Ας μιλήσουμε για τη Mercosur
Το ζήτημα της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιλαμβάνεται το μέλλον της υπαίθρου της
Τόσα χρόνια που ασχολούμαι με έρευνα σε ζητήματα αγρο-περιβαλλοντικης πολιτικής είχα καταλάβει ότι η ΕΕ επενδύει συστηματικά στη βιώσιμη, τοπικά προσαρμοσμένη και περιβαλλοντικά υπεύθυνη αγροτική παραγωγή. Προχθές όμως ψηφίστηκε με ελαφρά την καρδία μια εμπορική συμφωνία που είναι σίγουρο ότι θα υπονομεύσει αυτές τις πολιτικές και άρα θα ακυρώσει εν μέρει την σχετική έρευνα και τη χρηματοδότηση της.
Πιο συγκεκριμένα, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της περιόδου 2023–2027 (κυρίως μέσω του πυλώνα ΙΙ) επιχειρεί υποτίθεται να μετασχηματίσει το ευρωπαϊκό αγροτικό μοντέλο ενισχύοντας οικολογικά σχήματα, αγροπεριβαλλοντικά μέτρα και τη βιολογική γεωργία, με σαφή τοπική διάσταση και με στόχο την ενίσχυση της βιωσιμότητας των μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων.
Σε πλήρη διάσταση από αυτή τη λογική, η συμφωνία Μercosur που ψηφίστηκε (και από τους ευρωβουλευτές της ελληνικής κυβέρνησης) κάνει τα ακριβώς αντίθετα: διευκολύνει την είσοδο στην ευρωπαϊκή αγορά αγροτικών προϊόντων (κρέας, ζωοτροφές, ζάχαρη, ρύζι, σόγια κτλ) που παράγονται σε εντελώς διαφορετικό θεσμικό, αγρο-περιβαλλοντικο πλαίσιο. Οι παραγωγοί αυτοί δεν υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις που επιβάλλει η ΕΕ στους δικούς της αγρότες – από τη χρήση φυτοφαρμάκων και αντιβιοτικών έως την προστασία της βιοποικιλότητας και των υδατικών πόρων. Το αποτέλεσμα είναι ένας ασύμμετρος ανταγωνισμός, που πλήττει ιδιαίτερα τις τοπικές και περιφερειακές αγροτικές οικονομίες της Ευρώπης.
Ειδικότερα, ως προς το περιβάλλον, η συμφωνία Mercosur έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους στόχους της ευρωπαϊκής πράσινης συμφωνίας (European Green Deal). Η ενίσχυση εμπορικών ροών που συνδέονται με αποψίλωση δασών, απώλεια βιοποικιλότητας και αυξημένες εκπομπές από μεταφορές μεγάλων αποστάσεων, υπονομεύει την αξιοπιστία της ΕΕ όταν ζητά από τους δικούς της αγρότες να επενδύσουν σε κλιματικά φιλικές πρακτικές. Δεν μπορεί να μιλάς και να χρηματοδοτείς γεωργία χαμηλού άνθρακα (carbon farming) και να υπογράφεις συμφωνίες που τα προϊόντα θα παράγονται χωρίς έλεγχο και θα μεταφέρονται στη μισή υφήλιο με τεράστιο ανθρακικό αποτύπωμα. Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη η στρατηγική Farm to Fork (από το αγρόκτημα στο πιάτο) η οποία υποτίθεται ότι προωθεί συντομότερες αλυσίδες εφοδιασμού, τοπικά συστήματα παραγωγής και διανομής τροφίμων, προστιθέμενη αξία στην ποιότητα των προϊόντων και μεγαλύτερη διαφάνεια στην προέλευση των προϊόντων. Η μαζική εισαγωγή φθηνών αγροτικών προϊόντων από τεράστιες γεωγραφικές αποστάσεις έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με αυτή τη στρατηγική, αποδυναμώνοντας τις προσπάθειές των τοπικών κοινοτήτων να επενδύσουν σε βιώσιμα τοπικά αγροδιατροφικά συστήματα και ταυτόχρονα κάνοντας τον κόσμο να χάνει την εμπιστοσύνη του στη χρηματοδοτούμενη έρευνα και στην μακροχρόνια πολιτική της ΕΕ.
Συνεπώς, το ζήτημα της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιλαμβάνεται το μέλλον της υπαίθρου της. Και είναι τουλάχιστον περίεργο πώς η ελληνική κυβέρνηση με όλους τους αγρότες ήδη στους δρόμους για αλλά επίσης πολύ σημαντικά ζητήματα ψήφισε υπέρ σε μια συμφωνία που η Ελλάδα έχει μόνο να χάσει και τίποτα να κερδίσει.
Αν ΕΕ και η ελληνική κυβέρνηση επιθυμούσαν πραγματικά να στηρίξουν την αγροτική ανάπτυξη των ευρωπαϊκών χωρών (και της Ελλάδας ειδικότερα) αλλά και τη βιώσιμη αγροτική παραγωγή σε τοπικό επίπεδο, θα έπρεπε να διασφαλίσει ότι οι εμπορικές συμφωνίες που υπογράφει δεν λειτουργούν αναιρετικά προς τις ίδιες της τις πολιτικές. Διαφορετικά, οι ευρωπαϊκές πολιτικές κινδυνεύουν να μετατραπούν σε εσωτερικές διορθωτικές πολιτικές, που απλώς προσπαθούν να μετριάσουν τις συνέπειες των άλλων επιλογών της, την ίδια ώρα που ο γεωργικός κλάδος θα συρρικνώνεται με ανυπολόγιστες συνέπειες, ειδικά για την ελληνική ύπαιθρο.


