το πίστευα. Ζήτησα από τον ανακριτή να μάθω για αυτό το παιδί και στην τελική αναγκάστηκε να μου αποκαλύψει πως βρέθηκε έξω από το τρένο, σε ένα δέντρο, απανθρακωμένος, σε στάση πυγμάχου. Αν υπήρχε η κατάλληλη βοήθεια, ώστε να μην χρειαστεί να προσεγγίσει εκείνη την περιοχή, ίσως να ζούσε αυτό το άτομο», περιγράφει συγκλονιστικά.
Η ίδια αντιμετωπίζει έως σήμερα, σοβαρά προβλήματα υγείας. «Αμέσως μετά το δυστύχημα, απέκτησα θέμα µε την όρασή μου, ενώ δεν είχα ποτέ ζητήματα με τα μάτια μου. Αντιμετωπίζω επίσης και αναπνευστικά προβλήματα. Σήμερα ζω με εισπνεόμενα. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που εισέπνευσα εκείνο το βράδυ», τονίζει, ενώ μου εξηγεί πως ακόμη ψάχνει να βρει τι προκάλεσαν όλα αυτά τα θέματα υγείας.
«Μετά από τρία χρόνια, επιζώντες και συγγενείς των νεκρών τρέχουμε για τα αυτονόητα. Προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Έχω κουραστεί να με κοροϊδεύουν, έχω κουραστεί να μου πατάνε την αξιοπρέπεια, να προσπαθούν να με βγάλουν τρελή. Λες και όλοι ξέρανε, εκτός από εμάς. Σαν να μην ήμασταν εκεί, σαν να μην είδαμε, να μην ακούσαμε, να μην μυρίσαμε. Από την αρχή ως το τέλος τα Τέμπη είναι ένα έγκλημα που συγκαλύπτεται. Και συνεχίζεται ακόμη», λέει.
«Δεν πιστεύω πως υπάρχει άνθρωπος που θέλει να κληροδοτήσει τέτοιο κράτος στα παιδιά και τα εγγόνια του. Αν δεν βγούμε όλοι στο δρόμο να απαιτήσουμε εμπεριστατωμένες απαντήσεις, είμαστε άξιοι της τύχης μας. Έστω και αργά, ας κάνουμε κάτι», καταλήγει η ίδια.

«Το να είσαι επιζών είναι μια ισόβια κάθειρξη σε μια ανάμνηση την οποία δεν έχεις επιλέξει»
Ο Δημήτρης Κωσταρέλος, μία νύχτα πριν μιλήσουμε, ταξίδευε από την Αθήνα. Αυτήν τη φορά όμως, με ΚΤΕΛ. «Όταν έφτασα στο σπίτι σήμερα το πρωί, σκέφτηκα “κοίτα να δεις που έφτασα αυτήν τη φορά”. Μου βγήκε πολύ αυθόρμητα». Μου εκμυστηρεύεται πως στη διαδρομή της επιστροφής -που όπως και τότε ήταν την επομένη της Καθαράς Δευτέρας- είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι μπορεί να συμβεί κάτι κακό πάλι.
«Ήταν κόλαση επί γης. Εκείνο το βράδυ ήμασταν μόνοι μας, δεν υπήρξε καμία άλλη βοήθεια», μου λέει αρχικά. «Σήμερα, κοιτώντας πίσω μπορώ να πω ότι ο καθένας από εμάς, το έχει αντιμετωπίσει εντελώς διαφορετικά. Προσωπικά, δεν το έχω βάλει κάτω, με πολύ βάρος και δυσκολία, κάποιες μέρες. Ωστόσο, το γεγονός ότι πλέον μπορώ και έχω μια καθημερινότητα, δεν πάει να πει ότι έχω ξεπεράσει το τραύμα μου, φυσικά. Απλά έχω συμφιλιωθεί μαζί του και έχω καταλάβει ότι θα είναι πάντα εκεί.
Δεν μετανιώνω αυτό που έζησα. Δεν έχω πει ούτε λεπτό γιατί σε μένα. Δεν έχω πει ούτε λεπτό να μην μου συνέβαινε. Νιώθω πολύ ευγνώμων. Έχω δει τη ζωή με μια διαφορετική ματιά, άμα δεν ζήσεις μια τέτοια εμπειρία δεν μπορείς να τα καταλάβεις όλα αυτά πολύ εύκολα. Βέβαια, άμα ζεις μια τέτοια εμπειρία μπορεί και να μην τα καταλάβεις και ποτέ. Δεν θέλω να νιώθω ενοχές, δεν θέλω πια να κάθομαι να εγκλωβίζομαι σε αυτήν τη στερεοτυπική εικόνα για τους επιζώντες», υπογραμμίζει.
Στη συνέχεια, αναφερόμενος στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των επιβατών, επισημαίνει πως «περίπου μετά από εφτά μήνες και αφού πλήρωνα κανονικά τα φάρμακα και τους ψυχολόγους μου, είχε βγει τότε η Ντίνα Μαγδαλιανίδη (σ.σ. επιζήσασα, πολυτραυματίας) και δήλωσε δημόσια πως το σύστημα υγείας δεν κάλυψε τα πολυδάπανα ιατρικά της έξοδα. Ταρακουνήθηκαν και τότε δόθηκε η εντολή στα αρμόδια τμήματα του ΕΟΠΥΥ, να δεχτούν όλες τις αποδείξεις, ώστε να μας εκκαθαρίσουν όλο το ποσό που δώσαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν υπήρχε μία συντονισμένη ενημέρωση σε αυτούς που θα έπρεπε δηλαδή στους επιζώντες ακόμη και στους γονείς. Πλέον, δεν έχω συμμετοχή στα φάρμακα».
«Δεν θέλω να πιστεύω στον παράγοντα τύχης, το να λέμε ότι όλα αυτά είναι στη μοίρα, είναι σαν να αθωώνουμε τους ενόχους. Εδώ δεν μιλάμε για μοίρα ή τύχη, μιλάμε για μία παθογόνα κατάσταση στην ελληνική κοινωνία και πόσο μάλλον στον ελληνικό σιδηρόδρομο», ξεκαθαρίζει και προσθέτει πως «λένε ότι το συγγνώμη είναι πράξη και όχι μόνο λόγια για την τηλεόραση. Εγώ θα ήθελα να την ακούσω. Να παραδεχτεί κάποιος ότι εκείνο το βράδυ έγινα μια “χαζομάρα”».

«Δεν πιστεύω στη δικαιοσύνη έτσι όπως είναι αυτή τη στιγμή διαμορφωμένη, γιατί δεν υπάρχει αξιοκρατία, όχι μόνο στα δικαστήρια, αλλά ούτε στην κοινωνία. Οπότε για μένα, προσπαθώ να φέρω εγώ τη δικαιοσύνη για τον εαυτό μου. Θεωρώ πως μας φοβούνται και σκεφτόμαστε πως αν δοθεί περισσότερη δημοσιότητα σε εμάς μπορεί να προσπαθήσουν να μας πουν πώς είχαμε άγνοια λόγω του σοκ», σημειώνει ο Δημήτρης.
«Οι επιζώντες, προσπαθούμε όσο γίνεται να μην στιγματιστούμε κι εμείς, όπως έχει γίνει με τον Σύλλογο και άλλα πρόσωπα τα οποία έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα. Λόγω του δυστυχήματος έχουμε έρθει πολύ πιο κοντά, είμαστε σαν οικογένεια πλέον», συμπληρώνει.
«Δεν ζητώ οίκτο στην ουσία, ζητώ ενσυναίσθηση. Το να είσαι επιζών είναι μια ισόβια κάθειρξη σε μια ανάμνηση την οποία δεν έχεις επιλέξει»
«Για μένα, το χαμόγελό μου είναι η πανοπλία μου. Κάθε μέρα καταβάλλω εξαντλητική προσπάθεια, απλώς για να φαίνομαι κανονικός και θεωρώ ότι αξίζω την αναγνώριση ότι αυτό που κουβαλάω παραμένει ασήκωτο. Μην μπερδεύουμε τη δύναμη με την απουσία πόνου. Νομίζω αυτό ισχύει και για αρκετούς επιζώντες -τουλάχιστον για εκείνους που μιλάω εγώ- γιατί υπάρχουν και αρκετοί οι οποίοι δεν γνωρίζουμε καν ότι ήταν μέσα στο τρένο. Υπάρχουν άτομα τα οποία δεν έχουν το κουράγιο να βγουν από το σπίτι τους και να κινηθούν νομικά. Υπάρχουν άτομα τα οποία απλά έγινε αυτό που έγινε και πέρασε χωρίς να τους αγγίξει. Αυτά τα άτομα πρέπει να ξέρουν ότι υπάρχει μια ομάδα επιζώντων που είναι ανοιχτή στο να τα αγκαλιάσει». Με αυτά τα λόγια, ο Δημήτρης κλείνει τη συζήτησή μας.

«Το μεγαλύτερο όπλο στα χέρια των επιζώντων είναι οι μαρτυρίες τους»
«Στο τέλος θα μας βγάλουν και εντελώς τρελούς, θα μας πούνε ότι δεν ήμασταν καν μέσα», σχολιάζει η Εύη Τσάπαρη, που το τελευταίο βράδυ του Φεβρουαρίου, πριν τρία χρόνια, γυρνούσε μαζί με έναν φίλο της, τον Νίκο, στη Θεσσαλονίκη.
«Έχεις το εισιτήριο;», τη ρωτάω. Εκείνη μου απαντά καταφατικά. «Το είχα κλείσει από το ίντερνετ. Και ευτυχώς δηλαδή, γιατί το έχω σαν απόδειξη».
«Ήμασταν στις τελευταίες θέσεις στο Βαγόνι 3», ξεκινά να μου αφηγείται. «Γενικά υπήρχε ένα περίεργο κλίμα στη διαδρομή, είχαμε πολλές καθυστερήσεις. Θυμάμαι τον κόσμο που ρωτούσε τους ελεγκτές τι γίνεται και γιατί καθυστερούμε τόσο. Μας έλεγαν ότι επειδή έχει μονοδρομηθεί η γραμμή, περιμένουμε ουσιαστικά να περάσουν τα τρένα από την αντίθετη, για να συνεχίσουμε εμείς τη δική μας πορεία.
Αυτό που επικράτησε μετά ήταν το χάος. Είναι σαν τις ταινίες που βλέπεις, όπου έχει γίνει μια καταστροφή και δεν ξέρεις πώς να αντιδράσεις. Δεν μπορώ ούτε να το περιγράψω».
Σχετικά με τη στήριξη που έχουν λάβει οι επιζώντες των Τεμπών από την Πολιτεία, η Εύη τονίζει πως «η μόνη βοήθεια που υπήρξε ήταν στο πλαίσιο “βρείτε μόνοι σας ψυχολόγους, πληρώστε τις συνεδρίες και μετά μπορείτε να καταθέσετε τις αποδείξεις στον ΕΟΠΥΥ και να πάρετε τα χρήματά σας πίσω”. Αυτό βέβαια, δεν είναι πολύ δόκιμο, γιατί κάποιος που δεν έχει να δώσει και αυτά τα 50 ευρώ που συνήθως ζητάνε οι ειδικοί, ούτε μπορεί να περιμένει να τα πάρει πίσω προφανώς, δεν μπορεί και να αναζητήσει ψυχολογική υποστήριξη. Με αυτόν τον τρόπο, έχουμε πλήρη κάλυψη στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Από την άλλη, οι γραμμές που είχαν φτιάξει στην αρχή, ήταν τελείως ανοργάνωτες, Μιλούσες με κάποιον και την επόμενη μέρα θα μιλούσες με κάποιον άλλον. Θα έπρεπε δηλαδή να τα ξαναπείς. Αυτό προφανώς δεν είναι βοήθεια, είναι απλά παίρνω κάπου και λέω τα προβλήματά μου. Η ψυχολογική υποστήριξη είναι πολύ σημαντική, γιατί πέρα από τους πολυτραυματίες και τα άτομα που ακόμα ταλαιπωρούνται σωματικά, οι περισσότεροι επιζώντες παλεύουν κυρίως με τα ψυχολογικά θέματα που μας έχει αφήσει το δυστύχημα. Περπατάμε στον δρόμο και μπορεί να μας πιάσει κρίση πανικού από έναν απλό θόρυβο. Απλά νομίζω ότι επειδή στην Ελλάδα, τα θέματα ψυχικής υγείας τα βάζουμε σε δεύτερη μοίρα, ίσως θεωρούν ότι “εντάξει, τρομάζεις καμία φορά στις δέκα μέρες”».
Για την εκδίκαση της υπόθεσης των Τεμπών, που έχει προγραμματιστεί για τις 23 Μαρτίου, η ίδια δηλώνει απαισιόδοξη. «Αρχικά, το πρόβλημα ξεκίνησε από τον ανακριτή, ο οποίος δεν κάλεσε σχεδόν κανέναν επιζώντα. Κάλεσε επιζώντες είτε μέσω πραγματογνώμονα, είτε μετά από δική μας πρωτοβουλία, στέλνοντας αίτηση μέσω του Gov. Και πάλι, δεν κάλεσε όλους όσους την έκαναν. Νομίζω το μεγαλύτερο όπλο στα χέρια των επιζώντων είναι οι μαρτυρίες τους και αυτό τους τρομάζει.
Γενικά, προσπαθούν να μας υποβαθμίσουν. Ότι δεν ακούσαμε καλά. Έχουν πει σε επιζήσασα ότι δεν μπορούν να λάβουν υπόψη την μαρτυρία της, επειδή ήταν ψυχικά συγχυσμένη εκείνο το βράδυ. Λένε σε παιδιά που ήταν πιο πίσω στα βαγόνια ότι δεν κατάλαβαν τι έγινε. Όχι, μια χαρά κατάλαβαν. Και ευτυχώς, αυτά τα άτομα βγήκαν πιο σώα, για να μπορέσουν να έχουν μια καλύτερη οπτική της κατάστασης. Να έχουν περισσότερη ψυχραιμία και να παρατηρήσουν πράγματα που οι πιο τραυματισμένοι δεν μπορούσαμε να δούμε».
«Δεν αναφέρει κανείς τους επιζώντες. Προφανώς και δεν συγκρινόμαστε με τα 57 άτομα που σκοτώθηκαν. Πρέπει να δίνουμε περισσότερη βαρύτητα σε αυτούς που έφυγαν. Απλά, κάπου ήμασταν κι εμείς εκεί. Και έχουμε και τα δικά μας θέματα που προσπαθούμε να λύσουμε. Θα έπρεπε να μας ακούνε. Να μας έχουν λίγο στο μυαλό τους», μου λέει.
«Γιατί μας θυμούνται κάθε Φλεβάρη; Και τους υπόλοιπους έντεκα μήνες υποφέρουμε. Νομίζω ότι έχουμε την αντιμετώπιση κυρίως του “εντάξει, ζήσατε, ήσασταν τυχεροί, απλά προχωρήστε τη ζωή σας”. Κανένας δεν αναλογίζεται ότι αυτή η ζωή που συνεχίζουμε είναι γεμάτη με φοβίες, με μετατραυματικό στρες, με εφιάλτες, κρίσεις πανικού. Δεν είναι ότι βγήκαμε, ζήσαμε και συνεχίζουμε τη ζωή μας ακριβώς εκεί που την αφήσαμε. Σκοτώθηκε και ένα δικό μας κομμάτι εκείνο το βράδυ και προσπαθούμε να πορευτούμε χωρίς αυτό».

«Φοβούνται τις μαρτυρίες μας»
Η Σταυρούλα Καψάλη, εκείνο το βράδυ ταξίδευε μόνη της από το Μουζάκι Καρδίτσας, τον τόπο καταγωγής της. Επιβιβάστηκε στο IC62 στα Παλιοφάρσαλα στο Βαγόνι 6. «Καθόμουν αντίθετα στη φορά της αμαξοστοιχίας και έγειρα πίσω να κοιμηθώ μιας και λόγω των καθυστερήσεων θα αργούσαμε να φτάσουμε. Ξαφνικά το βαγόνι άρχισε να κινείται μπρος-πίσω 5-6 φορές και θυμάμαι τον ήχο του τριξίματος στις ράγες.
Σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι, κάποιοι πήγαν στην πόρτα και προσπαθούσαν να την ανοίξουν και τελικά τα κατάφερε η γυναίκα ενός πυροσβέστη και ανέφερε ότι ξέρει από τέτοιες καταστάσεις. Δύο-τρεις κλωτσούσαν τα τζάμια με τα πόδια, τα οποία φυσικά δεν σπάνε. Όσο ακόμα ήμασταν μέσα στο βαγόνι, ήρθε δίπλα στη θέση μου μια γυναίκα τραυματισμένη που εργαζόταν στην καθαριότητα του τρένου και είχε περάσει από μπροστά μου ένα λεπτό πριν. Προφανώς επειδή ήταν όρθια η σύγκρουση την εκτόξευσε και έτρεχε αίμα από το πίσω μέρος του κεφαλιού της.
Θυμάμαι επίσης, τον Παναγιώτη Χατζηχαραλάμπους, εργαζόμενο της Hellenic, που πέρασε από το βαγόνι ένα δεκάλεπτο πριν τη σύγκρουση και δέχτηκε παράπονα από έναν επιβάτη για τις καθυστερήσεις και με ευγένεια και υπομονή απαντούσε. Αυτός ο άνθρωπος σκοτώθηκε.. Τον είδα, τον θυμάμαι, τον άκουσα και πολύ συχνά περνάει από το μυαλό μου τι να σκέφτηκαν οι μηχανοδηγοί και όσοι εργαζόμενοι ήταν μπροστά, βλέποντας ένα τρένο να έρχεται κατά πάνω τους. Να σημειώσω ότι στο σημείο δεν υπάρχει φωτισμός, ούτε κολώνες, οπότε όταν βγήκαμε ήμασταν στο σκοτάδι, φωτίζαμε το δρόμο με τα κινητά. Βλέπαμε τη φωτιά από μακριά και προχωρήσαμε προς την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε και δεν βλέπαμε τι έγινε μπροστά», περιγράφει αρχικά η ίδια.
«Ό,τι είδατε εσείς αργότερα, ήταν από προβολείς που έριξαν τα πυροσβεστικά. Τραυματίστηκα λίγο στον αυχένα και είχα αναρρωτική 15 μέρες, φόρεσα κολάρο. Τις πρώτες μέρες έπαθα κρίση πανικού -δεν είχα ξαναπάθει ποτέ- και ξεκίνησαν τα προβλήματα ύπνου επίσης περίπου 15 μέρες μετά το δυστύχημα και γι’ αυτό πήρα αγωγή για τον ύπνο για 2,5 χρόνια, με παρακολουθεί ψυχολόγος και ψυχίατρος. Υπέφερα από τύψεις για μήνες, που δεν πήγα μπροστά να βοηθήσω που δεν κατάλαβα τι έγινε, που επέζησα, που έκλεισα μια τέτοια θέση και πολλές φορές αισθάνθηκα ότι πήρα τη θέση ενός άλλου ανθρώπου “στη ζωή”. Πέρασα από διάφορα στάδια, θλίψης, άρνησης κ.α., σήμερα είμαι πολύ θυμωμένη. Θυμωμένη με ένα κράτος που δεν διασφαλίζει την ασφάλεια μετακίνησης των πολιτών της, τη γενικότερη ευημερία όλων μας. Είμαστε αναλώσιμοι για την κυβέρνηση!», προσθέτει.
«Στο σήμερα, που έχει προκύψει το ζήτημα των εκταφών, θεωρώ ότι μετά τη συγκάλυψη και το μπάζωμα, έρχεται και η φίμωση. Ο κόσμος αναρωτιέται γιατί οι συγγενείς αρνούνται, ενώ δεν ξέρει ότι η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου επιτρέπει να γίνουν τοξικολογικές, λες και έχει σημασία αν ο επιβάτης είχε πιεί κάτι, τα ελληνικά εργαστήρια έχουν απαντήσει ότι δεν μπορούν να αναλάβουν τέτοιου είδους εξετάσεων και οι αρχές δεν επιτρέπουν να σταλούν δείγματα στο εξωτερικό σε εργαστήρια της επιλογής των συγγενών», εξηγεί η Σταυρούλα.
«Πριν 2-3 μέρες μου ανέφερε επιζώντας ότι έχει δημιουργηθεί η σελίδα railway.gov.gr στην οποία μπορείς να παρακολουθείς την πορεία των τρένων σε πραγματικό χρόνο. Έγινα κουρέλι.. η πρώτη σκέψη ήταν “Τώρα; Γιατί όχι πριν;”»
Όπως διευκρινίζει «δεν κλήθηκα ποτέ για καταθέση, ούτε προσέγγισα με ιδία πρωτοβουλία τον ανακριτή. Γνωρίζω επιζώντες που κατέθεσαν πρώτα υπεύθυνη δήλωση μέσω του GOV.GR και μέσω αυτής της διαδικασίας κλήθηκαν να καταθέσουν. Ξεκάθαρα φοβούνται τις μαρτυρίες μας! Τι πιο αληθινό από κάποιον που ήταν εκεί. Μάλιστα από τους περίπου 300 επιζώντες ο εφέτης ανακριτής έχει καλέσει κάτω από 30 άτομα, 26-27 είναι νομίζω. Το διανοήστε; Οι επιζώντες είμαστε αυτόπτες μάρτυρες ενός εγκλήματος, μιας κρατικής δολοφονίας, πώς γίνεται να μην “χρειάζεται” ο εφέτης ανακριτής τις καταθέσεις μας;».
«Οι επιζώντες τραυματίες έχουμε δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και όποιος επιθυμεί ιδιώτη ψυχίατρο ή και ψυχολόγο, των οποίων τα ποσά τα πληρώνουμε και μας τα δίνει πίσω ο ΕΟΠΥΥ. Αυτό έγινε 8-9 μήνες μετά το δυστύχημα. Στην αρχή όλοι πληρώναμε κανονικά. Οι μη τραυματίες δεν δικαιούνται αυτά που ανέφερα. Λες και δεν ήταν εκεί, λες και δεν χρειάζεται κάποιος βοήθεια μετά από τέτοια εμπειρία, τέτοιο θανατικό. Το κράτος είναι απόν και για τους περισσότερους είναι κάπως εύκολο να πιστέψουν ότι η ζωή μας συνεχίζεται κανονικά. Η ζωή συνεχίζεται μεν, με κόστος δε. Η καθημερινότητα μας έχει φοβίες, εφιάλτες, θλίψη και πόνο για την εγκληματική αμέλεια που οδήγησε στο θάνατο 57 ανθρώπων», τονίζει και προσθέτει καταληκτικά:
«Δεν ελπίζω στην ελληνική δικαιοσύνη για δικαίωση, παρ’ όλα αυτά συμμετέχω στην κύρια δίκη και στη δίκη για τα διαγραφέντα βίντεο, προς το παρόν. Η συνείδησή μου δεν μου επιτρέπει να «κάτσω στην άκρη». Το θεωρώ χρέος μου να παλέψω για τη δικαιοσύνη με όποιον τρόπο μπορώ, για τους 57, τη δική μου ζωή και όλων των συνανθρώπων μου. Μόνο οι άνθρωποι έχουμε ο ένας τον άλλον, όπως έγινε κι εκείνο το βράδυ, ο ένας βοήθησε τον άλλον. Ονειρεύομαι μια μέρα που θα έχει αποδοθεί δικαιοσύνη και όλοι οι υπεύθυνοι θα είναι στη φυλακή».

Eyes on Tempi: Το εγχείρημα των επιζώντων να στρέψουν τα βλέμματα στην υπόθεση
Ο Απόστολος, επιβάτης του 6ου Βαγονιού στο τελευταίο ταξίδι του Intercity 62, είναι ένα από τα άτομα πίσω από το προφίλ Eyes on Tempi, που δημιουργήθηκε από μια μικρή ομάδα επιζώντων και τραυματιών του σιδηροδρομικού δυστυχήματος, με σκοπό την έγκυρη πληροφόρηση σχετικά με τις εξελίξεις στην υπόθεση των Τεμπών.
«Όλα ξεκίνησαν ουσιαστικά μέσα από την ομάδα ψυχοθεραπείας στο ΑΧΕΠΑ, με κάποια άτομα που γνωριστήκαμε εκεί. Βλέπαμε τους συγγενείς των θυμάτων και θέλαμε να κάνουμε και εμείς το κομμάτι μας, να συμπληρώσουμε σε όλο αυτό. Όχι να κάνουμε κάτι που έχει ήδη γίνει», επισημαίνει, συμπληρώνοντας στη συνέχεια:
«Γύρω στην πρώτη επέτειο, υπήρξε η ιδέα, μαζί με άλλα δύο άτομα, να φτιάξουμε αυτήν τη σελίδα, με σκοπό να υπάρχει ενημέρωση μέσα από εκεί, γιατί εξαρχής είδαμε μεγάλη παραπληροφόρηση και αντιφατικές πληροφορίες. Εμείς σαν επιζώντες, που έχουμε και μια πιο ενεργή δράση, παρακολουθούμε στενά ό,τι έχει να κάνει με αυτό και έχουμε επαφές με κάποιους από τους πραγματογνώμονες, γεγονός που μας δίνει το προνόμιο να μπορούμε να φιλτράρουμε όλες τις πληροφορίες. Ταυτόχρονα η σελίδα δίνει τη δυνατότητα να ενισχύουμε τα καλέσματα οποιουδήποτε θέλει να στηρίξει».
«Πραγματικά είναι μεγάλο πράγμα να βλέπεις πόσος κόσμος και από πόσα διαφορετικά μέρη στέλνει φωτογραφίες από τις πορείες που βρίσκεται ή στέλνει υποστηρικτικά μηνύματα. Είναι απίστευτο»
Ο ίδιος καταγγέλλει επίσης, την έλλειψη ενημέρωσης στους επιζώντες της επιβατικής αμαξοστοιχίας, από τις πρώτες κιόλας στιγμές. «Όσα άτομα έτυχε να πάνε εκείνο το βράδυ στο νοσοκομείο ήταν είτε επειδή είχαν πιο εμφανείς τραυματισμούς, είτε από δικιά τους πρωτοβουλία. Γενικά ό,τι έγινε ήταν από δικιά μας πρωτοβουλία. Δεν κληθήκαμε δηλαδή, να εξεταστούμε κάπου. Πάντως, από τη στιγμή που μας πήραν τα πούλμαν από το σημείο της σύγκρουσης και μας άφησαν στη Θεσσαλονίκη, δεν υπήρξε οποιοδήποτε είδους επικοινωνία από πουθενά.
Στη δική μου περίπτωση, παρόλο που το όνομα και το τηλέφωνό μου το πήραν δύο διαφορετικοί αστυνομικοί από εκεί, δεν με κάλεσε κανείς. Τα στοιχεία μου ωστόσο, δόθηκαν σε κάποιους δικηγόρους οι οποίοι μας έπαιρναν τηλέφωνο για να μας αναλάβουν στις δίκες, καμιά φορά πιεστικά και με άσχημο τρόπο».
«Γενικά, ο μόνος λόγος που ξέρω κάποια πράγματα», μου λέει στο τέλος, «είναι από άλλους επιζώντες. Η εντύπωση που έχω πάρει εγώ είναι ότι εξαρχής ο στόχος ήταν να κλείσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα η υπόθεση, να σταματήσει να συζητιέται. Οπότε το να προσεγγίσουν 350 άτομα ή και ένα κλάσμα από αυτά ας πούμε, δεν εξυπηρετούσε το αφήγημα τους, γιατί πάει κόντρα στις μαρτυρίες».




