Parallax View

Ο θάνατος δεν είναι ένα κακόγουστο σόου

Πίσω από το δημοσιογραφικό σκεπτικό του «If it bleeds, it leads»

Μαρίνα Τομπάζη
ο-θάνατος-δεν-είναι-ένα-κακόγουστο-σόο-1473753
Μαρίνα Τομπάζη

«If it bleeds, it leads»· Και αφού το αίμα πάντα πουλάει, οι τραγωδίες της ζωής σερβίρονται ως ένα δυστοπικό σόου.

Αυτήν τη φορά, γίναμε κατά ανάγκη θεατές της ιστορίας δύο κοριτσιών από την Ηλιούπολη, που πίστεψαν ότι δεν τους ανήκει τούτος ο κόσμος. Οι λέξεις που άφησε η 17χρονη στο αποχαιρετιστήριο σημείωμά της, προορίζονταν μόνο για τους γονείς της, αλλά κατέληξαν να απαγγέλλονται σε πανελλαδική εμβέλεια. Ούτε βέβαια, η στιγμή της πτώσης των δύο έφηβων μαθητριών ενδείκνυται για προβολή, είτε από την οθόνη του κινητού, είτε της τηλεόρασης.

Ο θάνατος στη ψηφιακή εποχή έγινε πολυμεσικός. Τον ακούμε από τις φωνές των νεκρών επιβατών του Intercity 62, στο ηχητικό του 112. Τον έχουμε ακούσει επίσης, και από την κλήση της Κυριακής Γρίβα στο 100. Μπορούμε να τον κοιτάξουμε, απροκάλυπτα, μέσα από τα τζάμια του φορτηγού, από το οποίο προπορεύεται, στην άσφαλτο της Ρουμανίας, το μαύρο βαν με τους δέκα φιλάθλους του ΠΑΟΚ. Ακόμη, και ως ακροατές στο Ηρώδειο τον είδαμε, όταν κατέρρευσε πάνω στη σκηνή η Μαρινέλλα.

Η αιμοδιψία του κοινού δεν ανακουφίζεται ωστόσο, μόνο από τη συνεχόμενη, ωμή απεικόνιση των γεγονότων. Χρειάζεται κάτι επιπλέον. Ένα αφήγημα με διάφορες τροπές και διαρκείς εξελίξεις, που θα κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών.

Ένας αδόκητος θάνατος για παράδειγμα, δίνει συχνά στα ΜΜΕ, πρόσφορο πάτημα, ώστε να μεταπλάσουν την είδηση σε προϊόν θέασης. Τον περασμένο μήνα, μια 19χρονη εγκαταλείφθηκε σε πλατεία του Αργοστολίου, αφήνοντας έτσι, αβοήθητη, την τελευταία της πνοή. Σύντομα, ο δημόσιος διάλογος μετατοπίστηκε από την υπόθεση, στο πώς ζούσε, τι έκανε, τι φορούσε, πώς βαφόταν, με ποιους μιλούσε. Σχολιάστηκε μέσα από παραφιλολογίες δημοσιογράφων και χρηστών των social media, σαν να όφειλε να δικαιολογήσει στον κάθε άσχετο, το φευγιό της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Για τη Μυρτώ

Πριν ωστόσο, ξεκινήσει το εκτενές σκάλισμα της προσωπικής ζωής του θύματος, προηγείται το κλασικό κυνήγι της χαροκαμένης οικογένειας, για να αποσπάσει ο δημοσιογράφος εκείνη τη μια πληροφορία που θα μπορέσει να πλαισιώσει ένα από τα δεκάδες «αποκλειστικά» ρεπορτάζ. Και επειδή, αυτή η ιδιότυπη μορφή κανιβαλισμού, δεν χορταίνει τον κόσμο εύκολα, στη συνέχεια κατακλυζόμαστε από μαρτυρίες γειτόνων και τρίτων, που ως επί το πλείστον δεν έχουν κάτι ουσιώδες να πουν, πέρα του πόσο καλό παιδί ήταν ο συγχωρεμένος, αλλά εκείνοι δεν ξέρουν τίποτα.

Αφού λοιπόν τώρα, το κοινό έχει αναπτύξει ένα είδος παράδοξου δεσίματος με τον πρωταγωνιστή του εκάστοτε συμβάντος, βλέπει την τελευταία πράξη, «εισβάλοντας» στην κηδεία. Κάμερες παντού. Καταγράφουν το φέρετρο, τα στεφάνια, αποθανατίζουν τα δάκρυα και τους λυγμούς των αγαπημένων του, ενώ περιμένουν να αρπάξουν μία σπαρακτική ατάκα, ένα επιφώνημα έστω, που θα αρκεί για να σταθεί στον τίτλο.

Φτάσαμε στο σημείο της εμπορευματοποίησης του θανάτου, του πένθους και του πόνου. Τα αντιμετωπίζουμε σαν το υλικό μιας αστυνομικής σειράς στο Netflix, διαθέσιμα για ανεξέλεγκτη κατανάλωση. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που μας ωθεί σε αυτήν την κατάχρηση του αρχικού ειδησεογραφικού περιεχομένου που μας δίνεται. Ίσως να είναι ο μόνος τρόπος για να πλησιάσουμε όσο πιο εφικτά γίνεται το θάνατο, χωρίς να κινδυνεύσουμε εμείς να πεθάνουμε. Το σίγουρο είναι, πως τα ΜΜΕ πατάνε επί πτωμάτων, γνωρίζοντας καλά την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο ζοφερό. Εμείς δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως κάθε φόρα, πίσω από μια είδηση, βρίσκονται υπαρκτά πρόσωπα και όχι χαρακτήρες μυθοπλασίας.

Δεν δείχνει η κοινωνία τη δύναμή της από όσα αντέχει να δει, αλλά από το πού αποφασίζει να μην συνεχίσει να βλέπει.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα