«Ζ» του Γαβρά: Το πολιτικό σινεμά ως πράξη αντίστασης
Ο σπουδαίος σκιηνοθέτης θα βρίσκεται σήμερα στη Θεσσαλονίκη και η Parallaxi θυμίζει την ταινία του που άφησε εποχή
Η ταινία «Ζ» (1969) του Κώστα Γαβρά δεν είναι απλώς ένα πολιτικό θρίλερ κι ένα ορόσημο για την μεγάλη οθόνη. Είναι μια κινηματογραφική καταγγελία που γράφει ιστορία και μετατρέπει την οργή σε ρυθμό, τη μνήμη σε εικόνα.
Κατά την διάρκεια της ταινίας, βρισκόμαστε σε μια μεγάλη πόλη, μια ανώνυμης χώρας, της οποία το πολιτικό σύστημα είναι η βασιλική δημοκρατία. Ωστόσο στην πραγματικότητα βρίσκεται υπό στρατιωτικό καθεστώς. Μέσα σε αυτά τα σκοτεινά χρόνια, ένας ειρηνιστής πολιτικός – γιατρός και αθλητής, φτάνει προκειμένου να εκφωνήσει μια ομιλία που αναφέρεται στον αφοπλισμό. Κάτι που δεν αρέσει στους στρατιωτικούς, οι οποίοι καταστρώνουν ένα σχέδιο για να τον εξοντώσουν. Ο πολιτικός σκοτώνεται και η δολοφονία του καλύπτεται ως ατύχημα. Η υπόλοιπη ταινία αφορά τις προσπάθειες του ανακριτή κι ενός φωτογράφου εφημερίδας να αποκαλύψουν την αλήθεια, σε μια χώρα που η αλήθεια δεν αρέσει στις αρχές.
Για όσους γνωρίζουν την ελληνική ιστορία, η χώρα είναι η Ελλάδα, η πόλη είναι η Θεσσαλονίκη και ο πολιτικός είναι ο Γρηγόρης Λαμπράκης. Αλλά αυτό έχει μικρή σημασία, αφού πρόκειται για μια ιστορία που θα μπορούσε να είχε (και ενδεχομένως να έχει) συμβεί οπουδήποτε και οποιαδήποτε στιγμή στην ιστορία.
Σ’ ότι αφορά την κινηματογράφιση του αριστουργηματικού Κώστα Γαβρά, η ταινία ξεπερνά κατά πολύ, το επίπεδο της αναπαράστασης ενός ιστορικού γεγονότος και λειτουργεί ως παγκόσμιο σχόλιο πάνω στη φύση της εξουσίας και της συγκάλυψης. Και αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι που την κάνουν μέχρι σήμερα επίκαιρη και φυσικά διαχρονική εις τους αιώνας των αιώνων.
Εδώ ο Γαβρας επιλέγει τη φόρμα του πολιτικού θρίλερ για να αφηγηθεί μια ιστορία που, στην ουσία της, είναι πέρα για πέρα τραγική. Το γρήγορο, κοφτό μοντάζ, η νευρική κάμερα που κάνει τα πρώτα της βήματα στην ιστορία του κινηματογράφου και ο σχεδόν δημοσιογραφικός ρεαλισμός, δημιουργούν μια αίσθηση ότι το μήνυμα πρέπει να περάσει άμεσα. Ότι δεν πρόκειται απλά για μια ψυχρή αναπαράσταση γεγονότων, αλλά για μια αφήγηση που βομβαρδίζει τον τηλεθεατή, τον εμπλέκει και τον αναγκάζει να παρακολουθήσει τη σταδιακή αποκάλυψη ενός κρατικού μηχανισμού που λειτουργεί μεθοδικά και κυνικά.
Οι ερμηνείες και η σκηνοθεσία, είναι κορυφαίας ποιότητας. Το μοντάζ επίσης. Μετά τα πρώτα 15-20 λεπτά, η ταινία επιταχύνει τον ρυθμό της, ο οποίος γίνεται σφιχτός και αστραπιαία γρήγορος. Οι διάλογοι είναι συνοπτικοί και εύστοχοι – οι τελευταίες ατάκες της ταινίας, οι οποίες ειπώνονται από τον αφηγητή σου φέρνουν εύκολα δάκρυα στα μάτια.
Όσο για το καστ; Τι να πρωτοπεί κανείς. Τόσο ο Μοντάν όσο και ο Τρεντινιάν διαπρέπουν, αλλά ακόμη και οι δευτερεύοντες ρόλοι όπως αυτός του Βάγγου (Μαρσέλ Μποζουφί) και του Γιάγκου (Ρενάτο Σαλβατόρι) απεικονίζονται με εξαιρετικά ρεαλιστικό τρόπο. Η ταινία επίσης αποτελεί μεγάλη ερμηνευτική στιγμή και για την ιέρια της υποκροτικής την Ειρήνη Παπά, παρά το γεγονός ότι ο ρόλος της, την άφησε σχεδόν σιωπηλή σε ολόκληρη την ταινία.
Γροθιά στη χούντα
Δεδομένου ότι το Ζ κυκλοφόρησε ενώ η χούντα ήταν ακόμα στην εξουσία, στην Ελλάδα ήταν απαγορευμένη για αρκετά χρόνια. Μετά την πτώση της στρατιωτικής χούντας (το 1974), το Ζ κυριολεκτικά λατρεύτηκε, αν και τελικά το είδαμε στην τηλεόραση πολύ αργότερα για να αποφύγουμε την ανάδευση παθών τα οποία η χώρα έζησε για 50 χρόνια μέχρι τη Μεταπολίτευση. Όσον αφορά την πλοκή, αν δεν είσαι Έλληνας, είναι πολύ πιθανό να σου μείνουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα, αλλά σε γενικές γραμμές όμως η ταινία σκιαγραφεί απόλυτα την Ελλάδα εκείνης της εποχής.
Και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό: Ενώ το μυθιστόρημα του Βασιλικού (γραμμένο το 1966) τον οδήγησε στην εξορία από το 1967, ο Θεοδωράκης βρισκόταν ακόμα στην Ελλάδα υπό παρακολούθηση και κατάφερε να γράψει την εξαιρετική του μουσική επένδυση και να τη στείλει κρυφά στο εξωτερικό.
Η ιστορική στιγμή στα Όσκαρ και το Tonight Show
Όταν η προεπισκόπηση (τρέιλερ) του “Z” προβλήθηκε στην απονομή των βραβείων Όσκαρ, η ταινία γνώρισε standing ovation από το κοινό της αίθουσας. Γιατί; Γιατί επί της ουσίας τα Όσκαρ ήταν η αιτία για να προβληθεί μια τέτοια ταινία στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη των 60’s. Καθώς εκείνη την εποχή, οι ΗΠΑ υποστήριζαν την στρατιωτική κυβέρνηση στην Ελλάδα ενώ εγχώρια ο Μακαρθισμός εξακολουθούσε να κυνηγά οτιδήποτε κομμουνιστικό, η ταινία δύσκολα θα μπορούσε να επιβιώσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Ιβς Μοντάν που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία, μπήκε άμεσα στη μαύρη λίστα, ώστε να μη λάβει αμερικανική βίζα μετά τη συμμετοχή του σε αυτή. Μέχρι που κάποιοι που εργάστηκαν γι’ αυτό και κατάφεραν να ανατρέψουν την κατάσταση ώστε τελικά να του χορηγηθεί 24ωρη βίζα, η οποία παρατείνονταν ανα 24ωρο, προκειμένου να μπορεί να κινηματογραφήσει την ταινία “On A Clear Day You Can See Forever”.
Για τον Μοντάν έχει καταγραφεί και το εξής περιστατικό: Την ίδια ημέρα με το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας του έκανε μια έκπληξη στην εκπομπή Tonight Show του Τζόνι Κάρσον. Είπε την ιστορία για τον “Z” και σχολίασε ότι εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό την φροντίδα και την επιμέλεια της Αμερικανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και του FBI. Εκείνη την ώρα η κάμερα γύρισε δεξιά κι ένας άντρας με σκούρο κουστούμι γλίστρησε γρήγορα πίσω από την κουρτίνα των σκηνικών.
Ζήτησε συγγνώμη για την αναγκαστική απότομη αποχώρησή του, αλλά η βίζα θα έληγε τα μεσάνυχτα και έπρεπε να πάει στο αεροδρόμιο.
Επιστρέφοντας στα Όσκαρ να σημειώσουμε ότι αρχικά η ταινία ήταν υποψήφια για πέντε χρυσά αγαλματίδια (Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία, Διασκευασμένο Σενάριο, Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία, Μοντάζ) και τελικά κατέκτησε δύο (Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία και Μοντάζ).
Επίσης κατέκτησε μία Χρυσή Σφαίρα (Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας), δύο βραβεία στο Φεστιβάλ Καννών (Βραβείο Επιτροπής και Καλύτερου Ανδρικού Ρόλου – Τρεντινιάν) κι ένα BAFTA για τη μουσική επένδυση της ταινίας από τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη, ενώ ήταν υποψήφιο για άλλα τρία (Καλύτερης Ταινίας, Σενάριο, Μοντάζ).
Ο άνθρωπος με το μαύρο κουστούμι στον άγνωστο κινηματογράφο του Χιούστον
Μαρτυρία επίσης στο imdb αναφέρει πως όταν η ταινία παίχθηκε για πρώτη φορά σε έναν άγνωστο κινηματογράφο στο Χιούστον ο επισκέπτης συναντούσε στην είσοδο έναν άντρα με σκούρο κουστούμι ο οποίος καθόταν στο λόμπι. “Όταν μπήκα στο κινηματογράφο κι έβγαλα το κεφάλι μου έξω για να το μόνο άλλο άτομο που βρισκόταν εκείνη την ώρα στον χώρο, διαπίστωσα ότι απομακρυνόταν από το εκδοτήριο εισιτηρίων. Τον παρακολούθησα για λίγο καθώς περπάτησε τη μικρή απόσταση που χρειαζόταν για να φτάσει στο αυτοκίνητό μου, το οποίο είχα παρκάρει κοντά. Έβγαλε ένα σημειωμαάριο και κάτι έγραφε καθώς κοιτούσε την πινακίδα κυκλοφορίας του ΙΧ μου. Έτσι συνέβαινε τότε. Ήταν το 1969. Ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ είχε δηλώσει δημόσια ότι κανένας πραγματικά πιστός Αμερικανός δεν θα πλήρωνε χρήματα για να δει μια τέτοια αντιπατριωτική ταινία.
Το σινεμά ως τέχνη, μαρτυρία και πράξη αντίστασης
Δίχως αμφιβολία η ταινία αποτελεί ένα αποφασιστικότατο βήμα καθιέρωσης για τον Κώστα Γαβρά κι αυτό διότι ο δημιουργός δεν ενδιαφέρεται απλώς να αποδώσει δικαιοσύνη σε ένα πρόσωπο, αλλά να αποκαλύψει τον μηχανισμό που επιτρέπει την αδικία.
Το «Ζ» παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα πιο δυναμικά παραδείγματα πολιτικού κινηματογράφου. Ένα έργο που αποδεικνύει ότι το σινεμά μπορεί να είναι ταυτόχρονα τέχνη, μαρτυρία και πράξη αντίστασης.


