Η μεγάλη νίκη του Μαμντάνι ξεκίνησε την 8η μέρα
Προς καθολική, δωρεάν παιδική φροντίδα στη Νέα Υόρκη – από την υπόσχεση στην υλοποίηση
Λέξεις: Δ.Α
Μόλις οκτώ ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζόραν Μαμντάνι περνά από τα λόγια στην πράξη.
Η Πολιτεία της Νέας Υόρκης και η πόλη της Νέας Υόρκης ανακοίνωσαν ένα από τα πιο φιλόδοξα κοινωνικά σχέδια των τελευταίων δεκαετιών: την πορεία προς καθολική, δωρεάν παιδική φροντίδα για όλα τα παιδιά κάτω των 5 ετών.
Η ανακοίνωση, σε συνεργασία με την κυβερνήτη Κάθι Χόκουλ, είναι η πρώτη, απτή επιβεβαίωση ότι η κεντρική προεκλογική υπόσχεση του Μαμντάνι υλοποιείται και μάλιστα ξεκινώντας από το πιο δύσκολο, πιο ακριβό και πιο πολιτικά ριψοκίνδυνο κομμάτι του προγράμματός του.
Το σχέδιο προβλέπει δραστική επέκταση των δομών παιδικής φροντίδας και προσχολικής εκπαίδευσης, με στόχο η Νέα Υόρκη να γίνει η πρώτη πόλη στις ΗΠΑ με καθολική και δωρεάν παιδική φροντίδα. Η αρχική φάση αφορά σχεδόν 100.000 παιδιά, ενώ το συνολικό κόστος για το επόμενο δημοσιονομικό έτος αγγίζει τα 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται για το ακριβότερο σκέλος της ατζέντας Μαμντάνι, πολλαπλάσιας κλίμακας σε σχέση με άλλα μέτρα (για παράδειγμα, τα δωρεάν λεωφορεία κοστίζουν 500–700 εκατ. δολάρια ετησίως).
Η παιδική φροντίδα, για χρόνια «δευτερεύον» κοινωνικό ζήτημα, είναι σήμερα η δεύτερη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά στη Νέα Υόρκη, πάνω από 20.000 δολάρια τον χρόνο, μετά τη στέγαση. Δεν είναι τυχαίο ότι μετατράπηκε στο κεντρικό πολιτικό διακύβευμα της εκστρατείας του Μαμντάνι. Το κόστος ζωής, τα ενοίκια και η φροντίδα παιδιών έχουν ενώσει εργαζόμενους γονείς, μεσαία στρώματα και προοδευτικούς κύκλους γύρω από ένα κοινό αίτημα: να μπορείς να ζήσεις και να μεγαλώσεις παιδιά στην πόλη.
Για τον Ζόραν Μαμντάνι, δημοκρατικό σοσιαλιστή, η εξέλιξη αυτή αποτελεί δικαίωση της βασικής του θέσης: ότι η «προσιτότητα» (affordability) δεν είναι επικοινωνιακό σλόγκαν, αλλά σύγκρουση με τον προϋπολογισμό, τις προτεραιότητες και τα όρια του κράτους πρόνοιας. Με επιμονή και λαϊκή πίεση, δείχνει πως ακόμα και οι πιο φιλόδοξες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να περάσουν από το πρόγραμμα στην πράξη.
Για την Kathy Hochul, κεντρώα Δημοκρατική σε προεκλογική χρονιά, το σχέδιο προσφέρει ένα ισχυρό κοινωνικό αφήγημα. Η επιλογή χρηματοδότησης μέσω υπαρχόντων πόρων, και όχι μέσω νέων φόρων, αυξάνει τις πιθανότητες έγκρισης από τη νομοθετική εξουσία και ενισχύει σημαντικά τη θέση της. Με την αποχώρηση της υπερ-τραμπικής Elise Stefanik (στις 20 Δεκέμβρη για διάφορους λόγους που έχουν ενδιαφέρον…) και την αδυναμία των υπόλοιπων αντιπάλων να συγκροτήσουν ανταγωνιστικό μέτωπο, η Χόκουλ αποκτά πλέον σαφές προβάδισμα. Ο Αντόνιο Ντελγάντο, αντικυβερνήτης, προοδευτικός δημοκρατικός, θα είναι πλέον πολύ δύσκολο να καλύψει το έδαφος που τον χωρίζει από την Χόκουλ.
Στην πράξη, το σχέδιο περιλαμβάνει:
1. Καθολική πρόσβαση στην προσχολική εκπαίδευση για παιδιά 4 ετών σε όλη την Πολιτεία έως το 2028.
2. Άμεση πλήρη καθολικότητα του προγράμματος 3-K (παιδιά 3 ετών) στη Νέα Υόρκη.
3. Δημιουργία ενός νέου, δωρεάν συστήματος φροντίδας για παιδιά 2 ετών (“2-Care”), που θα ξεκινήσει με 2.000 παιδιά και θα επεκτείνεται σταδιακά, φτάνοντας περίπου τα 55.000 παιδιά.
Κομβικής σημασίας είναι ότι το πρόγραμμα δεν βασίζεται σε εισοδηματικά κριτήρια. Δεν θα απαιτείται «απόδειξη ανάγκης», κάτι που συνιστά σαφή επιλογή υπέρ της καθολικότητας και όχι της στοχευμένης πρόνοιας. Αυτό θεωρείται κρίσιμο, καθώς τα καθολικά προγράμματα τείνουν να έχουν μεγαλύτερη πολιτική αντοχή: όταν και τα μεσαία στρώματα επωφελούνται, αυξάνεται η κοινωνική πίεση για διαρκή χρηματοδότηση.
Ωστόσο, το εγχείρημα μόνο απλό δεν είναι. Απαιτεί:
1. Μαζικές προσλήψεις και εκπαίδευση προσωπικού.
2. Ενοποίηση ενός κατακερματισμένου δικτύου παιδικών σταθμών, σχολείων και κοινοτικών δομών.
3. Αντιμετώπιση των ανισοτήτων αμοιβών μεταξύ εκπαιδευτικών σε δημόσια σχολεία και κοινοτικά προγράμματα (του διπλού συστήματος αμοιβών για τους εκπαιδευτικούς, με εκείνους στα δημόσια σχολεία να αμείβονται σημαντικά περισσότερο από όσους εργάζονται σε κοινοτικά προγράμματα).
4. Διαπραγματεύσεις με συνδικάτα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό χρηματοδότησης.
Υποστηρικτές του σχεδίου αναγνωρίζουν ότι το μεγαλύτερο ερώτημα είναι η βιωσιμότητα: πώς θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται ένα τόσο δαπανηρό κοινωνικό δικαίωμα χωρίς μόνιμη πηγή εσόδων. Η Χόκουλ παραδέχθηκε ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.
Παρά τις δυσκολίες, η ανακοίνωση προκάλεσε ενθουσιασμό σε οργανώσεις, ακτιβιστές και ειδικούς της παιδικής φροντίδας σε ολόκληρη την Πολιτεία. Πολλοί τη βλέπουν ως απάντηση στην κρίση κόστους ζωής και ως ένα σπάνιο παράδειγμα σοβαρής κοινωνικής πολιτικής σε αμερικανικό επίπεδο.
Η Rebecca Bailin, εκτελεστική διευθύντρια των New Yorkers United for Child Care, είπε ότι το σχέδιο «προσφέρει μια πραγματική διαδρομή για να γίνει η Νέα Υόρκη προσιτή για τις εργαζόμενες οικογένειες».
Σε κάθε περίπτωση, η Νέα Υόρκη μόλις άνοιξε ένα πολιτικό μέτωπο με εθνική, διεθνή και ιστορική σημασία.




