Σαν σήμερα, το 1972, ο Μάρκος Βαμβακάρης, αυτό το ατίμητο δώρο της ζωής μας, πέταξε γι’ αλλού.
Ακολουθεί ένα διήγημα στη μνήμη του.
ΤΙ ΠΑΘΟΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ
-στον Μάνο Ελευθερίου-
Το Γενάρη του 1962 ο Μάρκος ήταν πενήντα εφτά χρονών. Με την παρακμή του ρεμπέτικου και την κυριαρχία του λαϊκού τραγουδιού της Καζαντζιδικής εποχής ο Βαμβακάρης παραμερίζεται απ’ τα πάλκα και τη δισκογραφία και παρακαλάει για δουλειά παίζοντας και τραγουδώντας, όταν τον δέχονται, χωρίς μικρόφωνο, σε διάφορες συνοικιακές ταβέρνες. Στην περιπέτειά του τον συνοδεύει ο μικρότερος γιος του Στέλιος.
Καραβοτσακίσματα, Μάρκο. Βάσανα, πίκρες, φαρμάκια. Μπαταλιάραμε, ξεπέσαμε. Κουτρουβάλημα είν’ αυτό, Μάρκο μου, πώς με γονατίσαν; Στενοπερνούμε σήμερα με τη φαμίλια, κακοζούμε. Αντράλα είναι τούτη και σκοτούρα, μεγάλο σεκλέτισμα. «Μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια» θα πεις, ψημένος είσαι εσύ στα στριμώγματα, από μωρό παιδί, του Χριστού τα πάθη τράβηξες στη Σύρα. Αλλά πώς να είσαι ωραίος, παιδί μου, άμα τραγουδάς μισόκαρδα; Με τον Κερομύτη τον Στέλιο όταν βαρούσαμε τα παιχνίδια, βροντούσαν τα ντουβάρια απέναντι. Καλός μάγκας ο Κερομύτης, ξηγημένος, αδερφός. Στριμωξίδια, σεκλέτια, Μάρκο μου, τι να πω! Θυγατέρα δεν αξιώθηκα μα έχω τρεις γιούς, τρία καμάρια! Ο μεγάλος μου ο Βασίλης μπάρκαρε ευτυχώς στα καράβια, τ’ ομορφόπαιδο. Ο δεύτερός μου, ο Ντομίνικος, μου βγήκε μερακλής στο δίχορδο και παίζει σωστά. Μαθητεύει τώρα δίπλα μου και τούτο το στερνοπαίδι μου, το Στελάκι, έχει χέρι καλό. Φοβάμαι μη καταντήσω σαν τη ζητιάνα αυτή την αόμματη, που μπήκε τώρα μέσα και ποντάρει στο έλεος των αλλουνών. Την ακούς; Α, πα, πα! «Ματάκια δεν έχω, το φως μου δεν έχω, αυτό είναι όλο το παν»! Καραντουζένι να κουρντίσω. Σιχτίρ! Έσπασε μια χορδή. Πετάξου, ρε Στελάκη, ίσαμε το σπίτι, να φέρεις μιαν άλλη. Τσάκω δύο, τη μια για ρεζέρβα. Και πες της κυρα-Βαγγελιώς, θα’χουμε σήμερα ταγή, κάτι τις θα ψουνίσουμε. Ήταν ώρα τώρα να γίνει η ζημιά! Πρέπει να παίξουμε, να περάσει το παιδί απ’ τα τραπέζια με το τάσι, να μάσουμε κάνα ψιλό, να τη βγάλουμε κι απόψε.

Στένεψα τούτο τον καιρό κι αγκωνιάζω. Γιατί να κάνω την κότα και να κουρνιάζω τώρα σ’ αυτή την κόχη, λυπητερός και βαριόθυμος; Και να ’χω τούτο το ηλεκτρόφωνο, που δεν έχει μέσα ούτε ένα τραγούδι δικό μου, στημένο απέναντί μου σαν τον Χάρο; Ούτε τη «Φραγκοσυριανή» ζητάνε πια. Έχει ο Θεός! Θα δώσει η Μαντόνα, η Μεγαλόχαρη! Αυτό το μπουζούκι δεν το άφησα. Δε μ’ άφησε κι εκείνο. Μου ’δωσε ψωμί.
Σαν θεό το’ χω και τούτο. Φυλακτό. Ένα αυτό, κι ένα άλλο φυλακτό με την παραμάνα που ’χω περασμένο στο φανελάκι για τη βασκανία και δεν το πετώ από πάνω μου.
Αν ξέρατε τι έχω τραβήξει εγώ γι’ αυτό το όργανο! Από είκοσι χρονώ που ήρθε σπίτι ο φίλος του πατέρα μου ο Αϊβαλιώτης ο Νίκος με το μπουζούκι του υπό μάλης! Το ’25 ήτανε. Και δούλευα κάτω στα σφαγεία Πειραιώς τότε, κρατάω ακόμα την ταυτότητα, επάγγελμα, γράφει, «εκδορεύς». Όπου το πιάνω στα χέρια και ορκίζομαι δυνατά στον εαυτό μου με όρκο βαρύ και λέω «εγώ αυτό το μπουζούκι, αν δεν το μάθω, να κόψω το χέρι μου».
-Παίξε, Φράγκο, παίξε, ρε Φράγκο! ακούστηκε ένας γηραλέος στο βάθος. Φιλοτιμήθηκα. Δε θα τους παίξω τα παλιά, απ’ το ξεκίνημά μου, τα μαστούρικα, όχι τα σέρτικα, δεν βάζω το «Εφουμέρναμε ένα βράδυ», «Μόρτισσα χασικλού», «Ο μαστούρας», όχι τέτοια. Στη ζούλα θα το μουρμουρίσω :
«Εφουμέρναμ’ ένα βράδυ, αργιλέ, σπαχάνι, μαύρη, δίχως να ’χουμε στην πόρτα τσιλιαδόρους όπως πρώτα».
«Ώρες με θρέφει ο λουλάς», κομμένο. Τούτα, κατήντησα μέσα στο σπίτι να τα παίζω. Κρυφό σχολειό το ’χω κάνει. Λογοκρισία! Αυτό που έκανε κατά διαστήματα το κράτος στις εταιρείες και οι εταιρείες σε μας, ήρθε η κατάρα και το κάνω εγώ ο ίδιος στα έργα μου. Κόβω την ψυχή μου, κόβω. Κάνω στον εαυτό μου τον τύραννο, στα τραγούδια μου τον Προκρούστη, κατάλαβες; Αλίμονο, ό, τι σιχαίνομαι. Πήγα να πω την «Άταχτη». Κανείς δε μας έδωσε βάση. Ύστερα, «Μάγκικο μελαχρινό μου», «Όταν δεν έχει η τσέπη σου», «Στα νερά του Σηκουάνα», «Το Χριστινάκι», «Χρόνια μες την Τρούμπα», ωραία κομμάτια, τραγούδια πρώτης, ουδείς συγκινήθηκε. Τους έπαιξα τα «Καραβοτσακίσματα», πιο αλέγκρο τραγούδι, ένας δυο γυρίσανε προς τα μας το κεφάλι. Ξεκίνησα να γρατζουνάω, να περάσω στο «Βαρέθηκα τις γκόμενες», μπας και τους πιάσω. Ρίχνω ένα ταξίμι, κάτσε καλά, παίζω την εισαγωγή, εκεί πάνω στην πρώτη φράση, σηκώνεται ένας τσιχλόμαγκας και βάζει στο τζουκ μποξ ένα του Γαβαλά. Ένα «Οι γλάροι» ήτανε, «Οι γλάροι». Σηκώνομαι όρθιος, ταραγμένος, τρακαρισμένος. -Μα…….., μου παρήγγειλαν δικά μου! –Κάτσε κάτω ρε, πετάγεται όρθιος ένας πελάτης. Άσ’ τα εκείνα που ’ξερες. Τώρα είναι το ηλεκτρόφωνο. Δε μετράς. Σηκώθηκε κι ο κάπελας απ’ τη θέση του και με κάρφωσε με το μάτι. –Τελείωσες, Μάρκο. Δε μου το ’πε κανείς, εγώ του εαυτού μου το είπα. Κάνω νόημα του παιδιού και βγαίνουμε έξω. Ούτε πέντε παράδες δεν πρόλαβε να μαζέψει απ’ τους πελάτες. Κάποιος ακούστηκε στο βάθος : «Ντροπή….. Ο Βαμβακάρης….. ιστορία είναι….. πατέρας μας είναι»
Πήραμε το δρόμο, σκουντουφλώντας εγώ, το παιδί μπροστά αμίλητο, κλονισμένο. Πώς να φτύσω τέτοιον πόνο που ’χα μαζέψει στα φυλλοκάρδια; Τούτος ο πικραμός δεν ειν’ φαρμάκωμα, είναι αψιθιά. Από μικρός ταλαιπωρήθηκα. «Αφ’ ότου εγεννήθηκα, φωτιές με τριγυρίζουν». Είναι και ντρόπιασμα, πομπή. Να καταφρονούν και με το βλέμμα τους ποιόν; Έναν Μάρκο! Θεριακωμένος ήμουνα στα νιάτα μου, καλόδετος, ψηλοκρέμαστος. Στην αγορά παραμέριζαν, με σκιάζονταν στους ντεκέδες. «Φράγκο, είσαι τιτάνας», μου’χε πει μια φορά το Ανεστάκι ο Δελιάς. Από αγαπητικιές και γιαβουκλούδες άλλο τίποτα. Και τη θωριά μου την είχα και τα μάτια τα γερακάτα. Και καρδιές να κάβω γνωρίζω. Στον έρωτα ήμουνα και βασιλιάς γιατί το γλέντησα καλά, ήμουνα και βαρυποινίτης, γιατί τράβηξα πολλά. Έχει κάτι γυναίκες, φωτιές, με το πρώτο που τις βλέπεις, ανάβεις, φλέγεσαι. Οι πρωτινοί το λέγανε σαρκοπύρι.

«Φλογερή σαν το καμίνι η ματιά σου αναβοσβήνει, τέτοια όμορφη φρεγάδα στη ζωή μου δεν ξανάδα»
Τι ζόρικα περάσαμε στο πάρκο, -έτσι το’ λεγα πάντοτε το πάλκο, τη σκηνή-, τι ωραία χρόνια, με τη Ρίτα, με τη Χασκίλ, με τη Μπέλλου, αργότερα με τη Γκραίη, με την Άντζελα Γκρέκα. Ωραία τραγούδια έδωσα και στις άλλες, τις νεότερες, διαμάντι η Λύδια. Η Πόλυ η Πάνου μου είπε ένα, απλησίαστα, πέρσι, η τελευταία μου ηχογράφηση, μου έρχονται γάντι, γάντι τα λόγια του. Να, αυτό. Ας κουρντίσω τώρα δα να το παίξω:
Βρε μοίρα, δεν κουράστηκες να τυραννάς ακόμα ένα ταλαίπωρο κορμί που το’ χεις κάνει πτώμα.
Έσβησα απ’ τη ζωή, γιατί η μοίρα η σκληρή μέρα και νύχτα με χτυπά, αχ, δεν αντέχω πια.
Σ’ όλο το δρόμο σιγανοτραγουδούσα. Το Στελάκι μπροστά μου μουγκό, λαβωμένο. Έπιασα τα παλιά μου, τα λυπητερά, «Τέτοια ζωή με βάσανα», «Τι μ’ ωφελούν οι άνοιξες», «Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς», «Μάνα μου, με σκοτώσανε».
Ύστερα πάλι σιωπή βαριά, βουβαμάρα. Κουτρουβαλούσαμε στα καλντερίμια. Ένιωθα που δεν τον ήθελα τον κόσμο. Ώσπου στάθηκα κι έγειρα να πιαστώ σε μια κολώνα. Δε βάσταγα. Κι εκεί πια, που κοιτώ μια στιγμή αψηλά στα ουράνια, μου’ ρχεται σαν αστραπή, και τραγουδώ ένα ολοκαίνουργιό μου, που μου κατεβαίνει με μιας, ατόφιο. Μπερικέτι να πω. Δηλαδή το γεννάω. Κάθομαι καταγής, πιάνω το μπουζουκάκι μου, το ξεφτέρι μου αυτό, φτιαγμένο από σγουρό σγουρό κελεμπέκι, με καπάκι από έλατο του Χελμού και μανίκι από αφρικάνικο έβενο, το φιλώ σταυρωτά και σκαρώνω τη μελωδία.
«Τι πάθος ατελείωτο, που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ τον θάνατό μου»
Κατεβαίνουν σαν κεραυνοί φωτογραφίες της παλιάς μου ζωής,
Την ψυχή μού ματώνουν. Δικά μου πρόσωπα, αγαπημένα. Να ο Στράτος, το αηδόνι, ο αδερφός μου ο Αργύρης, ο άλλος αδερφός μου ο κακότυχος ο Φραντζέσκος, το Ανεστάκι ο Δελιάς, ο Κερομύτης, ο Ρούκουνας, ο Γενίτσαρης….. -Παίξε μας, ρε Φράγκο, παίξε….. Έρχονται κάτι στραβομεθύσια που κάναμε και παίρναμε σβάρνα τις γειτονιές τα χαράματα. Με ποιόν; Με το Μπάτη και με τον Στράτο.

Θα πα να εύρω μια σπηλιά, με πέτρες και με χώμα, εκεί θ’ αφήσω κόκαλα, ζωή, ψυχή και σώμα.
Έτσι ήτανε πάντα, Μάρκο, έτσι ήτανε πάντα. Εμείς οι άνθρωποι του πάρκου, μουσικοί και τραγουδιστές, είμαστε κατά που θα μας πάει το κύμα. Σαν τους Καίσαρες της Ρώμης είμαστε. Σήμερα μας φοράνε το στέμμα και μας δοξάζουνε και μας προσκυνάνε και μας φλομώνουν στον παρά κι αύριο μας ρίχνουνε στα Τάρταρα. Κι ακόμα πιο βαθιά, στης λησμονιάς το πηγάδι μας πετάνε.
Όσο ειν’ η νύχτα σκοτεινή, είναι και η καρδιά μου και σαν τη σιγανή βροχή τρέχουν τα δάκρυά μου.
Θα’ ρθει μια μέρα να μετανοήσουν πικρά, να καταλάβουν την αδικία. Θα με σηκώσουνε πάλι, θα πούνε : τον ρίξαμε το Μάρκο πολύ, τον πονεμένο τον πατέρα μας το Μάρκο. Πάλι θα μ’ ανεβάσουνε. Μα θα’ χω την καρδιά μου μαδημένη.
Απελπίστηκα, μανούλα μου να υποφέρω, κουράστηκα μες στη ζωή το Χάρο να γυρεύω.
Ο «πατριάρχης» του ρεμπέτικου, Μάρκος Βαμβακάρης
Ρεμπέτης, από τους ακρογωνιαίους λίθους της λαϊκής μουσικής. Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στον συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια καθολικών και ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Η οικογένειά του ήταν φτωχή, έφερε όμως το «μικρόβιο» της μουσικής. Ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα και ο παππούς του έγραφε τραγούδια.
Πριν καλά – καλά ξεκινήσει το σχολείο, ο Μάρκος αναγκάστηκε να διακόψει, διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό, και έπιασε δουλειά με τη μητέρα του σε ένα κλωστήριο. Τα επόμενα χρόνια δούλεψε ως χασάπης, εφημεριδοπώλης, οπωροπώλης, λούστρος, και το 1917, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε για τον Πειραιά. Αρχικά, εγκαταστάθηκε στα Ταμπούρια κι έπιασε δουλειά ως γαιανθρακεργάτης. Δούλεψε ακόμα ως λιμενεργάτης και ως εκδορέας στα σφαγεία, ενώ τα βράδια σύχναζε στους τεκέδες, όπου το 1924 άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του μπουζούκι. Εντυπωσιάστηκε και μέσα σε ελάχιστους μήνες έγινε ένας από τους καλύτερους αυτοδίδακτους μπουζουξήδες. Την περίοδο αυτή έκανε και τον πρώτο του γάμο με τη Ζιγκοάλα, την οποία όπως έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο.
Το 1925 κατατάχθηκε στο στρατό και όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Έως το 1933 είχε γράψει πάνω από 50 τραγούδια και με την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης γραμμοφώνησε στην Odeon τον πρώτο δίσκο με μπουζούκι στην Ελλάδα, που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να ‘ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).
Την επόμενη χρονιά δημιούργησε με τρεις φίλους του -τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά- ένα πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα Άσπρα Χώματα. Η αστυνομία, όμως, δεν του έδωσε άδεια. Έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει και για πρώτη φορά έπειτα από 20 χρόνια ταξίδεψε με τον Μπάτη στη Σύρο. Έπαιξαν μαζί για περίπου δύο μήνες σ’ ένα μαγαζί της παραλίας και όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή, ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του.
Η περίοδος λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν και η πιο παραγωγική. Τα τραγούδια του έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος έγινε περιζήτητος. Αφού περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα και σε πολλές ακόμα πόλεις, άρχισε εμφανίσεις στον Βοτανικό, μαζί με τον Γιάννη Παπαιωάννου, τον Κώστα Καρίπη και τον Στέλιο Κερομύτη.
Με την έναρξη του πολέμου, ο Βοτανικός έκλεισε και ακολούθησαν δύσκολα χρόνια. Το 1941 πέθανε ο αδερφός του Λεονάρδος και το 1942 η μητέρα του Ελπίδα. Την εποχή εκείνη, έπειτα από παρότρυνση της μεγάλης του αδελφής, ο Μάρκος παντρεύτηκε με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του, τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά τους χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε τον Βασίλη και ακολούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949.
Μετά τον πόλεμο, ο Μάρκος Βαμβακάρης άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Το 1954 αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Όταν θέλησε να επιστρέψει στο πάλκο, όλοι τον είχαν ξεχάσει. Η ελληνική μουσική βιομηχανία τον θεωρούσε «ξεπερασμένο» και δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά το 1960, όταν έπειτα από πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη, κυκλοφορούν από την Columbia παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα, ο Στράτος Διονυσίου, κ.ά. Το εγχείρημα σημείωσε τεράστια επιτυχία και ο Μάρκος είχε την ευκαιρία να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους. Το 1966 έκανε την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολούθησε η συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, ο Μάρκος Βαμβακάρης πέρασε στην ιστορία, αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη.
*Με πληροφορίες από sansimera.gr


