Περάσαμε ένα συννεφιασμένο πρωινό με ερασιτέχνες ψαράδες του Θερμαϊκού ζώντας την εμπειρία
Δεκάδες άνθρωποι καθημερινά δοκιμάζουν την τύχη τους ελπίζοντας σε μια καλή ψαριά
Σάββατο πρωί. Οι δείκτες στο ρολόι δείχνουν 10:15. Η θερμοκρασία δείχνει αριθμούς που πλησιάζουν τους 0 βαθμούς και στο χείλος του κρηπιδώματος, στέκονται ήδη αρκετοί ψαράδες.
Άλλοι κάθονται στο καρεκλάκι τους, άλλοι όρθιοι με τα καλάμια. Όλοι, με το βλέμμα καρφωμένο στη θάλασσα.
Όλοι, περιμένουν σιωπηλά, με την ελπίδα για μια καλή ψαριά. Και είναι αποφασισμένοι να κάτσουν εκεί, μέχρι να ικανοποιήσουν το στόχο τους.
Δεν χρειάζονται πολλά. Ένα καρεκλάκι για να αντέξει η αναμονή, μερικά δολώματα, μια παγοθήκη για να διατηρήσουν σε καλή θερμοκρασία ό,τι καταφέρουν να πιάσουν και τη διάθεση να συνεχίσουν, ακόμη κι όταν η θάλασσα μοιάζει απρόθυμη.
Τα απαραίτητα είναι λιγοστά όμως η υπομονή, άφθονη.
Δεν είναι λίγοι. Σε όλο το μήκος της παραλιακής στη Θεσσαλονίκη, από το λιμάνι μέχρι το Μέγαρο και πέρα, δεκάδες είναι αυτοί που στημένοι από νωρίς, σε αποστάσεις μεταξύ τους, σαν άτυπη γραμμή, δοκιμάζουν την τύχη τους στο ψάρεμα.
Ρίχνουν τα καλάμια τους στο νερό με την ίδια κίνηση, ξανά και ξανά, με προσμονή αλλά και συνήθεια — μια επανάληψη που έχει γίνει δεύτερη φύση.
Μερικοί κουβαλούν κι ένα μικρό ηχείο. Η μουσική παίζει χαμηλά και τους συντροφεύει συνοδεύοντας τις ώρες της αναμονής. Μέχρι τη στιγμή που το καλάμι θα λυγίσει και θα χρειαστεί ξαφνικά να τραβηχτεί από το νερό, με γρήγορες και έμπειρες κινήσεις.
Οι θερμοκρασίες δεν φαίνεται να τους επηρεάζουν. Ντυμένοι καλά τον χειμώνα και προστατευμένοι από τον αέρα, συνεχίζουν αυτό που τους χαροποιεί και τους κρατά κοντά στη θάλασσα. Για κάποιους είναι τρόπος χαλάρωσης, για άλλους κομμάτι της καθημερινότητας τους — και για όλους, μια συνήθεια που δύσκολα εγκαταλείπεται.
Οι περαστικοί σταματούν για λίγο και χαζεύουν. Παρακολουθούν σιωπηλά. Πόσο μάλλον τη στιγμή που κάποιος ψαράς νιώθει πως κάτι τσιμπάει. Για λίγα δευτερόλεπτα, ο χρόνος μοιάζει να παγώνει και όλοι περιμένουν να δουν τι θα ανέβει από τα νερά στην επιφάνεια.
Άλλοτε υπάρχει επιτυχία και το ψάρι καταλήγει στο κουβά ή την παγοθήκη. Άλλοτε ξεγλιστρά την τελευταία στιγμή και επιστρέφει στα νερά του Θερμαϊκού κόλπου — εκεί όπου ανήκει.
Όλοι τους βρίσκονται στον δικό τους κόσμο. Πίσω τους, η πόλη τρέχει: περαστικοί προσπερνούν, αυτοκίνητα κορνάρουν και οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης γεμίζουν θόρυβο. Εκείνοι, ωστόσο, μένουν ακίνητοι, με το βλέμμα στη θάλασσα και τη σκέψη σε μια καλή ψαριά.
Πίσω από το Μέγαρο Μουσικής, ο Χρήστος στέκεται μόνος του από τις 7:30 το πρωί. Έχει μαζί του τα απαραίτητα και ελπίζει σε μερικές καλές ψαριές. Ρίχνει στο νερό ψεύτικο δόλωμα για να προσελκύσει τα ψάρια και ετοιμάζεται για τη δεύτερη φάση — να πετάξει το καλάμι.
«Όλη η Θεσσαλονίκη είναι ένας ψαρότοπος…»
«Όλη η Θεσσαλονίκη είναι ένας ψαρότοπος…» λέει ο Χρήστος, κοιτάζοντας κατά μήκος του Θερμαϊκού.
«Όλοι μας ξέρουμε πού θα στήσουμε. Ερχόμαστε, βάζουμε τα απαραίτητα σε ένα σημείο και ξεκινάμε τη δουλειά μας. Δολώνεις και ρίχνεις».
Όπως λέει, οι ρυθμοί είναι αργοί. «Γενικά κινούμαστε σε πολύ αργούς ρυθμούς. Το ψάρεμα πηγαίνει σιγά, γιατί για όλους μας είναι απόλαυση. Ερχόμαστε, απολαμβάνουμε τη θάλασσα και ξεχνιόμαστε».
Τα σύννεφα σκεπάζουν την πόλη. Ο Θερμαϊκός παίρνει αποχρώσεις του γκρι. Ο Όλυμπος στο βάθος αχνοφαίνεται και η θάλασσα παραμένει ήρεμη.
«Αυτός ο καιρός είναι καλός για να βγούμε να απολαύσουμε τη θάλασσα. Για το ψάρεμα είναι σχετικά ιδιαίτερος… Το ψάρεμα του ερασιτέχνη στη Θεσσαλονίκη δεν έχει να κάνει τόσο με το να πιάσεις πολλά ψάρια. Περισσότερο έχει να κάνει με το ότι θα κάτσω στην καρέκλα μου, θα αγναντεύω και θα ηρεμήσω».
Τι ισχύει για τα ψάρια που πιάνουν οι ερασιτέχνες
«Η ερασιτεχνική αλιεία δεν συνάδει με την επαγγελματική», λέει ο Χρήστος, την ώρα που βάζει στην παγοθήκη μερικά ψάρια που μόλις έπιασε. «Κατά βάση, τα καταναλώνουμε εμείς. Απαγορεύεται, ως ερασιτέχνης, να πουλάω ψάρια».
Όπως εξηγεί, για αρκετούς το ψάρεμα δεν έχει καν οικονομικό χαρακτήρα. «Υπάρχουν άνθρωποι που ψαρεύουν απλώς για την πλάκα. Πιάνουν κάτι και το ξαναρίχνουν στο νερό».
Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν διαφορετικές «κατηγορίες» στο ψάρεμα. «Είτε σαν αθλητικό, που τα πιάνουμε και τα ξαναπετάμε μέσα, είτε τα πιάνουμε και τα καταναλώνουμε για να φάμε φρέσκο ψάρι».
Ο Χρήστος έχει υπάρξει και επαγγελματίας στο παρελθόν. «Κάποια στιγμή είχα επαγγελματική άδεια. Όταν είσαι επαγγελματίας, θες να βγάλεις μεροκάματο. Στη Θεσσαλονίκη, όμως, από την Καλαμαριά μέχρι το λιμάνι απαγορεύεται, γιατί θεωρητικά όλη η περιοχή είναι λιμάνι».
Όπως λέει, το επαγγελματικό ψάρεμα με βάρκα είναι ουσιαστικά αδύνατο. «Δεν μπορείς να το κάνεις. Σε κυνηγάει το λιμενικό. Και σαν ερασιτέχνης, το να πουλήσεις ψάρια σε μια λαϊκή είναι δώρον-άδωρον — πρέπει να πιάσεις πολύ μεγάλη ποσότητα».
Το κλειδί της επιτυχίας
«Εγώ ψαρεύω αρκετά χρόνια. Από τα 12 μου ενώ τώρα είμαι 29. Έχω μάθει – και έχω συνηθίσει – να κάθομαι ακόμα και 15 ώρες δίπλα στη θάλασσα, η υπομονή είναι το παν και το ψάρεμα θέλει αρκετή»
Αποκτώντας παρέες μέσα από το ψάρεμα
«Υπάρχουν αρκετές “ομάδες” που μαζευόμαστε και ψαρεύουμε παρέα», λέει ο Χρήστος. «Διαλέγουμε ένα σημείο και σκορπιζόμαστε. Κάποιες φορές το κάνουμε και σαν διαγωνισμό — ποιος θα πιάσει τα περισσότερα. Πάντα, όμως, στο επίπεδο της πλάκας. Είναι ωραίο όλο αυτό».
Την ώρα που ο Χρήστος βρίσκεται σε μια γωνία πίσω από το Μέγαρο Μουσικής, λίγα μέτρα πιο δίπλα άλλοι ψαράδες κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Στέκονται σιωπηλοί, ρίχνουν τα καλάμια τους και περιμένουν.
«Βλέπεις; Υπάρχουν δεκάδες ψαράδες δίπλα μας και κανείς δεν ενοχλεί τον άλλον. Δεν υπάρχει περίπτωση να έρθει κάποιος να μου πει “φύγε από εδώ να στήσω τα δικά μου”», λέει. «Οι σχέσεις μας είναι πολύ καλές. Μεταξύ μας υπάρχει πάντα κατανόηση».
Όπως εξηγεί, ακόμη και στα πιο δημοφιλή σημεία της πόλης, οι άγραφοι κανόνες τηρούνται. «Εδώ που κάθομαι σήμερα είναι από τα πιο γνωστά σημεία της Θεσσαλονίκης. Βλέπουν ότι είμαι εδώ, με ρωτάνε πώς πάει το ψάρεμα και πάνε δύο μέτρα πιο δίπλα. Παντού έχει ψάρια. Η παραλία είναι τεράστια».
Για τον ίδιο, οι εντάσεις δεν έχουν θέση δίπλα στη θάλασσα. «Το να μαλώσεις για ένα σημείο είναι τραγικό…».
«Ψαρεύω εδώ 15 χρόνια και δεν έχω πάθει κάτι που τα τρώω»
«Ξεκίνησα με τον μπαμπά μου και συνεχίζω μόνος», λέει ο Χρήστος. «Ψαρεύω εδώ και 15 χρόνια και από την πρώτη στιγμή καταναλώνω ό,τι πιάνω. Δεν έχω πάθει ποτέ τίποτα».
Όπως εξηγεί, ρόλο παίζει πάντα το σημείο. «Σίγουρα έχει σημασία πού ψαρεύεις. Για παράδειγμα, στο λιμάνι τα νερά είναι λίγο περίεργα. Παρ’ όλα αυτά, τα ψάρια είναι φρέσκα».
Η συζήτηση γύρω από την κατανάλωση των ψαριών του Θερμαϊκού, όπως λέει, τον συνοδεύει από μικρή ηλικία. «Θεωρώ πως είναι μια λεπτή στιγμή. Από το δημοτικό ακόμη άκουγα πράγματα του τύπου “ίου, πώς τρως αυτά τα ψάρια; θα πάθεις κάτι”».
Παρά τις επιφυλάξεις που ακούει όλα αυτά τα χρόνια, ο ίδιος επιμένει στην προσωπική του εμπειρία. «Εγώ και η οικογένειά μου τα τρώμε και δεν έχουμε πάθει ποτέ τίποτα».
Οι συμβουλές των έμπειρων
Όσο η κουβέντα με τον Χρήστο συνεχίζεται, εμφανίζεται ο κύριος Γιώργος. Πλησιάζει χαμογελώντας και δεν χάνει την ευκαιρία για πείραγμα.
Του λέει, σχεδόν γελώντας, πως όσο εκείνος κάθεται και ψαρεύει στη γωνία πίσω από το Μέγαρο, λίγα μέτρα πιο πέρα, από την απέναντι πλευρά, «γίνεται χαμός από ψάρια».
Το πείραγμα συνοδεύεται από χαμόγελα και σύντομες κουβέντες. Ο Χρήστος απαντάει στο ίδιο κλίμα, χωρίς να αφήσει το καλάμι από τα χέρια του. Για λίγο, η κουβέντα ξεφεύγει από τους άτυπους κανόνες και τις συνήθειες και γίνεται απλώς παρέα.
Μικρές στιγμές σαν κι αυτή δείχνουν πως, πέρα από το ψάρεμα, η παραλία είναι και χώρος συνάντησης — εκεί όπου το πείραγμα, η κουβέντα και η συντροφιά είναι μέρος της καθημερινότητας.
Ο κύριος Γιώργος μοιράζεται τη δική του ιστορία
«Κάθομαι εδώ με το καλάμι μου. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο — ούτε παγοθήκες, ούτε κουβάδες, ούτε πολλή φασαρία. Απλώς εγώ, η θάλασσα και η ησυχία της».
Στα 63 του, λέει πως το ψάρεμα έχει αλλάξει νόημα. Δεν έρχεται πια για την ποσότητα ούτε για το αποτέλεσμα. «Στα 63 μου, το ψάρεμα δεν είναι πια για να πιάσω πολλά. Είναι για μένα. Για να ηρεμήσω, να δω τη θάλασσα να κινείται, να αφήσω τις σκέψεις μου να κυλήσουν».
Μιλά ήρεμα, με καλοσύνη, και αντιμετωπίζει τους γύρω του με σεβασμό. Όσοι περνούν από δίπλα τον χαιρετούν, ανταποδίδει πάντα με ένα χαμόγελο και μια κουβέντα.
«Χαιρετάω όποιον περνά δίπλα μου. Κι εκείνοι μου ανταποδίδουν ένα χαμόγελο. Είναι μικρά πράγματα, αλλά κάνουν τον χώρο πιο ζεστό, πιο φιλικό».
Μένει εκεί για ώρα, χωρίς βιασύνη. Κοιτάζει το νερό, περιμένει, σκέφτεται. Αν πιάσει κάτι, καλώς. Αν όχι, δεν τον πειράζει. Οι μέρες του περνούν έτσι — με ένα καλάμι στο χέρι και τη θάλασσα απέναντί του.
«Κι αν πιάσω ένα ψάρι; Καλώς. Αν όχι; Εξίσου καλά. Δεν έχει σημασία. Το σημαντικό είναι να είμαι εδώ, με το καλάμι στο χέρι, και να περνάω τον χρόνο μου όπως θέλω».
Ο Χαμζά από τον Λίβανο και οι πρώτες του ψαριές στον Θερμαϊκό
Περπατώντας προς την παλιά παραλία και προσπερνώντας δεκάδες ψαράδες — είτε μόνους είτε σε μικρές ομάδες — συναντάμε τον Χαμζά.
Είναι 29 χρονών και κατάγεται από τον Λίβανο. Βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη μόλις έναν χρόνο και μαθαίνει τη γλώσσα. Μιλάει σπαστά αγγλικά και προσπαθεί να χρησιμοποιεί λίγα ελληνικά, ενώ εξηγεί με χαμόγελο πώς ξεκίνησε να ψαρεύει.
«Ξεκίνησα να ψαρεύω στη χώρα μου και τώρα άρχισα και εδώ», λέει με σπαστά αγγλικά εξηγεί πως έρχεται στον Θερμαϊκό δύο με τρεις ώρες την ημέρα για να κάνει αυτό που αγαπά.
«Έρχομαι τρεις ώρες το πρωί. Ψαρεύω εδώ και χρόνια και, αφού έχουμε τη θάλασσα σε αυτή τη πόλη, το εκμεταλλεύομαι. Αγαπάω τη Θεσσαλονίκη και όλοι οι ψαράδες που συναντώ είναι καλοί μαζί μου».
«Κάποιες φορές έρχομαι το βράδυ», συνεχίζει. «Μου αρέσει να χαλαρώνω και να απολαμβάνω την ηρεμία, ειδικά όταν δεν έχει πολύ κόσμο γύρω και αυτοκίνητα».
Όταν τον ρωτάμε για τα ψάρια που πιάνει, χαμογελάει: «Δεν έρχομαι για πολλά. Πιο πολύ μου αρέσει η διαδικασία, να κάθομαι δίπλα στη θάλασσα, να βλέπω το νερό να κινείται και να ξεφεύγω από τη μέρα. Αν πιάσω κάτι, καλώς, αν όχι, δεν πειράζει».
Και για τη σχέση του με τους άλλους ψαράδες συμπληρώνει: «Μου αρέσει που όλοι είναι φιλικοί. Κάποιες φορές με καλούν να καθίσω δίπλα τους, μου δείχνουν κόλπα ή μοιράζονται δολώματα. Νιώθω ότι με δέχτηκαν γρήγορα, σαν να ψαρεύουμε μαζί εδώ και χρόνια».
Ο Χαμζά είναι ένα παράδειγμα του πώς το ψάρεμα μπορεί να φέρει ανθρώπους κοντά — όχι μόνο με τη θάλασσα, αλλά και μεταξύ τους, ακόμη και σε μια πόλη που μόλις αρχίζουν να την ανακαλύπτουν.










