Parallax View

Η Συνταγματική αναθεώρηση ως δοκιμή πραγματισμού

«Εκείνο που ψηφίζεται είναι η λύση, όχι η πρόθεση ‒και αυτή μένει στην ιστορία!» - Γράφει ο Δρ. Αναστάσιος Παυλόπουλος

Parallaxi
η-συνταγματική-αναθεώρηση-ως-δοκιμή-π-1260193
Parallaxi

Λέξεις: Αναστάσιος Παυλόπουλος 

Σε μια ιδανική εκδοχή, θα αρκούσε να γραφτεί κάτι στο Σύνταγμα, για να γίνει πραγματικότητα. Θα καταπολεμείτο η κλιματική αλλαγή, θα εξαγγελλόταν η διαφάνεια και η διαφθορά θα πατασσόταν, θα κατοχυρώνονταν κοινωνικά δικαιώματα και αυτομάτως θα βρίσκονταν χρήματα για κοινωνικές παροχές.

Θα εξαλείφονταν οι ανισότητες, θα επιταχύνονταν οι δίκες, θα εξυγιαίνονταν τα νοσοκομεία, θα θωρακίζονταν οι θεσμοί‒όλα με μια αναθεώρηση υπογεγραμμένη από κυβέρνηση και αντιπολίτευση, με την ίδια ευκολία που υπογράφεται μια δήλωση καλών προθέσεων.

Προς απογοήτευση, όμως, τα όνειρα και η πραγματικότητα συχνά διασταυρώνονται αντίθετα. Το Σύνταγμα δεν είναι ο μαγικός πίνακας που ό,τι γράψουμε το κάνει πραγματικότητα. Σχετική έρευνα δείχνει, μάλιστα, ότι τα «ηχηρά» και πλουσιοπάροχα συνταγματικά κείμενα είναι συχνά παραπλανητικά. Συναφής είναι η καταγραφή των «sham constitutions», δηλαδή Συνταγμάτων που υπόσχονται δικαιώματα τα οποία συστηματικά δεν τηρούνται στην πράξη.

«Καλό» Σύνταγμα, λοιπόν, δεν είναι εκείνο που τάζει πολλά, αλλά εκείνο που συνομιλεί με την πραγματικότητα μιας χώρας στη μελλοντική της δυναμική. Που είναι σύμμετρο με την πραγματικότητα, λύνει υπαρκτές δυσλειτουργίες και διατυπώνεται έτσι ώστε να μπορεί να ρυθμίσει αποτελεσματικά τον κοινωνικοπολιτικό βίο, ακόμη κι αν στις ίδιες λέξεις δοθεί στο μέλλον διαφορετικό νόημα. Διαφορετικά, όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ Συντάγματος και συνταγματικής πραγματικότητας, το αποτέλεσμα είναι ένα κανονιστικά λιποβαρές Σύνταγμα, χωρίς οι έννομες συνέπειες των διατάξεων του να καθρεφτίζονται στην κοινωνία και τον πολιτικό βίο.

Μέσα από το πρίσμα αυτό μπορούν να προσεγγιστούν οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού για την αναθεώρηση, αλλά και οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Διατάξεις που πλειοδοτούν σε κοινωνικές παροχές ή σε ευγενείς στοχεύσεις ‒όπως η κλιματική αλλαγή‒ επιβαρύνουν μάλλον το Σύνταγμα, παρά το εμπλουτίζουν, εφόσον αποτυπώνουν ένα ιδανικό που το Σύνταγμα δεν μπορεί αφ’ εαυτού να υλοποιήσει. Η συνταγματική ύλη δεν πρέπει να μεταβληθεί σε παλίμψηστο ευχών. Αποστολή του Συντάγματος είναι να δίνει ένα στέρεο πλαίσιο δράσης, όχι να υποκαθιστά τη δημόσια πολιτική.

Πρώτο παράδειγμα θεσμικού πραγματισμού είναι το άρθρο 86: το ίδιο το κείμενο προβλέπει ότι μόνο η Βουλή μπορεί να κινήσει διαδικασία δίωξης για αδικήματα τελεσθέντα κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων. Στη διάταξη αυτή μπορεί να αποδοθεί το παγκοίνως γνωστό πρόβλημα πολιτικής λογοδοσίας. Η αναθεώρηση του, τουλάχιστον κατά τρόπο, ώστε οι Υπουργοί να διώκονται ποινικά με βάση της διατάξεις της κοινής ποινικής νομοθεσίας και χωρίς παρεμβολή της Βουλής, είναι επιτακτική ανάγκη.

Δεύτερο παράδειγμα είναι το άρθρο 16: το ελληνικό Σύνταγμα ‒κατά παγκόσμια πρωτοτυπία!‒ καθιερώνει κρατικό μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση. Μία προσέγγιση ελεύθερη από προκαταλήψεις δύσκολα θα παραγνωρίσει ότι ο επιστημονικός πλουραλισμός παραμένει… ημιτελής, ενόσω η ελευθερία της επιστημονικής σκέψης περιχαρακώνεται ‒αν όχι, εγκλωβίζεται‒ αποκλειστικά σε κρατικές δομές. Η δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων ‒υπό αυστηρό καθεστώς αδειοδότησης, διασφάλισης ποιότητας και διαφάνειας‒ θα ευθυγράμμιζε τη συνταγματική μας τάξη με την επικρατούσα ευρωπαϊκή πρακτική και το διεθνές τοπίο της ανώτατης εκπαίδευσης, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας της δημόσιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Τρίτο, η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 103): σήμερα, αν ένας υπάλληλος του δημοσίου είναι συστηματικά αναποτελεσματικός, τούτο σπανίως έχει έννομες συνέπειες, εκτός αν η συμπεριφορά του κλιμακωθεί σε πειθαρχικό παράπτωμα. Πολλά συγκριτικά παραδείγματα προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις: στη Γαλλία η υπηρεσιακή ανεπάρκεια οδηγεί σε λύση σχέσης με διαδικασία «πειθαρχικού τύπου». Στην Ιταλία συνδέεται με επαναλαμβανόμενη παραβίαση υποχρεώσεων και σταθερά αρνητική αξιολόγηση στην τελευταία τριετία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει τυποποιημένη πολιτική αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων. Το ζητούμενο, εν προκειμένω, είναι η θέσπιση εγγυήσεων, ώστε να μην μπορούν να παρεισφρήσουν παράγοντες πολιτικής (ή άλλης…) σκοπιμότητας.

Τέταρτο, η ηγεσία της Δικαιοσύνης: όταν οι κορυφές των ανωτάτων δικαστηρίων επιλέγονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, είναι παράταιρη η ανησυχία ότι ευδοκιμούν φαινόμενα «καριερισμού» εκ μέρους των βουλομένων να καταλάβουν θέσεις αντιπροέδρων ή Προέδρου; Ή μήπως ζούμε σε μία χώρα με θεσμική κουλτούρα πολιτικής ουδετερότητας, ώστε οι επιλογές να γίνονται με αμιγώς αξιοκρατικά κριτήρια ακόμα και από την ίδια την Κυβέρνηση; Το συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο προσφέρει πλείστα όσα μοντέλα που αποσοβούν τέτοιους κινδύνους.

Υπάρχει, όμως, και μία άλλη κουλτούρα στη χώρα μας: Η δίκη προθέσεων! Θα άξιζε να αναρωτηθούμε: έστω ότι μία Κυβέρνηση ανειλικρινώς προτείνει π.χ. την κατάργηση του άρθρου 86, κάτι που ‒για τις ανάγκες του παραδείγματος μας‒ έχουν ήδη εκφράσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ποια θα ήταν η δικαιοπολιτικά ορθή στάση της τελευταίας: Να καταψηφίσει την πρόταση και να αφήσει ισχύον ένα άρθρο την «ύπαρξη» του οποίου η ίδια καταγγέλλει και να αφήσει την πολιτική ζωή να ρυθμίζεται και στο μέλλον από το «κακό» αυτό άρθρο, κατ’ επίκληση της ανειλικρίνειας της Κυβέρνησης ή να συναινέσει στην κατάργηση του, αδιαφορώντας για τις μύχιες προθέσεις της Κυβέρνησης;

Εκείνο που ψηφίζεται είναι η λύση, όχι η πρόθεση ‒και αυτή μένει στην ιστορία!

*Ο Δρ. Αναστάσιος Παυλόπουλος είναι Δικηγόρος και συνταγματολόγος. 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα