Σκηνοθετώντας το παρελθόν για να αντέξουμε το παρόν
Μερικές σκέψεις - αμφιβόλου συνοχής - αφορμούμενες από τη θέαση της παράστασης «Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα»
Τι είναι αυτό που τελικά αρέσει και τι τελικά αυτό που δεν αρέσει; Σε εμάς, ναι, σωστά.
Το θέατρο, στη δική μου περίπτωση – και θέλω να πιστεύω πως έχω τη διάθεση στη συνέπεια – είναι η παρουσία μου στη λιγότερο ανέφικτη ολότητά της. Σε εκείνην που τόσο ακούς, όσο μιλάς και αφουγκράζεσαι, ενώ απορείς, που μάλλον θα συγκρίνεις και τελικώς συγκλίνεις στο γεγονός ότι τελικά, μπορεί και να μην αρέσει το ξεβόλεμα.
Μήπως, τελικά, η αδράνεια είναι η κρυφή μου καταφυγή;
Μήπως η ευθύνη της υπόστασής μας, ολοένα και βαραίνει; Ειδικά τώρα, που συνειδητοποιούμε πως πέραν από όλα αυτά που μας έχουν δοθεί, δεν κρατάμε τίποτα πραγματικά δικό μας.
Δεν μας επιτράπηκε να αφήσουμε έστω και το παραμικρό έδαφος στις παλάμες ώστε να χωρέσουμε κάτι δικό μας ανάμεσα.
Λοιπόν, από αυτές τις χαραμάδες μέσα, ξεχειλίζουν σαν άμμος όλα εκείνα που μας έκαναν μέχρι πρότινος να αισθανόμαστε εντελώς οικεία. Το σπίτι. Οι γονείς, που είχαν γονείς… που είχαν γονείς και πάει λέγοντας.
Νομίζω πως ο Καζαντζάκης υποστηρίζει – με επιφυλακτικότητα από μεριάς μου – στην «Ασκητική»: πως εγώ και εσύ είμαστε “δέντρα”, με ρίζες που προεκτείνονται σε βάθος αιώνων και συνεπώς – αν και αυτή δεν είναι η τομή – είμαστε εξίσου βαθιά επηρεασμένοι. Και ότι, τώρα τελευταία, είναι αυτές – που ξετυλίγουν του κουβαριού μας τη μοιραία κλωστή.
Τις κινήσεις που πρόκειται σε πολύ λίγο να διαπράξουμε υποκινούν.
Και εδώ, είναι που υπάρχει επιλογή. Αλλά, κόβεται ο ομφάλιος λώρος; Κόβεται.
Ωστόσο, ο συγγραφέας – σε μια δική μου παραβολή βασισμένη στο πνεύμα του – υποθέτω πως λέει καταληκτικά: απόρροια της ρίζας είναι ακόμα και η αποκοπή.
Όπως και το θέατρο – γιατί από εκεί ξεκινήσαμε – έχει μια τέτοια είδους ποιότητα.
Προέρχεται από κάποιον τόπο, που ως γενέτειρα του έχει μια πόλη, την αποκαλώ βίωμα.
Με την αντίληψη του να «προέρχεται» θα έπρεπε κανείς να οδηγείται, στην πλατεία τη θεατρική. Από εκεί και πέρα το ζήτημα βαραίνει στην αποδοχή της κατάστασης στην οποία επιλέξαμε να βρισκόμαστε.
Για αυτό ρωτώ:
Τι είναι τελικά αυτό που μας βολεύει και τι τελικά αυτό που μας ξέβολεύει;
Αυτή η κληρονομική ρίζα, όμως, σήμερα μοιάζει να καταλήγει σε ένα παράδοξο τέλμα…
Πόσο δίκιο είχε τελικά η Λένα Κιτσοπούλου αναφερόμενη στον πυρήνα του έργου της, CRY όταν απάντησε στο γιατί ενώ το καρπούζι είναι μάπα εμείς εξακολουθούμε να το τρώμε.
Λέει πως θεωρούμε αυτονόητο ότι θα πάμε κάπου, συγκεκριμένα σε μια υπηρεσία για να κάνουμε μια δουλειά, και έχουμε ήδη απωλέσει αυτή την περίπτωση: ότι αυτή η δουλειά όντως θα γίνει.
Συνεχίζει παρακάτω για να πει, «ξεκινάς ήδη ακυρωμένος και το δυστύχημα είναι ότι αυτό σου φαίνεται λογικό. και άρα το αξίζεις. και άρα μάλλον, είσαι ένα τίποτα».
Aπό την αποτυχία του ενός, περνάμε στην αποτυχία των πολλών…
Πόση προδιάθεση βαραίνει πλέον αυτό το σώμα που αμετακίνητο στέκει πάνω από τον τάφο του;
Αν είχε μάζα θα ήταν χώμα. Στοιβάζεται σαν «ήχος, που ακούγεται όταν η πρώτη χούφτα πέφτει πάνω στο καπάκι από το φέρετρο. Τον θυμηθήκατε ε; Είναι ένας εκκωφαντικά άηχος ήχος που θρυμματίζεται σε κόκκους…» (“Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία”, Γκ. Ντοτσανασβίλι).
Πόσες χούφτες χρειάζονται για να το πάρουμε απόφαση; πως κάπως υπήρξαμε ναι, αλλά και πως κάπως αλλιώς μπορούμε να συνεχίσουμε να πορευόμαστε. Πάντα με κόστος.
Μετακινούμαστε, κι αυτό είναι μάλλον κυριολεκτικό.
Είναι όμως διαφορετικό, όταν βλέπεις αυτή σου τη μετακίνηση να καθρεφτίζει – ενώσω εσύ κάθεσαι μονίμως καρφωμένος στην – εκτύλιξη του έργου «Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα».
Αφού όλα διαλύονται, η «αθωότητα» που λέει ο Ελύτης είναι το μόνο που μας μένει για να ξαναρχίσουμε.


