Parallax View

Η Θεσσαλονίκη μπορεί, αλήθεια μπορεί

Ζω μακριά, αλλά δεν αποδέχομαι την παραίτηση... - Γράφει ο Γιώργης Γερόλυμπος

Parallaxi
η-θεσσαλονίκη-μπορεί-αλήθεια-μπορεί-1431493
Parallaxi

Λέξεις / Εικόνα: Γιώργης Γερόλυμπος

Ζω μακριά, αλλά δεν αποδέχομαι την παραίτηση… Προς Θεσσαλονικείς, λοιπόν, όπως το έθεσε καλύτερα άλλος ένας Σαλονικιός που κατέβηκε στην Αθήνα πολύ μα πολύ πριν από εμένα, ό,τι κι αν κρίνει ή πιστεύει κανείς για αυτόν: «Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα, βάλε στα ρούχα σου φωτιά, βάλε στα όργανα φωτιά, να τιναχθεί σαν μαύρο πνεύμα, η τρομερή μας η λαλιά».

Έφυγα από τη Θεσσαλονίκη το μακρινό, πλέον, 1991, κατέβηκα στην Αθήνα για σπουδές και έμεινα εκεί. Όταν τελείωσα το Λύκειο, στην οδό Ανθέων, ένιωσα ότι δεν είχα ιδιαίτερο μέλλον στη πόλη. Δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω, προσπάθησα να περάσω στην Αρχιτεκτονική αλλά δεν τα κατάφερα, πέρασα στη Φωτογραφία στην Αθήνα και την ακολούθησα.

Η ιδέα τότε ήταν, να μείνω για λίγο, να πάρω τη φοιτητική ταυτότητα για να μεταθέσω τη στρατιωτική θητεία και να επιστρέψω στο τέλος του χρόνου, να ξαναδώσω εξετάσεις και να περάσω στο ΑΠΘ. Δεν συνέβη, παρά πολλά χρόνια μετά, αλλά στο ενδιάμεσο, η φωτογραφία πρόλαβε και με έκανε δικό της, με πήρε από το χέρι και με κράτη σε στο δικό της αντικείμενο και τη δική της πόλη, την Αθήνα.

Επιστρέφω έκτοτε στη Θεσσαλονίκη κάθε χρόνο, πολλές φορές. Όλη μου η οικογένεια είναι εδώ, περισσότεροι έως πέρσι, λιγότεροι κατά μία φέτος όταν έφυγε η μητέρα μου. Έρχομαι στην πόλη ξανά και ξανά, και αποδέχομαι, μόνο για πλάκα, το «είσαι πια Αθηναίος» που μου λένε περιπαικτικά οι παιδικοί φίλοι μου στη Σαλονίκη.

Ψηφίζω εδώ, στον Άγιο Ελευθέριο, και θα συνεχίσω να το κρατώ όσο οι άνθρωποί μου είναι στη Θεσσαλονίκη, πολιτικό σφάλμα, ίσως, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, είμαι Σαλονικιός και έτσι θα νιώθω όπου και να ζω.

Επί μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν επισκεπτόμουν την πόλη, με κυρίευε η απογοήτευση, ειδικά τα χρόνια της απόλυτης επικράτησης του επιχειρηματία που εμφανίστηκε εν μία νυκτί και της σκέψης πως η πόλη παραδόθηκε στις επιταγές του.

Τα πολλά προηγούμενα χρόνια, επί του προηγούμενου δημάρχου, η πόλη ήταν βρώμικη, οι δρόμοι άναρχοι, από τη Βασιλίσσης Όλγας έως την Τσιμισκή τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα κυριαρχούσαν, τα εργοτάξια του Μετρό έκλειναν μεγάλα τμήματα της πόλης και τα απομάκρυναν από τους πολίτες της, για να μην αναφέρω καν το χώρο της Διεθνούς Έκθεσης που επί 11 μήνες το χρόνο ήταν και συνεχίζει να είναι ένα κλειστό οικόπεδο στην καρδιά της, αποκόπτοντας το Πανεπιστήμιο από τη θάλασσα.

Ως αρχιτέκτονας και φωτογράφος, έχοντας δει σημαντικό τμήμα αυτού του κόσμου, είτε εργαζόμενος είτε ως επισκέπτης, από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη, και την Ιαπωνία έως την Κωνσταντινούπολη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Νότια Αφρική και πολλούς αναρίθμητους άλλους προορισμούς, εντυπωσιάζομαι μονίμως από το πόσο όμορφη πόλη έχουμε και ταυτόχρονα πόσο δε μαθαίνουμε από τα λάθη, τόσο τα δικά μας όσο και άλλων πόλεων. Θυμόμαστε τα Λαδάδικα και πόσο λάθος πήγαν;

Τη Μοδιάνο; Πόσο χάσαμε την παλιά, ειλικρινή και αληθινή αίσθηση αυτών των τόπων; Αντίθετα, θυμόμαστε πόσο η Νέα Παραλία των αρχιτεκτόνων Πρόδρομου Νικηφορίδη και Bernard Cuomο, το υπέροχο Βυζαντινό Μουσείο του Κυριάκου Κρόκου ή, συμφωνούμε ή διαφωνούμε, το Νέο Δημαρχείο άλλαξαν την πόλη;

Με τη δύσκολη φετινή χρονιά για την οικογένειά μας και για να πετύχουμε με τη γυναίκα μια κάποια αποφόρτιση, πήραμε τα μικρά να τα κατεβάσουμε στο κέντρο με το μετρό, (ευτυχώς, εκείνη την περίοδο λειτουργούσε…), επιβιβαζόμενοι στη Μαρτίου με έξοδο στην Αγίας Σοφίας. Κατεβήκαμε στο δειλινό.

Σε λίγα λεπτά από το Ντεπό, είμασταν στην Αγίας Σοφίας, και βγήκαμε από το σταθμό ακριβώς την ώρα που έδυε ο ήλιος. Κοίταξα γύρω μου, εκεί που κάποτε πάρκαρα όταν κατέβαινα στο κέντρο και τώρα είναι πεζόδρομοι.

Είδα τον Όλυμπο στο βάθος του σημερινού πεζοδρόμου της Αγία Σοφίας, ο οποίος ήταν γεμάτος από περιπατητές, ντόπιους και Βαλκάνιους γείτονες που έκαναν τη βόλτα τους, κοιτούσαν την θάλασσα σαν να μην την είχαν ξαναδεί στη ζωή τους. Κατεβήκαμε στην Τσιμισκή, για να βρω τον αδελφικό φίλο μου στο μαγαζί του και παρατήρησα τη βασική λεωφόρο της πόλης πεντακάθαρη από σκουπίδια και κανένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο.

Απίστευτο θέαμα και συναίσθημα, δεν γνωρίζω προσωπικά ούτε το Δήμαρχο ούτε τον υπεύθυνο αντιδήμαρχο καθαριότητας αλλά εύγε τους, έχω να δω τέτοια τάξη και καθαριότητα εδώ και χρόνια, κάποιος επιτέλους ασχολήθηκε γιατί θυμάμαι την πόλη εντελώς διαφορετική όταν δεν έδινε δυάρα κανείς.

Πριν από κάποιο διάστημα είχα τη τύχη να ζητηθεί η γνώμη μου από εφημερίδα για να εκφράσω τις διαφορές μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης και είχα πει τότε, ως αρχιτέκτων στη σκέψη, ότι η μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο πόλεων είναι η σχέση τους με τη θάλασσα: η Αθήνα αντιλαμβάνεται τη θάλασσα ως κάτοψη, με τις γραμμές των ακτοπλοϊκών γραμμών που φεύγουν από το λιμάνι της προς όλα τα πιθανά νησιά, κοντινά ή μακρινά, ενώ η Θεσσαλονίκη κοιτάζει τη θάλασσα ως όψη: μόνο αγκυροβολημένα πλοία, η γραμμή του ορίζοντα και ο Όλυμπος.

Η μητέρα μου, ως πολεοδόμος και ιστορικός των πόλεων, παρά τις πολύ διαφορετικές μουσικές της επιλογές, αγαπούσε πολύ το στίχο «ποια πόλη, ποια χώρα, ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα», αντιλαμβανόμενη, πολύ πριν εμού, ότι μια πόλη σε ταξιδεύει με τα δικά της χαρακτηριστικά: όταν την περ πατάς, όταν τη ζεις, όταν κοιτάς τον ορίζοντά της, όταν της επιτρέπεις να αναπτύξει όλα της τα «όπλα» ή «εργαλεία» της.

Παρακινώ όλους μας να σκεφτούμε μια Θεσσαλονίκη με Μετρό ως τις δυτικές της συνοικίες, εκεί όπου οι συμπολίτες μας, πραγματικά, έχουν μεγαλύτερη ανάγκη φθηνής και γρήγορης μετακίνησης προς το κέντρο ή τα ανατολικά. Ας σκεφτούμε τι μπορεί να σημαίνει σύνδεση του αεροδρομίου με το σιδηροδρομικό σταθμό ή αργότερα, κοντινών πόλεων, πως θα συνδέει τη Βέροια, φερ’ ειπείν με τα προάστεια του Θερμαϊκού. Δεν αιθεροβατώ, ούτε πάσχω από ακατάσχετη αισιοδοξία, κάθε άλλο θα υποστήριζα.

Προτείνω μόνο το εξής: μετά από δεκαετίες υποτίμησης, και σε πολλές περιπτώσεις αυτό-υποτίμησης, μετά από ζόρι και πόνο και στεναχώρια, ας παραδεχθούμε ότι η πόλη έχει δυνατότητες, όχι μόνο λόγω ιστορικής συνέχειας αλλά κυρίως λόγω των ανθρώπων της.

Μπορούμε να βελτιώσουμε ό,τι χρειάζεται να διορθωθεί, μπορούμε να ζητήσουμε, διεκδικήσουμε, απαιτήσουμε να συμβεί ό,τι πρέπει για να ξυπνήσει ξανά εκείνο το απίστευτο, πρωτοποριακό αίσθημα που είχαμε όταν άνοιξε, προ πολλών δεκαετιών ο «Μύλος», όταν όλη η χώρα κοιτούσε προς εμάς, μπορούμε να ξανά-δημιουργήσουμε εκείνη την προσμονή όταν εμείς οι νέοι φωτογράφοι ανεβαίναμε με πούλμαν από την Αθήνα κάθε Φεβρουάριο για να παρακολουθήσουμε το φεστιβάλ της Φωτογραφικής Συγκυρίας, να αναζωογονήσουμε τη μουσική σκηνή, παλιά με τις Τρύπες, σήμερα με τον Λεξ και άλλα σχήματα, να κινητοποιήσουμε τις δυνάμεις γύρω από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, και τόσα μα τόσα άλλα μέσα που έχουμε ήδη στη δύναμή μας.

Η πόλη μπορεί, χωρίς συζήτηση, αλήθεια μπορεί. Το ξέρω, το έχω δει πολλές φορές στη ζωή μου και γνωρίζω τη διαφορά μεταξύ ικανότητας, επιθυμίας και παραίτησης. Η ερώτηση είναι: πιστεύουμε ότι έχουμε ικανότητα, νιώθουμε την επιθυμία ή αποδεχόμαστε την παραίτηση; Ζω μακριά, αλλά δεν αποδέχομαι την παραίτηση… Προς Θεσσαλονικείς, λοιπόν, όπως το έθεσε καλύτερα άλλος ένας Σαλονικιός που κατέβηκε στην Αθήνα πολύ μα πολύ πριν από εμένα, ό,τι κι αν κρίνει ή πιστεύει κανείς για αυτόν:

«Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα, βάλε στα ρούχα σου φωτιά, βάλε στα όργανα φωτιά, να τιναχθεί σαν μαύρο πνεύμα, η τρομερή μας η λαλιά».

*Ο Γιώργης Γερόλυμπος είναι φωτογράφος

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα