Ρεπορτάζ

«Απειλείται» η Θεσσαλονίκη από τον υπερτουρισμό;

Τι συμβαίνει με τις υποδομές, τα δίκτυα, τις κατοικίες και τα Airbnb - Δύο ειδικοί αναλύουν στην Parallaxi το φαινόμενο του υπερτουρισμού.

Χρυσάνθη Αρχοντίδου
απειλείται-η-θεσσαλονίκη-από-τον-υπ-829994
Χρυσάνθη Αρχοντίδου

Ο τουρισμός ήταν και θα είναι για την Ελλάδα από τις ισχυρότερες βιομηχανίες και αποτελεί βασική μορφή εσόδων, ειδικότερα τους καλοκαιρινούς μήνες, μιας και η χώρα μας είναι συνυφασμένη με το μοντέλο του «ήλιος και θάλασσα».

Τι γίνεται όμως όταν ο τουρισμός υπερβαίνει τα όρια και αρχίζει να λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη μιας πόλης, αλλά και στις ζωές των κατοίκων της; Ας μιλήσουμε για το φαινόμενο του υπερτουρισμού.

Ο υπερτουρισμός δεν αποτελεί νέο πρόβλημα, αλλά πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο με μεγάλες διαστάσεις. Τουρίστες οι οποίοι κατακλύζουν τους δημοφιλέστερους προορισμούς, επιθυμούν να έχουν μια αυθεντική εμπειρία κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους και να «ζουν σαν ντόπιοι». Ως αποτέλεσμα, οι μόνιμοι κάτοικοι των περιοχών αυτών, που εξαρτώνται οικονομικά από τον τουρισμό, καταλήγουν να ζουν ανάμεσα σε τουρίστες, με την ταυτότητα του τόπου τους να «εξαφανίζεται» μέσα σε καταστήματα με σουβενίρ, τουριστικές ομάδες και πλήθη, γεμάτα μπαρ και καφετέριες, ενώ ταυτόχρονα υποφέρουν από τις πιέσεις των τοπικών εγκαταστάσεων και υποδομών. Ο υπερτουρισμός εκτός από τις περιβαλλοντικές συνέπειες που αποφέρει σε μια περιοχή, όπως η ρύπανση (ηχορύπανση, ρύπανση σε θάλασσες από κρουζιερόπλοια, καταστροφή παραλιών και φυσικών τοπίων), έχει άμεσες επιπτώσεις στη γενικότερη ευημερία και τον τρόπο ζωής των μόνιμων κατοίκων. Οι πόλεις διαμορφώνονται με τρόπο έτσι ώστε να εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες, με αποτέλεσμα τα κέντρα να γεμίζουν με airbnb, εκτοπίζοντας τους μόνιμους κατοίκους, αυξάνοντας τα ενοίκια των κατοικιών, αλλά και το γενικότερο κόστος ζωής.

Μετά από τις δύσκολες χρονιές της πανδημίας, οι αριθμοί του τουρισμού φαίνεται να εκτοξεύονται στα ύψη και αναμένεται να ξεπεράσουν και πάλι τα προπανδημικά επίπεδα, το καλοκαίρι του 2024. Ο αριθμός των αεροπορικών θέσεων χαμηλού κόστους στην Ευρώπη, ο οποίος αυξήθηκε 10% ετησίως από το 2010 και έφτασε τα 500 εκατομμύρια το 2019, θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 800 εκατομμύρια, το 2024.

Οι δημοφιλέστεροι προορισμοί που ελκύουν το φαινόμενο του υπερτουρισμού είναι τα τουριστικά κέντρα των Ευρωπαϊκών πόλεων, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η Αθήνα. Η Βαρκελώνη, το Μπαλί, η Βενετία και το Παρίσι είναι επίσης μερικές από τις πόλεις που φαίνεται να “πνίγονται” από τον μαζικό τουρισμό. Η Βαρκελώνη βρίσκεται στο επίκεντρο αυξανόμενων ανησυχιών σχετικά με την ταχεία ανάπτυξη του τουρισμού, ιδίως κατά τις περιόδους αιχμής του καλοκαιριού. Το Destination Barcelona εκτιμά ότι το 2017 υπήρχαν 30 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις από τουρίστες στην πόλη, ενώ ο συνολικός πληθυσμός φτάνει τους 1.625.137 κατοίκους. Αυτός είναι και ο λόγος που σε ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη αυξάνονται οι διαδηλώσεις και τα κοινωνικά κινήματα κατά του υπερτουρισμού, με τους εξαγριωμένους ντόπιους να αντιμετωπίζουν τον αντίκτυπό του καθημερινά.

Ο Guardian κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην Ελλάδα σε δημοσίευμά του για τον υπερτουρισμό, τονίζοντας ότι είναι ένα από τα μέρη με τις περισσότερες επισκέψεις στον κόσμο: «ο αυξανόμενος αριθμός τουριστών όχι μόνο επιβαρύνει τις υποδομές στα νησιωτικά ειδυλλιακά θέρετρα, αλλά αυξάνει όλο και περισσότερο την επισκεψιμότητα στην Αθήνα, όπου οι κάτοικοι, όπως και αλλού, βρίσκονται στα όπλα». Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 2023, αποφασίστηκε ο περιορισμός στον αριθμό των επισκεπτών της Ακρόπολης, σε 20.000 την ημέρα. Από τον Απρίλιο του 2024, το νέο σύστημα κρατήσεων θα ισχύει και για περισσότερους από 25 άλλους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία σε όλη τη χώρα, ενώ ταυτόχρονα αναμένονται και αυξήσεις στα εισιτήριά τους. Δημοφιλή ελληνικά νησιά, όπως η Σαντορίνη και η Μύκονος, υποφέρουν επίσης από τον μαζικό τουρισμό, με τις υποδομές τους ανήμπορες να αντέξουν τον ολοένα και αυξανόμενο αριθμό ταξιδιωτών, που δεν δείχνει σημάδια εξασθένισης, σύμφωνα με το CNN.

Ωστόσο, οι τουρίστες φαίνεται ότι έχουν αρχίσει να καταλαβαίνουν τη διάσταση του προβλήματος, αφού σύμφωνα με έρευνα του 2022 από την ιστοσελίδα κρατήσεων ταξιδιών Booking.com, το 64% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι θα ήταν διατεθειμένο να μείνει μακριά από πολυσύχναστα τουριστικά αξιοθέατα για να αποφύγει την αύξηση της συμφόρησης. Το 31% δήλωσε ότι θα ήταν πρόθυμοι ακόμη και να επιλέξουν μια εναλλακτική λύση στον προτιμώμενο προορισμό τους, για να βοηθήσουν στην αποφυγή του υπερπληθυσμού.

Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης;

Η πόλη μας μπορεί να μην υποφέρει ολοκληρωτικά από το φαινόμενο του υπερτουρισμού, αλλά σίγουρα η τάση για μαζικό τουρισμό έχει γίνει φανερή και αισθητή τα τελευταία χρόνια, με τα τουριστικά λεωφορεία να κατακλύζουν τους κεντρικούς δρόμους, τα airbnb να πληθαίνουν επικίνδυνα και τα ενοίκια να εκτοξεύονται σε άπιαστες τιμές.

Ο Λουκάς Τριάντης, επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, εξηγεί στην Parallaxi το φαινόμενο του υπερτουρισμού και την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα: 

«Ως κάτοικοι, πολίτες αλλά και επιστημονική κοινότητα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι ροές τουρισμού στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε πολλά ακόμη μέρη της Ελλάδας, αυξάνονται έντονα τα τελευταία χρόνια. Αυτό μπορεί να το παρατηρήσει κανείς και από την καθημερινή εμπειρία στην πόλη, βλέποντας πολλές περισσότερες ομάδες τουριστών σε πολλά διαφορετικά σημεία. Είναι σημαντικό να πούμε ότι υπάρχει μία αυξανόμενη ροή τουριστών στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία 10 – 15 χρόνια, η οποία δεν είναι μόνο αρνητική. Υπήρξε ένα “άνοιγμα” της πόλης στον τουρισμό από γειτονικές αλλά και πιο μακρινές χώρες, το οποίο έχει θετικές όψεις και ακόμα δεν μπορούμε να πούμε ότι η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στην προβληματική όψη του υπερτουρισμού, συγκριτικά με άλλες πόλεις, όπως η πρωτεύουσα μας, η Αθήνα. Εκεί το πρόβλημα είναι εντονότερο, καθώς πρόκειται για το κέντρο της πόλης με τα ιστορικά μνημεία, το οποίο τουριστικοποιείται πάρα πολύ γρήγορα. Το φαινόμενο του υπερτουρισμού είναι πολύ έντονο και στα ελληνικά νησιά, με ακόμα και μικρότερα νησιά, όπως τη Σίφνο και τη Σέριφο, να βρίσκονται υπό την απειλή καταστροφής λόγω του τουρισμού». 

Οι τρεις πιέσεις που δέχεται η Θεσσαλονίκη από τον μαζικό τουρισμό αφορούν τα δίκτυα, τις υποδομές και τις κατοικίες της πόλης, σύμφωνα με τον κ. Τριάντη: 

«Ωστόσο, υπάρχουν και στη Θεσσαλονίκη κάποιες όψεις, οι οποίες φαίνεται πως την οδηγούν στον υπερτουρισμό. Η βασική πίεση που δημιουργείται από τον μαζικό τουρισμό, είναι ως προς τα δίκτυα και τις υποδομές της πόλης. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα δίκτυα της πόλης μπορούν να αντέξουν τον παραπάνω πληθυσμό, εννοώντας τα μεταφορικά δίκτυα, αλλά και τα δίκτυα αποχέτευσης, νερού και ηλεκτρικού ρεύματος. Πρέπει να δούμε αν υπάρχουν επαρκή δίκτυα μεταφοράς και δημόσιας συγκοινωνίας για τους τουρίστες που έρχονται στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι δεν θα θέλαμε να κινούνται με οχήματα ΙΧ, σε μία πόλη η οποία ήδη αντιμετωπίζει ένα σημαντικό κυκλοφοριακό πρόβλημα. Όσον αφορά τα υπόλοιπα δίκτυα, έχουμε δει δίκτυα να καταρρέουν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως στη Μύκονο πριν από μερικά καλοκαίρια, όταν κατέρρευσε το δίκτυο της αποχέτευσης. Έτσι, υπάρχει και αυτός ο κίνδυνος στη Θεσσαλονίκη, με δίκτυα τα οποία φοβόμαστε ότι δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στον μαζικό τουρισμό. 

Η άλλη βασική πίεση που δημιουργείται είναι ως προς τις κατοικίες. Ο υπερτουρισμός δημιουργεί πιέσεις που αφορούν τις πιο τουριστικές  -και συνήθως κεντρικές – περιοχές μιας πόλης. Ως εκ τούτου, επηρεάζουν συγκεκριμένες εισοδηματικές ομάδες ενοικιαστών, όπως τους νέους ανθρώπους και τους φοιτητές. Η Θεσσαλονίκη έχει μια ιδιαιτερότητα, ως προς το κέντρο της και τα περίχωρά του, όπου έχει συγκεντρωθεί πλήθος φοιτητών. Αυτό δεν συμβαίνει ούτε στην Αθήνα, αλλά ούτε και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Μιλάμε για μία ζώνη στο κέντρο και γύρω από αυτό, που κατοικείται κυρίως από φοιτητές, οι οποίοι είναι μία ιδιαίτερη ομάδα, καθώς εναλλάσσονται κάθε μερικά χρόνια και δεν έχουν τις ίδιες οικονομικές δυνατότητες με τους μόνιμους κατοίκους. Τα παραπάνω, καθιστούν τον φοιτητικό πληθυσμό πιο ευάλωτο σε πιέσεις που μπορεί να δημιουργούνται από τον υπερτουρισμό, που αφορούν τις αυξήσεις στα ενοίκια και μπορεί να οδηγήσουν σε εκτοπισμούς.

Το ευρύτερο κέντρο συνήθως είναι το μέρος που αναλαμβάνει τον μεγαλύτερο φόρτο από τους ταξιδιώτες, μιας και εκεί βρίσκονται τα ιστορικά μνημεία, αλλά και όλες οι επιχειρήσεις εστίασης και αναψυχής. Η Θεσσαλονίκη είχε και έχει την τύχη, το κέντρο της να μην έχει τουριστικοποιηθεί πλήρως, μιας και λόγω της ιστορίας και του τρόπους πολεοδόμησής της, υπάρχει ακόμα πλήθος κατοικιών εκεί, που ακόμα επιμένει. Η πίεση στις υποδομές οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι οι περισσότερες παλαιές υποδομές βρίσκονται στο κέντρο της πόλης, ενώ ταυτόχρονα έχουμε και πολύ υψηλές πυκνότητες κατοίκησης. Δηλαδή μιλάμε για μία περιοχή που μαζεύει όλες αυτές τις προκλήσεις την ίδια στιγμή, δημιουργώντας συνθήκες οι οποίες στο μέλλον μπορεί να είναι χειρότερες από αυτές που υπάρχουν σήμερα

Μία ακόμα παράμετρος με σημασία είναι ότι όταν ένα μέρος τουριστικοποιείται πολύ, δημιουργείται μία αίσθηση αποξένωσης στους κατοίκους της. Μπορεί οι μόνιμοι κάτοικοι, να νιώθουν ότι δεν αναγνωρίζουν πλέον τη γειτονιά που μένουνε ή να αισθάνονται μία απειλή. Επιβαρύνεται συνολικά όλη η καθημερινότητά τους. Αυτό που θα χρειαζόταν να γίνει είναι ο δήμος να προστατεύσει κατά προτεραιότητα τους κατοίκους και στη συνέχει να μπορέσει αυτό να συνδυαστεί με τους ταξιδιώτες, τους οποίους φυσικά θέλουμε».

Ο Κωνσταντίνος Τζάρος, Πρόεδρος του Συλλόγου Μεσιτών Θεσσαλονίκης, αναλύει την ανάπτυξη των Airbnb και πώς αυτή έχει επηρεάσει τους κατοίκους της πόλης: 

«Η διαδικασία του Airbnb ξεκίνησε πριν από κάποια χρόνια ως μια εναλλακτική, όταν τα εισοδήματα ήταν χαμηλά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Εν συνεχεία, φάνηκε ότι ήταν πιο αποδοτικό μέτρο αξιοποίησης για τα μικρά διαμερίσματα και όχι τόσο πολύ με τα μεγάλα, σε σχέση με την κανονική μίσθωση. Το αποτέλεσμα που είχε αυτή η διαδικασία ήταν διπλό. Από την μία, μεγαλύτερο μέρος των μικρών διαμερισμάτων στραφήκαν στο Airbnb, από τη στιγμή που υπήρχε πληρότητα από τον τουρισμό. Από την άλλη, δημιουργήθηκαν περισσότερα μικρά διαμερίσματα, “σπάζοντας” τα μεγαλύτερα. Ως αποτέλεσμα, σημειώθηκε έλλειψη των μεγαλύτερων διαμερισμάτων και  άνοδος στις τιμές, με ζήτηση και χωρίς προσφορά. Ακόμα και στα μικρά διαμερίσματα, πάρα την πληθώρα της ζήτησής τους, υπήρχαν περιορισμένες επιλογές.

Αναφορικά με τον υπερτουρισμό στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Τζάρος επισημαίνει ότι «μπορεί να απειλήσει τους πάντες»

«Σε αρκετά σημαντικό βαθμό, το ζήτημα με τον υπερτουρισμό έχει αρχίσει να μεταφέρεται και στη Θεσσαλονίκη. Η διαφορά με την πρωτεύουσα, είναι ότι έχει πολλά διαφορετικά σημεία ενδιαφέροντος, ενώ στη Θεσσαλονίκη το κέντρο είναι ένα. Υπάρχει και το παραλιακό μέτωπο που προσελκύει το ενδιαφέρον των τουριστών και αντίστοιχα των airbnb, αλλά οι περισσότερες από τις υπόλοιπες περιοχές δεν αποτελούν σημεία προσέλκυσης ενδιαφέροντος. Στις περιοχές της Θεσσαλονίκης μπορεί να μην έχουμε τον υπερτουρισμό που έχει παρατηρηθεί στην Αττική, αλλά αρχίζουμε να εμφανίζουμε μερικά από τα ίδια φαινόμενα.

Στην πραγματικότητα ο υπερτουρισμός απειλεί τους πάντες. Φυσικά, απειλεί τους φοιτητές, γιατί τους εκτοπίζει από το κέντρο, οι οποίοι συνηθίζουν να εγκαθίστανται στο κέντρο και λίγο ανατολικά. Πλέον, βλέπουμε ότι οι φοιτητές επιλέγουν και τα δυτικά, όπου τα ενοίκια είναι φθηνότερα. Ωστόσο, επειδή δεν έχουμε δει σημαντικές αυξήσεις στα εισοδήματα, μπορούμε να πούμε ότι το φαινόμενο είναι ικανό να επηρεάσει όλες τις κοινωνικές και εισοδηματικές ομάδες. Από έναν εργένη, ο οποίος δεν μπορεί με τον βασικό μισθό να ανταπεξέλθει οικονομικά σε ένα διαμέρισμα 50 τετραγωνικών, μέχρι και τις πολυμελείς οικογένειες, οι οποίες αναζητούν μεγάλα διαμερίσματα με πολλά δωμάτια στο κέντρο και δεν βρίσκουν». 

«Η λύση δεν είναι να απαγορευτεί η δημιουργία περισσότερων Airbnb», τονίζει ο κ. Τζάρος: 

«Η δημιουργία περισσότερων Airbnb είναι υγιής, αρκεί να μπορέσει να αναπτυχθεί όλο το υπόλοιπο δίκτυο της πόλης. Η λειτουργία του Μετρό είναι πάρα πολύ κρίσιμη και για το Airbnb, γιατί θα δώσει Airbnb και σε άλλες περιοχές, με αποτέλεσμα να αποφορτιστεί το κέντρο. Αυτό θα διευκολύνει και τους μόνιμους κατοίκους, αλλά και τους τουρίστες. Από την άλλη, χρειάζεται η ανάπτυξη περιοχών από έργα που έχουν εξαγγελθεί, όπως αυτά για τη δυτική είσοδο της πόλης. Αν αναπτυχθούν εκεί πέρα κατοικίες, δημιουργείται ένα μεγαλύτερο απόθεμα και θα είναι πιο διαχειρίσιμη η κατάσταση». 

Ο κ. Τριάντης, αναλύει τις πιθανές πρακτικές που θα μπορούσε να υιοθετήσει η Θεσσαλονίκη για την αποφυγή των αρνητικών συνεπειών του μαζικού τουρισμού: 

«Δεν υπάρχουν ακόμα ποσοτικά στοιχεία για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε τη δυναμική του φαινομένου στην πόλη. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν τρεις δέσμες μέτρων για τον μαζικό τουρισμό στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη δέσμη είναι αυτό που θα ονομάζαμε περιοριστικά μέτρα, αν κριθεί ότι η κατάσταση ξεφεύγει. Για παράδειγμα ο δήμος ή η πολιτεία μπορεί να πει ότι η πόλη έχει τη φέρουσα ικανότητα να αντέξει περίπου x, y χιλιάδες τουρίστες και να το ποσοτικοποιήσει σε σχέση με τα τουριστικά καταλύματα και τα airbnb, για να εφαρμόσει περιορισμούς. 

Μία δεύτερη δέσμη μέτρων αφορά την ενίσχυση των υποδομών της πόλης, ώστε να καλύψει τις ανάγκες των τουριστών και ταυτόχρονα να εξασφαλίσει ότι βελτιώνονται οι καθημερινές ανάγκες των κατοίκων. Για παράδειγμα, η δημόσια συγκοινωνία είναι άκρως σημαντική και αποτελεί πρόβλημα της πόλης, ακόμα και όταν δεν υπάρχει πλήθος τουριστών. Το Μετρό φυσικά ελπίζουμε να ανοίξει σύντομα αλλά είναι αναγκαία και μία καλύτερη εξυπηρέτηση με τα λεωφορεία, για τουρίστες και μόνιμους κατοίκους, ένα πυκνότερο και πιο αξιόπιστο δίκτυο για εντός της πόλης αλλά και για τη σύνδεση με το αεροδρόμιο. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να ενισχυθούν οι δημόσιοι χώροι και το πράσινο που υπάρχουν στην πόλη, εντός του κέντρου και περιφερειακά, κάτι το οποίο θα είναι ευεργικό για κατοίκους και για επισκέπτες. 

Σε μία τρίτη δέσμη μέτρων, θα μπορούσε ο δήμος ή η πολιτεία να διαγνώσει ποιο είναι το πρόβλημα και ποιες είναι οι ελλείψεις που δημιουργούνται, ποιες κοινωνικές ομάδες και περιοχές υφίστανται τη μεγαλύτερη επιβάρυνση. Με αυτόν τον τρόπο, ο δήμος / πολιτεία θα μπορούσε να εφαρμόσει ενεργητικά μέτρα, να προσθέσει δηλαδή πράγματα που λείπουν. Αν για παράδειγμα ένα μεγάλο πρόβλημα είναι η πίεση ως προς την φοιτητική κατοικία, θα μπορούσε να προστεθεί μία νέα φοιτητική στέγη».

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα