Κόμμα Μαρίας Καρυστιανού ή αλλιώς για το αναπόφευκτο της ιδεολογικής τοποθέτησης

Μια προσπάθεια χαρτογράφησης του πολιτικού πρόσημου της πολιτικής κίνησης από την Μαρία Καρυστιανού

κόμμα-μαρίας-καρυστιανού-ή-αλλιώς-για-1171223

Τελικά, πού ανήκει ιδεολογικά η Μαρία Καρυστιανού; Τοποθετείται στην αριστερή, στη δεξιά ή στην κεντρώα ιδεολογική οικογένεια;

Μήπως αυτές οι ταμπέλες είναι ξεπερασμένοι τρόποι κατανόησης του πολιτικού πεδίου, πλέον;

Η απάντηση είναι κατηγορηματικά και χωρίς αστερίσκους, ή έστω έτσι θα έπρεπε να είναι, ένα μεγάλο όχι.

Όταν καλείσαι να τοποθετηθείς για μια σειρά από ζητήματα, αναγκαστικά η τοποθέτησή σου θα έχει ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό φίλτρο, είτε το θέλεις είτε όχι.

Για παράδειγμα οι υπέρμαχοι των ιδιωτικοποιήσεων και της ελεύθερης αγοράς τοποθετούνται πιο δεξιά στον πολιτικό ιδεολογικό άξονα από τους υπέρμαχους  του δημόσιου ελέγχου βασικών υποδομών μιας χώρας, οι οποίοι βρίσκονται στην αριστερή πλευρά του πολιτικού εκκρεμούς.

Επιπλέον, οι υπέρμαχοι των δικαιωμάτων της LBGTQ+ κοινότητας ή των αμβλώσεων ή αυτοί που είναι κατά της οπλοφορίας τοποθετούνται πιο αριστερά στο πολιτικό φάσμα από ότι οι επικριτές αυτών των δικαιωμάτων.

Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι ένα μόνο στοιχείο χαρακτηρίζει όλη την ιδεολογική τοποθέτηση ενός ανθρώπου ή πολιτικού φορέα, καθώς η πολιτική μας θέση δημιουργείται μέσα από ένα κράμα ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η Μαρία σε λάθος μονοπάτι

Έτσι, λοιπόν, ήρθε και η ώρα της Μαρίας Καρυστιανού να κριθεί υπό αυτό το πρίσμα, καθώς το σύνθημα ότι το κόμμα-κίνημα στο οποίο πρωτοστατεί είναι κάτι που ξεπερνάει τη δεξιά και την αριστερά δεν μπορεί να ευοδωθεί ούτε εδώ. Η αναφορά στο δικαίωμα της άμβλωσης και πώς αυτό πρέπει να μπει σε δημόσια διαβούλευση έχει σαφώς ιδεολογικό πρόσημο, γέρνοντας προς το προς τη συντηρητική και δεξιά πλευρά του πολιτικού εκκρεμούς.

Το επίδικο ζήτημα εδώ, δεν είναι να κρίνουμε την ορθότητα ή μη των απόψεων της, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της ανάλυσης μας, αλλά το γιατί ιστορικά και πολιτικά δεν μπορεί κάποιος να είναι υπεράνω της δεξιάς και της αριστεράς, και συνήθως όσοι πολιτικοί παίκτες και φορείς υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, στην ουσία το πολιτικό τους περιεχόμενο γέρνει προς τα δεξιά.

Κρίση αντιπροσώπευσης

Βέβαια, δεν αρκεί μια απλή διαπίστωση του ζητήματος, αλλά χρειάζεται να ενσκήψει κανείς λίγο βαθύτερα και να δει τα κύρια αίτια που η φράση “ούτε δεξιά ούτε αριστερά” έχει απήχηση στις σύγχρονες κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Μετά, ίσως να μπορούμε να κατανοήσουμε και καλύτερα την μεγάλη απήχηση της αντίστοιχης  ρητορικής της Μαρίας Καρυστιανού και να εντοπίσουμε την ιδεολογική της κατεύθυνση.

Ποια είναι, λοιπόν, τα βαθύτερα αίτια της κοινωνικής απήχησης τέτοιων φράσεων;

Καταρχάς, όπως μας λέει και ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πρώην Υπουργός Επικρατείας, ειδικός σε ζητήματα πολιτικών κομμάτων και πολιτικής συμπεριφοράς, “Είναι μια τετριμμένη άποψη η οποία αντανακλά κατά κάποιο τρόπο την κρίση, της αριστεράς κυρίως, και το γεγονός ότι έχει διογκωθεί ένα πολύ μεγάλό μέρος το οποίο αποστρέφεται τα κόμματα, την κλασσική πολιτική. Είναι μια μετάφραση που κάνουν αρκετοί άνθρωποι όταν η πολιτική διέρχεται μια τόσο μεγάλη κρίση, δηλαδή οι συλλογικότητες, η συμμετοχή, η ιδέα ότι με την πολιτική μπορείς να αλλάξεις τα πράγματα”.

Επομένως, ως  βάση είναι η κρίση αντιπροσώπευσης: “Είτε είναι δεξιός λαϊκισμός είτε κεντρώος νεοφιλελευθερισμός, η αφετηρία είναι αυτή: είναι η κρίση αντιπροσώπευσης εκτεταμένων κομματιών της κοινωνίας. Αλλά η επίκληση αυτή το ούτε αριστερά ούτε δεξιά είναι ένα ιδεολόγημα, ούτε καν μια ιδεολογία , το οποίο σε δεύτερο χρόνο θα χρειαστεί να απαντήσει”.

Αριστερά, δεξιά ως καταστατική αφετηρία

Εντοπίζοντας την αιτία, ή έστω την βαθύτερη, του ζητήματος, μπορούμε να πούμε ότι τα κόμματα και τα κινήματα αυτά δεν έχουν ιδεολογία ή είναι υπεράνω αυτών;

Μα, φυσικά και όχι γιατί υπάρχει μια “καταστατική αφετηρία”, μια αρχή από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς. Αυτή η αρχή είναι η διάκριση αριστερά δεξιά. Όπως πολύ εύστοχα θα υποστηρίξει ο Βερναρδάκης: “Η διάκριση δεξιά αριστερά δεν παύει να υφίσταται, είναι σαν να πει κανείς θα καταργήσει τους σεισμούς με διάταγμα. Δεν γίνεται , διότι είναι η καταστατική δομή της νεωτερικότητας.

Είναι η νεωτερικότητα που ξεκινά από τη Γαλλική Επανάσταση: Κάποιος που τοποθετείται στην αριστερά, έχει ως καταστατική του αφετηρία ότι πιστεύει στην ισότητα, και κάποιος που τοποθετείται στα δεξιά η καταστατική του αφετηρία είναι η ελευθερία του ατόμου. Δηλαδή υπάρχουν δύο βασικές φιλοσοφικές προϋποθέσεις, με τις οποίες όλοι μας βλέπουμε τον κόσμο, την κοινωνία, τη ζωή, την ατομικότητά μας. Η ατομική ελευθερία εναντίον ενός εξισωτισμού. Γι’ αυτό και τα κομματικά συστήματα, δηλαδή οι δομές πολιτικής αντιπροσώπευσης, δημιουργήθηκαν στη βάση αυτή”.

“Τα πολιτικά πρόσωπα, τα πρόσωπα όλοι μας, δεν είμαστε εκ παρθενογενέσεως, έχουμε μια πολιτική κοινωνικοποίηση,  μια οικογένεια, έχουμε μάθει, έχουμε ακούσει, κάτι μας είναι οικείο, κάτι δεν μας είναι οικείο, μετά είναι οι εμπειρίες μας, η εργασιακή μας ζωή, η ακαδημαϊκή μας σχέση , στο πανεπιστήμιο, στο σχολείο, στο σπίτι, στο δρόμο, στο γήπεδο. Ακόμη και ο πιο φανατικός υπέρμαχος του ούτε δεξιά ούτε αριστερά, στην πραγματικότητα εμφορείται από ένα σύστημα αξιών”.

“Η επίκληση του ούτε αριστερά ούτε δεξιά, το κάνει κάποιος σε μια πρώτη φάση. Σε μια δεύτερη φάση, όταν δηλαδή σταθεροποιήσει αυτό το μόρφωμα, θα πρέπει να πάρει κάποιες θέσεις, θα πρέπει να μιλήσει λιγότερο υπερβατικά και να μιλήσει πιο συγκεκριμένα. Εκεί που θα μιλήσει πιο συγκεκριμένα, εμφανίζεται η θεμελιακή διάκριση δεξιάς αριστεράς”.

Ιστορικό πλαίσιο

Μέσα από μια ιστορική ματιά η συγκεκριμένη επίκληση υπέρβασης των ιδεολογιών είχε ως εκφραστή την άκρα δεξιά, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι είχε το μονοπώλιο πάντα.

“Απ’ ό,τι έχει δείξει η ιστορία των κομματικών συστημάτων, τις περισσότερες φορές πάει προς τα δεξιά ή είναι ένα αφήγημα που βολεύει τις συστημικές καθεστωτικές δυνάμεις. Με αυτή την έννοια, τις βολεύει, η άκρα δεξιά παραδείγματος  χάριν, είχε εμφανιστεί υπό το πρόσχημα ούτε δεξιά ούτε αριστερά, δηλαδή πολύ δεξιά. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά είναι πολύ δεξιά”.

“Είναι ένα μοτίβο το οποίο είναι πολύ οικείο με τη πιο σκληρή ριζοσπαστική δεξιά. Η οποία ακριβώς επειδή η πιο σκληρή ριζοσπαστική δεξιά που φτάνει μέχρι τα όρια της φασιστικής δεξιάς είναι απονομιμοποιημένη ιστορικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και μάλιστα είναι περιθωριακή και μέσα στα κόμματα της μεταπολεμικής φιλελεύθερης δεξιάς. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έριξε στο περιθώριο τον ναζισμό και τον φασισμό. Η επανεμφάνιση αυτών των ιδεολογικών μορφωμάτων αυτών, έπρεπε να περάσει με αυτόν τον τρόπο, γιατί δεν εξαφανίστηκαν. Αυτή η επανεμφάνισή τους σταδιακά πρέπει να περάσει μέσα από την αμφισβήτηση του υφιστάμενου μεταπολεμικού καθεστώτος. Αυτό ήταν απαραίτητο για αυτούς”.

Πλήθος παραδειγμάτων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AFD), με πρώην και νυν μέλη φιλοναζιστικά, να λέει πως δεν είναι ούτε αριστερά ούτε δεξιά ή την περίπτωση της Εθνικής Συσπείρωσης (RN) της Λεπέν  στη Γαλλία με το σύνθημα “ούτε δεξιά ούτε αριστερά, Γαλλία”

Αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις όπου το ούτε αριστερά, ούτε δεξιά είτε προήλθε είτε κατέληξε να εντάσσεται στον ευρύτερο αριστερό, κεντροαριστερό χώρο.

Δύο τέτοια παραδείγματα είναι η οικογένεια των Πρασίνων και το Κίνημα Πέντε Αστέρων.

“Όταν εμφανίστηκαν οι Πράσινοι στη Δυτική Γερμανία τότε, εμφανίστηκαν πράγματι υπό την ιδέα ότι πρέπει να ξεπεράσουμε την δεξιά (Χριστιανοδημοκρατία) κα την αριστερά (Σοσιαλδημοκρατία, δηλαδή υπήρχε ένας δικομματισμός τότε, που η ατζέντα των Πρασίνων, δηλαδή τα πυρηνικά ή οι εναλλακτικές μορφές κοινοτισμού,  ήθελε να υπερβεί.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Ιταλία και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, το οποίο πράγματι εμφανίστηκε σε μια φάση πολύ μεγάλης κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης. Η κρίση και η διάλυση της αριστεράς στην Ιταλία τους οδήγησε να φτιάξουν έναν πολιτικό οργανισμό, που ήθελε να βγει έξω από αυτή τη διάλυση. Σήμερα, άμα δούμε την κατάληξη, οι περισσότεροι ανήκουν σε κόμματα κέντρο-αριστερά, αριστερά”.

Ελλάδα: Μεταπολίτευση και κρίση

Αν έρθουμε στην Ελλάδα μπορούμε να εντοπίσουμε διάφορα παραδείγματα αντίστοιχων επικλήσεων υπέρβασης του δίπολου αριστερά δεξιά, αλλά με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τα παραδείγματα αρκετά και σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Από τον Καραμανλή της πρώιμης μεταπολίτευσης και τον Σημίτη του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ, μέχρι τα χρόνια της κρίσης την προηγούμενη δεκαετία και την εμφάνιση κομμάτων όπως Το Ποτάμι ή η είσοδος στη Βουλή του Βασίλη Λεβέντη και η άνοδος διάφορων δεξιών μορφωμάτων.

Σε κάποιες περιπτώσεις λειτούργησε, βέβαια, ευεργετικά, όπως στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή όπου έλεγε πως “δεν ήταν ούτε δεξιά ούτε αριστερά, αλλά ήταν  μια ανάγνωση που ήθελε να ξεφύγει από την παραδοσιακή προδικτατορική δεξιά. Αυτό είναι ένα προοδευτικό αφήγημα για τη ΝΔ,  ήθελε να ανανεώσει βαθιά τη συντηρητική παράδοση, ακόμη και αν έπρεπε να ενσωματώσει πολιτικές της αριστεράς, όπως είναι οι κρατικοποιήσεις”.

Φτάνοντας στα  χρόνια της κρίσης “ξαναεμφανίζονται σε μαζικό επίπεδο, μετά το 2012 και τις εκλογές  που έχουμε αλλαγή ριζική και καταρρέει ο παλιός δικομματισμός, και έχουμε έκτοτε μια σταθερή κρίσης εκπροσώπησης και αυτό το πράγμα βγαίνει σε διάφορες μορφές. Κυρίως, όμως βγαίνει από θραύσματα των υπερσυντηρητικών στρωμάτων κύκλων. Π.χ. στις τελευταίες εκλογές είχαμε τους Σπαρτιάτες και τη Νίκη“.

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Η ιδιομορφία της Καρυστιανού και η χαμένη δικαιοσύνη

Φτάνοντας στην περίπτωση  της Μαρίας Καρυστιανού, πού και με ποια κριτήρια θα μπορούσε να την εντάξει κανείς; Τι στοιχεία έχει στη διάθεσή του για να την ταξινομήσει πολιτικά και ιδεολογικά;

“Τη στιγμή που θα ανακοινώσει επισήμως το κόμμα, κα θα εμφανίσει το ανθρώπινο δυναμικό του και ένα πλαίσιο πιο αναλυτικό. Τότε θα μπορέσουμε να ξέρουμε. Οι ενδείξεις, βέβαια, που υπάρχουν είναι πως πρόκειται για ένα συντηρητικό μόρφωμα στο πολιτικό και ιδεολογικό του κομμάτι”

Ωστόσο, το υπό διαμόρφωση κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού παρουσιάζει μια ιδιομορφία: “Πάντα μια τέτοια εμφάνιση και μάλιστα με μεγάλη αφήγηση, έχει μια κοινωνική προϋπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση αυτή είναι η κρίση αντιπροσώπευσης αφενός, αφετέρου είναι και μια βαθιά αίσθηση, πια, διαφθοράς του συστήματος.

Δεν θα κριθεί μόνο από αυτά τα υπερσυντηρητικά που λέει.

“Το θέμα εδώ είναι πως παράγεται ένα αίτημα κοινωνικό που λέει εδώ δεν γίνεται άλλο, πρέπει να υπάρχει μια δικαιοσύνη που να λειτουργεί, που να δικαιώνονται οι άνθρωποι. Αυτό είναι πολύ πιο ισχυρό από αυτό που είπε για τις αμβλώσεις.

“Επειδή για την δικαιοσύνη το μεν δεξιό κόμμα το κάνει, το δε αριστερό φοβάται να το πει, με την ευθύτητα και τη σαφήνεια αυτή. Κανένα αριστερό κόμμα δεν έχει βάλει ανοιχτά θέμα δικαιοσύνης, θέμα της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Υπάρχει σαν άποψη, το λένε κύκλοι και κάποια πρόσωπα, αλλά δεν έχει πάρει τη μορφή ενός πολιτικού αιτήματος που να το έχει υιοθετήσει ένα κόμμα της αριστεράς. Εδώ υπάρχει μια τεράστιά διαφορά. Η αριστερά με την πολιτική της αφήνει χωρίς εκπρόσωπο αυτά τα αιτήματα τα κοινωνικά και δεν τα μορφοποιεί. Και αν τα μορφοποιήσει μια δεξιά προέλευσης ιδέα όπως είναι  της Καρυστιανού θα το κάνει σε μια άλλη λογική, πιο αυταρχικά”.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα