Γιατί πρέπει να «πουλήσεις το νεφρό σου» για να πας σε μία μεγάλη συναυλία;
Οι συναυλίες γίνονται απρόσιτες μπροστά στα μάτια μας, οι αρένες γεμίζουν με influencers και oι καλλιτέχνες δεν αναγνωρίζουν το κοινό στο οποίο απευθύνονται
Είναι απογοητευτικό να περιμένεις κοντά στα τέσσερα χρόνια τη συναυλία του αγαπημένου σου καλλιτέχνη και τελικά, να μην μπορείς να πας.
Τα εισιτήρια των συναυλιών έχουν ξεφύγει τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τις τιμές που κυκλοφόρησαν για την περιοδεία του Harry Styles, πριν από λίγες ημέρες.
Και ενώ βλέπαμε τις περσινές τιμές για το υπερθέαμα 3,5 ωρών της Taylor Swift, «Τhe Eras Tour», να φτάνουν τα 900 με 1.000 ευρώ, αδυνατούσαμε να πιστέψουμε ότι μετά από χρόνια αναμονής, η συναυλία ενός από τους πιο λατρεμένους pop αστέρες, θα εκτοξευθεί σε αυτά τα ποσά.
Η πρώτη «κρυάδα» ήρθε με την ανακοίνωση της περιοδείας.
Ενός υποτιθέμενου «παγκόσμιου» τουρ, που συμπεριλάμβανε δύο ευρωπαϊκές χώρες, Άμστερνταμ και Λονδίνο, για 12 βράδια συνολικά, 30 νύχτες στη Νέα Υόρκη, δύο βραδιές σε Σάο Πάολο και Μεξικό και τέσσερις στην Αυστραλία.
Τα residencies φαίνεται πως έρχονται και πάλι «στη μόδα» για τους διεθνείς καλλιτέχνες, με συναυλίες σε συγκεκριμένες και λίγες πόλεις για μερικά μόνο βράδια.
Είναι η δεύτερη φορά που βλέπουμε residency tour μέσα σε λίγους μήνες, μετά το «mini tour» της Ariana Grande που κινήθηκε σε παρόμοιους ρυθμούς και την ίδια απογοήτευση από τους θαυμαστές της.
Με αυτό τον τρόπο, οι καλλιτέχνες αναγκάζουν τους φανς τους να κάνουν «τουρ» για να τους δούνε από κοντά.
Ο «μουσικός τουρισμός» δεν είναι κάτι καινούργιο, έχει καθιερωθεί ακόμη και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Να κλείνεις τα εισιτήρια για τη συναυλία έναν χρόνο πριν, να κάνεις προετοιμασία μηνών και να διοργανώνεις ένα ολόκληρο ταξίδι σε μία άλλη χώρα, μόνο και μόνο για να να απολαύσεις live τα αγαπημένα σου τραγούδια, μιας και οι διεθνείς παραγωγές πολλές φορές δεν ευνοούν τη χώρα μας.
Και μέχρι στιγμής, δεν υπήρχε κανένα παράπονο γι’ αυτό. Όσοι το κάνουμε, προφανώς το γουστάρουμε και μας αρέσει.
Η συναυλία λειτουργεί σαν αφορμή για να επισκεφθούμε και να εξερευνήσουμε έναν καινούργιο τόπο, να αφαιρέσουμε ακόμα μία χώρα από το bucket list μας, ενώ ταυτόχρονα αρπάζουμε την ευκαιρία να ακούσουμε live τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες.
Όταν όμως πρόκειται για residencies, οι καλλιτέχνες μας αναγκάζουν να ταξιδέψουμε για να τους δούμε από κοντά. Μία λεπτή γραμμή, που φαίνεται να ξεπερνιέται από την πλευρά τους.
Πώς γίνεται δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι από όλη την Ευρώπη, να κλείσουν ταυτόχρονα εισιτήρια για έξι μόνο βραδιές σε Άμστερνταμ και Λονδίνο; Πώς όλη η Αμερική να «χωρέσει» σε 30 βραδιές στη Νέα Υόρκη;
Μιλάμε για πράγμα αδύνατον, ειδικά για έναν τραγουδιστή που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του, με χιλιάδες εκατομμύρια θαυμαστές σε όλον τον κόσμο.
Και η πληγή τσούζει ακόμα περισσότερο όταν το tour με ονομασία «Together, Together», έχει σαν πρωταγωνιστές εμάς τους ίδιους.
Τους φανς που χρωματίσαμε τις συναυλίες με φτερωτά boas, πολύχρωμα sets με κεράσια και καρπούζια πάνω τους, στίχους από τα τραγούδια, γκλίτερ στα μάγουλα, ψηλά αστραφτερά μποτάκια και πλεξούδες στα μαλλιά.
Εμείς, που τελικά, μένουμε εκτός.
Και τώρα, περνάμε στο τεράστιο κεφάλαιο του «πολέμου» των εισιτηρίων.
Μέχρι και μερικά χρόνια πριν, οι «ticketmaster wars» ήταν ομολογουμένως διασκεδαστικοί για τους πιστούς ακόλουθους των καλλιτεχνών.
Να ανοίγεις μπροστά σου τις οθόνες από όλες τις συσκευές που έχεις, με όσες περισσότερες καρτέλες ανοιχτές, ακριβώς την ώρα που ξεκινάει η προπώληση, να είσαι συνδεδεμέν@ σε διαφορετικούς λογαριασμούς του ticketmaster και να «παλεύεις» να κλείσεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα την καλύτερη θέση για μία μόνο συναυλία.
Ήξερες όμως ότι θα βρεις εισιτήρια με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
Ακόμα και αν η θέση ήταν στα «nosebleeds», στις ψηλότερες θέσεις του σταδίου, που χρειάζεσαι κιάλια για να δεις την σκηνή.
Πλέον όμως, η αγορά εισιτηρίων έχει μεταλλαχθεί σε κινέζικο βασανιστήριο.
Ακόμα και αν τα κάνεις όλα «σωστά», όπως ακριβώς σου προτείνουν οι οδηγίες της εταιρείας, να έχεις όλους τους κωδικούς και τα links για την προπώληση, να μπεις στο σάιτ μισή ώρα νωρίτερα και να μην κάνεις refresh, ακόμα και τότε, κανείς δεν σου εγγυάται ότι θα βρεις εισιτήρια.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Τουλάχιστον εισιτήρια που να μην κοστίζουν έναν βασικό μισθό και ένα… νεφρό στην Ελλάδα.
Οι τιμές για την συγκεκριμένη περιοδεία είναι αδιανόητες, με τα ευρωπαϊκά εισιτήρια να φτάνουν τα 800 ευρώ και πάνω από 1000 δολάρια στην Αμερική, για μία όρθια… θέση στην αρένα.
Τα ίδια εισιτήρια που κάποτε αγοράσαμε για 100 ευρώ. Και ακόμα παλιότερα για 50.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο του Harry Styles και της ομάδας του.
Το πρόβλημα στη live μουσική γιγαντώνεται τα τελευταία χρόνια στη διεθνή σκηνή, με κύριο υπαίτιο την μονοπωλιακή πολιτική στα εισιτήρια, από την εταιρεία ticketmaster.
Εκεί όπου οι τιμές τριπλασιάζονται με το dynamic pricing (που σημαίνει ότι η τιμή αυξάνεται με βάση την υψηλή ζήτηση του καλλιτέχνη), τα εισιτήρια μεταπωλούνται σε εξωπραγματικές τιμές, εκεί όπου δεν υπάρχει κανένα όριο και κυρίως κανένας σεβασμός στους λάτρεις της μουσικής, σε αυτούς που την κρατάνε ζωντανή φωνάζοντας τους στίχους πίσω στον δημιουργό τους.
Οι συναυλίες γίνονται απρόσιτες μπροστά στα μάτια μας, οι αρένες γεμίζουν με influencers και oι καλλιτέχνες δεν αναγνωρίζουν το κοινό στο οποίο απευθύνονται.
Βλέπουμε τη live μουσική να «αργοπεθαίνει» και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό.


