Δύο κουβέντες για τον Μάρκο
Ο Κώστας Μπαρμπάτσης γράφει για μερικές αναμνήσεις με αφορμή την επέτειο θανάτου του Μάρκου Βαμβακάρη
Λέξεις: Κώστας Μπαρμπάτσης
Μάρκο πρωτάκουσα πριν πάω σχολείο.
Καλοκαίρια οι γονείς δούλευαν σε μια παιδική κατασκήνωση στον Αμβρακικό κι από μικρά πηγαίναμε οικογενειακώς. Οι εργάτες μένανε σε κάτι άσπρα σπιτάκια κολλητά στη σειρά, πάνω στην αμμουδιά, κάποια μέτρα απ’ τη θάλασσα. Ψηλοτάβανα, με κοινή σκεπή και χωρισμένα με τοίχους που δεν φτάνανε ως πάνω. Αφήνανε ένα κενό απ’ όπου μπορούσες ν’ ακούσεις το οτιδήποτε, από τ’ άλλα σπίτια. Στο διπλανό μας, ο αποθηκάριος έβαζε συνέχεια στο μαγνητόφωνο Μάρκο και θέλοντας και μη ακούγαμε κι εμείς.
Σα βράδιαζε έβγαζε το μαγνητόφωνο στην αμμουδιά. Εκεί ανάμεσα στ’ αρμυρίκια, έκαιγε όλη μέρα θράκα. Μετά τις δουλειές άραζαν όλοι γύρω και πίνανε ούζα. Το μεζέ τον περίμεναν απ’ τους ψαράδες. Με το που ‘βλεπαν μέσα τα φώτα απ’ τα πυροφάνια, σηκώνονταν. Και σαν πλησίαζαν, βοήθαγαν να σφηνώσουν τις βάρκες στα ρηχά. Οι ψαράδες κατέβαιναν κι έριχναν στη σχάρα γαρίδες, σαρδέλες, ότι είχαν πιάσει. Πίνανε, τρώγανε και σα μεράκλωναν ρίχνανε και καμιά ζεμπεκιά. Καμιά «Άτακτη», κάνα «Κάντονε Σταύρο, κάντονε», φουλ του Μάρκου. Εγώ άκουγα και κοίταζα πως πάταγαν. Σαν πέρναγε η ώρα και με στέλνανε για ύπνο, έπεφτα έχοντας ακόμη στ’ αυτιά τη βραχνάδα, τις πενιές και στη μύτη το άρωμα του ούζου.
Θυμάμαι που αργότερα είδα πρώτη φορά την φωτογραφία με τσιγάρο στο στόμα. Το μελαμψό, οι ρυτίδες, μου θύμιζαν τους δικούς μας που δούλευαν στα καπνά. Οικεία μορφή, σαν τους παππούδες μου. Κάπως έτσι τον είχα μέσα μου. Σαν έναν ακόμη παππού. Και μάλλον δεν είχε να κάνει με το ότι ήμουν παιδί. Ακόμη και σήμερα έτσι τον νιώθω.
Μεγαλώνοντας, ο μικρός αδερφός άρχισε να παίζει μπουζούκι. Δε σταμάταγε. Κάποιες φορές που δεν άντεχα ν’ ακούω άλλο, και ιδίως την περίοδο των πανελλαδικών του ζήταγα να το κόψει. Πάνω κει αυτός, πέταγε κάνα «Αντιλαλούν οι φυλακές», κάνα «Αλανιάρης» κι «Ας είναι έλεγα» και καθόμουν δίπλα…
Ερχόμενος ως φοιτητής στην Θεσσαλονίκη, έπιασα στασίδι στην “Τομπουρλίκα”, στην Καλαποθάκη. Τραπέζι συνήθως κοντά στην τζαμαρία, στα πλάγια του πάλκου. Τον πρώτο καιρό δεν έδινα παραγγελίες, έβγαζα μια ντροπή. Με τα χρόνια ξεθάρρεψα, κι όταν έβρισκα λάσκα τον Παντελή, ανάμεσα από Τσιτσάνη και Τζουανάκο, ζήταγα και κάνα Βαμβακάρη.
Έξω απ’ αυτά, η αυτοβιογραφία του Μάρκου απ’ την Κάιλ, ήταν για μένα μια αποκάλυψη. Αυθεντικότητα, προφορικότητα, αμεσότητα, μια μαρτυρία που περιγράφει με σκληράδα και ρεαλισμό την τότε εποχή. Η φτώχεια στη Σύρο, μετά το καρβουνιάρικο στον Πειραιά, η αγάπη για το μπουζούκι, , τεκέδες, έρωτες, τα νταραβέρια με την πιάτσα και τους μουσικούς. Ψυχωμένο κείμενο. Ωμό. Απλό χωρίς στολίδια. Ίσως το ότι δεν τελείωσε το σχολείο να έπαιξε ρόλο στην αφηγηματικότητα του. Δεν στρογγύλευε, δεν εξηγούσε, δεν ερμήνευε. Έβγαζε αφιλτράριστα ότι είχε να πει. Την αλήθεια του, δίχως να επιδιώκει να παρουσιαστεί ως κάτι άλλο.
Όπως και στα τραγούδια. Στο «Απελπίστηκα» ας πούμε, δεν μπορώ να διανοηθώ πως κατάφερε να αποδώσει τόσο εύστοχα την εξάντληση απ’ τον μακροχρόνιο ψυχικό πόνο. Δεν παρατηρεί απέξω. Δεν αναλύει. Δεν περιγράφει. Καταθέτει σωματική γνώση, βίωμα. Εικονοποιεί μια εσωτερική κατάσταση. Και μπορεί αρχικά να ακούγεται ως ένα λυπητερό τραγούδι, αλλά κατά βάθος είναι ένα τραγούδι που σου κρατά παρέα. Σαν κάποιος να κάθεται δίπλα και να σου λέει ότι κάποιες φορές είναι κι έτσι τα πράγματα. Δε σε μαθαίνει πώς να αντέχεις, δε σου δίνει ελπίδα, αλλά σε μαθαίνει να λες δίχως ντροπή τα όσα νιώθεις. Όσο σκοτεινά κι αν είναι. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, είναι βαθιά ανακουφιστικό…
Μάρκος Βαμβακάρης Δανακός Σύρου, 10 Μαΐου 1905 Νίκαια Αττικής, 8 Φεβρουαρίου 1972
*Ο Κώστας Μπαρμπάτσης είναι συγγραφέας


