Parallax View

Χρειάζεται ακόμα το δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ;

Είναι σπάνιο μια κοινωνική πρωτοβουλία να θέτει ταυτόχρονα, και μάλιστα με αξιώσεις, τρία τόσο σημαντικά διακυβεύματα - Γράφει ο Ν. Νικήσιανης

Parallaxi
χρειάζεται-ακόμα-το-δημοψήφισμα-για-τ-1370411
Parallaxi

Λέξεις: Νίκος Νικήσιανης

Όσο συμπληρώνονται οι τελευταίες υπογραφές στο αίτημα για δημοψήφισμα, πυκνώνουν κι οι φωνές που αντιδρούν και θα προτιμούσαν να το αποφύγουμε. Και αναμενόμενο, και θεμιτό, θα πω εγώ: έτσι είναι η δημοκρατία, φτιαγμένη από αντιθέσεις, διαφορετικά συμφέροντα κι ανάγκες. Ευχαρίστως λοιπόν από την πλευρά μας να συζητήσουμε όσο χρειαστεί. Ακόμα και με αυτούς που μέχρι πριν από λίγους μήνες φωνάζανε ότι «κάθε συζήτηση έχει τελειώσει» και η επί τόπου ανάπλαση -όπως την ξέραμε τότε, με τα ξενοδοχεία και τα εμπορικά της κέντρα- «πρέπει επιτέλους να προχωρήσει».

Σήμερα βέβαια, το κύριο επιχείρημα όσων αντιδρούν είναι μάλλον το αντίστροφο: τώρα που ανατράπηκε το αρχικό σχέδιο, λένε, το δημοψήφισμα δεν χρειάζεται πια, ή -σε μια πιο επιθετική εκδοχή- το αίτημά μας είναι άκυρο, αφού ξεκίνησε σε μια διαφορετική συνθήκη.

Πράγματι, πρώτα η διοίκηση του Δήμου, μετά η κυβέρνηση και τέλος η ίδια η διοίκηση της ΔΕΘ, έχουν ανακοινώσει από τον Ιούνη ότι εγκαταλείπουν τον αρχικό τους σχεδιασμό. Πρόκειται σίγουρα για μια θετική εξέλιξη, την οποία και δεν θα είχαμε χωρίς την πίεση των χιλιάδων υπογραφών. Αν λοιπόν θέλουμε η στροφή αυτή να ολοκληρωθεί χωρίς πισωγυρίσματα, δεν είναι αυτονόητο ότι η αιτία που την προκάλεσε πρέπει να μείνει ενεργή ως το τέλος;

Άλλωστε, δεν είναι μόνο θέμα εμπιστοσύνης: η ΔΕΘ παραμένει στα χέρια του Υπερταμείου, ενός μηχανισμού που έχει ως καταστατικό σκοπό να ξεπουλά τη δημόσια περιουσία, ενώ το νομικό οπλοστάσιο που συγκροτήθηκε για την επί τόπου ανάπλαση με την αρχική της μορφή, δηλαδή το Προεδρικό Διάταγμα με το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο, παραμένει εν πλήρη ισχύ. Όσο λοιπόν οι κίνδυνοι μένουν ενεργοί, η κοινωνία της πόλης χρειάζεται ένα αποτελεσματικό ανάχωμα. Και αυτό το ανάχωμα, όπως αποδείχθηκε, είναι το δημοψήφισμα.

Ένα πραγματικό πάρκο, μια νέα ΔΕΘ

Δεν είναι όμως αυτός ο κύριος λόγος για τον οποίο πρέπει να συνεχίσουμε. Όσοι θεωρούν ότι το δημοψήφισμα δεν έχει πια νόημα, κάνουν το εξής λάθος: το ερώτημα που προτείναμε εξαρχής, δεν επιδίωκε να πει όχι στην καταστροφική ανάπλαση, αλλά, αντίθετα, να θέσει στην κρίση των πολιτών μια διαφορετική, θετική εναλλακτική. Ήταν μια επιλογή υψηλού ρίσκου, καθώς θα ήταν σίγουρα πιο εύκολο να ζητάμε υπογραφές σε ένα ερώτημα που θα έλεγε «όχι στο real estate», παρά «ναι» σε μια συγκεκριμένη πρόταση, η οποία αναπόφευκτα θα προκαλούσε περισσότερες διαφωνίες. Το ρίσκο αυτό όμως μας βγήκε, καθώς μετά τη μεταστροφή κυβέρνησης και Δήμου, η πρότασή μας συνεχίζει να διατηρεί ακέραια την ισχύ της.

Στην πραγματικότητα μάλιστα, η πρότασή μας παραμένει σήμερα η μόνη σαφής, ρητή πρόταση που υπάρχει στο τραπέζι, καθώς επτά ολόκληρους μήνες μετά την υπαναχώρησή τους, οι αρμόδιοι φορείς δεν έχουν μπει στον κόπο να παρουσιάσουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, να μας πουν πόσα κτίρια θα χτιστούν, τί έκταση θα καλύπτουν, τί εκθέσεις θα χωράνε. Μέχρι να γίνει αυτό, το μόνο που έχουμε στα χέρια μας από το σχέδιο Μητσοτάκη – Αγγελούδη, είναι κάποιες προφορικές δηλώσεις. Ακόμα όμως και με βάση αυτές, η δική μας πρόταση συνεχίζει να διαφέρει σε δύο καθοριστικά σημεία:

Πρώτο, εμείς ζητάμε να διατηρηθούν στο κέντρο πέντε ιστορικά εκθεσιακά περίπτερα, μεγάλης αρχιτεκτονικής αξίας, ώστε να φιλοξενούν ήπιες εκθεσιακές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Η απέναντι πλευρά προτείνει αντίθετα να γκρεμιστούν αυτά τα κτίρια και να χτιστούν στη θέση τους ένα ή περισσότερα νέα, αντίστοιχης περίπου επιφάνειας. Πέρα από την απώλεια της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, το να χτίζεις και να γκρεμίζεις στο κέντρο μιας πόλης είναι μια πρωτόγονη, αντιπεριβαλλοντική πρακτική, που θα προκαλέσει τεράστια επιβάρυνση, αλλά και μεγάλες καθυστερήσεις στο ίδιο το έργο, αφού οι νέες κατασκευές θα πέσουν αναπόφευκτα πάνω σε αρχαία και ρέματα.

Δεύτερο, εμείς προτείνουμε τη δημιουργία ενός νέου εκθεσιακού κέντρου εκτός αστικού ιστού, και συγκεκριμένα στη Σίνδο, εκεί δηλαδή που είχε συμφωνηθεί από όλη την πόλη ως και το 2013. Η απέναντι πλευρά αντίθετα ισχυρίζεται ότι θα χωρέσει όλη τη ΔΕΘ στο νέο κτίριο που θα χτίσει. Για να γίνει αυτό, αν δεχτούμε ότι είναι εφικτό, και το νέο κτίριο θα πρέπει να είναι πραγματικά φαραωνικό, και θα υπάρχει διαρκώς η ανάγκη επέκτασής της έκθεσης επί του πάρκου. Μια τέτοια επιλογή επομένως συνεπάγεται αφενός τη συρρίκνωση της δημόσιας ΔΕΘ, προς όφελος των ιδιωτικών εκθέσεων στην Αθήνα, και αφετέρου τον διαρκή κίνδυνο περιορισμού του πάρκου.

Τα δύο αυτά ζητήματα είναι καθοριστικής σημασίας τόσο για το αστικό περιβάλλον, όσο και για την προοπτική της ΔΕΘ. Όποιος τα υποτιμά ως δευτερεύοντα, εκτιμώντας ότι δεν αξίζουν τον κόπο ενός δημοψηφίσματος, στην πραγματικότητα υποτιμά την ικανότητα των πολιτών να κρίνουν και να αποφασίσουν για ένα τόσο σημαντικό έργο. Οι πολίτες δεν είναι ούτε αγράμματοι, ούτε μικρά παιδιά, για να αρκεστούν σε χοντροκομμένες υποσχέσεις, σαν αυτή του Αγγελούδη ότι θα μας φτιάξει «ένα πολύ μεγάλο πάρκο». Άλλωστε, το ίδιο ακριβώς δεν υποσχόταν και όσο στήριζε το προηγούμενο σχέδιο ανάπλασης;

Ο ζουρλομανδύας του Υπερταμείου

Πολλοί ωστόσο αναρωτιούνται καλοπροαίρετα: μπορεί το σχέδιό σας να γίνει πραγματικότητα όσο η ΔΕΘ ανήκει στο Υπερταμείο; Εύλογο το ερώτημα: το Υπερταμείο είναι ένας μηχανισμός που επιβλήθηκε με το τρίτο μνημόνιο, με κύριο σκοπό να εκποιεί και να εκμεταλλεύεται τη δημόσια περιουσία για να αποπληρώνει το χρέος, προς όφελος πάντα του ιδιωτικού κεφαλαίου.

Την ίδια στιγμή όμως, το Υπερταμείο στους καταστατικούς του σκοπούς εγγράφει θεωρητικά και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας για κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς λόγους. Και φυσικά, ιδιοκτήτης του Υπερταμείου παραμένει η ελληνική κυβέρνηση, η οποία και παίρνει τις τελικές αποφάσεις. Γνωρίζουμε βέβαια ότι όταν το προηγούμενο σχέδιο εκποίησης της ΔΕΘ κάηκε, το ενδιαφέρον της κυβέρνησης για την ανάπλαση εξανεμίστηκε. Αν σταματήσουμε εδώ, η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να κλείσει την υπόθεση ΔΕΘ με τη φτηνότερη δυνατή ανάπλαση, μετά από τη μεγαλύτερη δυνατή καθυστέρηση. Όσο όμως υπάρχει η απειλή του δημοψηφίσματος, έχουμε βάσιμη ελπίδα να την υποχρεώσουμε για δεύτερη φορά να προχωρήσει προς τη σωστή κατεύθυνση, για να αποφύγει το πολιτικό κόστος μιας ήττας.

Σε αυτή την περίπτωση, ακόμα και αν η ψιλή κυριότητα της ΔΕΘ παραμένει τυπικά στα χέρια του Υπερταμείου, θα είναι σαν να παίρνει η πόλη πίσω τουλάχιστον την επικαρπία. Το επόμενο λογικό βήμα θα είναι να επιστρέψει και η τυπική ιδιοκτησία του μελλοντικού πάρκου σε έναν πραγματικά δημόσιο φορέα, και ιδανικά στον Δήμο. Δεν θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά: ήδη η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να πάρει το νερό από το Υπερταμείο και να το επιστρέψει σε δημόσιο έλεγχο. Δεν είναι τυχαίο ότι και σε αυτή την περίπτωση είχαμε ένα ισχυρό κίνημα και μια σαφή κοινωνική πλειοψηφία, η οποία μάλιστα επικυρώθηκε από ένα δημοψήφισμα: το -άτυπο, αλλά καθοριστικό- δημοψήφισμα του 2014.

Πρώτα το νερό, μετά η ΔΕΘ, και το πουλόβερ, ή, ορθότερα, ο ζουρλομανδύας του Υπερταμείου θα αρχίσει επιτέλους να ξηλώνεται, ανοίγοντας τον δρόμο για τη οριστική κατάργηση αυτού του μηχανισμού καταλήστευσης της δημόσιας περιουσίας.

Το δημοτικά δημοψηφίσματα σε κίνδυνο

Σε μια εποχή που τα κινήματα δυσκολεύονται να αποσπάσουν την παραμικρή νίκη, και η κυβέρνηση, απολαμβάνοντας την απόλυτη επικοινωνιακή υπεροχή, δεν μπαίνει καν στον κόπο οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης, εδώ έκανε ήδη πίσω μια φορά, και τώρα πάμε για τη δεύτερη. Γιατί; Γιατί το δημοψήφισμα έφερε στο προσκήνιο τη φωνή της κοινωνικής πλειοψηφίας, σε μια γλώσσα μάλιστα που οι κυβερνώντες καταλαβαίνουν καλά: τη γλώσσα των χαμένων εκλογών. Η διεθνής εμπειρία άλλωστε δείχνει σαφώς ότι στα δημοψηφίσματα οι πολίτες τείνουν να πηγαίνουν κόντρα στις επιλογές των κυρίαρχων.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης που κατατίθεται αυτόν τον καιρό από την κυβέρνηση, επιδιώκει να καταργήσει ουσιαστικά τα τοπικά δημοψηφίσματα. Σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις, τα δημοψηφίσματα θα είναι μόνο συμβουλευτικά, θα αφορούν αποκλειστικά ζητήματα της αρμοδιότητας των Δήμων (η ΔΕΘ πχ δεν θα μπορούσε να τεθεί), και -το σημαντικότερο- καταργείται τελείως η δυνατότητα των πολιτών να ζητάνε δημοψηφίσματα. Το δικαίωμα αυτό θα το έχουν μόνο οι εκλεγμένες διοικήσεις των Δήμων.

Όμως, γιατί μια διοίκηση που κατέχει ήδη την απόλυτη πλειοψηφία στο εκάστοτε Συμβούλιο -χάρη στον καλπονοθευτικό νόμο- να καταφύγει ποτέ σε δημοψήφισμα;

Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή απειλή για το επίπεδο των δημοκρατικών δικαιωμάτων στη χώρα. Δύσκολα θα βρούμε άλλες δύο ή τρεις χώρες στον κόσμο που να μην γίνονται ποτέ τοπικά δημοψηφίσματα. Στην εποχή της μετα-δημοκρατίας, της αποχής, της απαξίωσης της πολιτικής και των κομμάτων, τα τοπικά δημοψηφίσματα προσφέρουν μια αναντικατάστατη δυνατότητα άμεσης συμμετοχής. Οι προβλέψεις του νέου Κώδικα πρέπει συνεπώς να κινητοποιήσουν όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας. Αλλά πως να υπερασπιστείς πειστικά ένα δικαίωμα, αν αυτό δεν έχει αξιοποιηθεί ούτε μια φορά;

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρωτοβουλία των δημοτών/ισσων της πόλης μας αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει τις τοπικές αντιθέσεις, ακόμα και τη διεκδίκηση του μητροπολιτικού πάρκου. Το δικό μας δημοψήφισμα θα προσφέρει αντικειμενικά το ζητούμενο παράδειγμα, σε αυτό θα στρέφουν το βλέμμα όσοι και όσες σε αυτή τη χώρα θέλουν να υπερασπιστούν το κρίσιμο αυτό δημοκρατικό δικαίωμα. Αν δεν το είχαμε ήδη ξεκινήσει, θα έπρεπε να το εφεύρουμε.

Μια τομή στην αυτοδιοίκηση

Διεκδίκηση ενός πραγματικού μητροπολιτικού πάρκου, σε συνδυασμό με μια βιώσιμη αναπτυξιακή προοπτική για τη ΔΕΘ· αμφισβήτηση του Υπερταμείου κι απόσπαση δημόσιας περιουσίας από τα χέρια του· έμπρακτη υπεράσπιση ενός κορυφαίου δημοκρατικού δικαιώματος, τη στιγμή ακριβώς που αυτό απειλείται με κατάργηση. Είναι σπάνιο μια κοινωνική πρωτοβουλία να θέτει ταυτόχρονα, και μάλιστα με αξιώσεις, τρία τόσο σημαντικά διακυβεύματα.

Και δεν είναι μόνο αυτά. Η τοπική αυτοδιοίκηση, εδώ και δεκαετίες, μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μια καρικατούρα του κεντρικού κράτους, χωρίς πόρους και αρμοδιότητες, με τοπικούς κομματάρχες να διαδέχονται ο ένας τον άλλον, χωρίς κάποια προοπτική που να αφορά την κοινωνική πλειοψηφία. Την ίδια στιγμή, σε όλο τον κόσμο, από τη Βαρκελώνη ως τη Νέα Υόρκη, βλέπουμε ελπιδοφόρα παραδείγματα, όπου οι Δήμοι μετατρέπονται σε πραγματικά οχήματα συμμετοχής και διεκδίκησης. Ένα νέο κίνημα δημοτισμού απλώνεται, αντλώντας από τις καλύτερες παραδόσεις του εργατικού κινήματος και της οικολογίας.

Εδώ, είμαστε ακόμα μακριά από αυτή την κουλτούρα. Για να κινηθούμε προς τα εκεί, δεν φτάνει η καθημερινή δουλειά, μέσα κι έξω από το Δημοτικό Συμβούλιο, όσο σημαντική κι αν είναι. Χρειαζόμαστε μεγάλες τομές, χρειαζόμαστε νίκες, χρειαζόμαστε γεγονότα που θα κάνουν τους πολλούς, καλούς ανθρώπους να γυρίσουν ξανά το κεφάλι και να κοιτάξουν με ενδιαφέρον. Το πρώτο δημοτικό δημοψήφισμα στην ιστορία της χώρας θα είναι μια τέτοια στιγμή, μια τομή στην ιστορία της τοπικής αυτοδιοίκησης. Και, δεν το κρύβω, έχουμε και μια μικρή υπερηφάνεια που αυτό θα γίνει ξανά στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που τόσο αγαπάμε, μέσα από τις αντιφάσεις της.

*Ο Νίκος Νικήσιανης είναι Δημοτικός Σύμβουλος Θεσσαλονίκης με την παράταξη “Η Πόλη Ανάποδα”

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα