τα-φώτα-1420735

Parallax View

Τα φώτα

Η Αθηνά Παπανικολάου γράφει για τις αναμνήσεις από την ημέρα των Φώτων στα χρόνια του 60

Parallaxi
Parallaxi

Λέξεις: Αθηνά Παπανικολάου 

Τη μέρα αυτή που κατά τη θρησκευτική παράδοση ανοίγουν οι ουρανοί, τα ύδατα αγιάζονται και το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται εν είδει περιστεράς, το κρύο ήταν τσουχτερό στα μέρη μας, στα χρόνια του 60.

Τα κρύσταλλα κρέμονταν απειλητικά σαν χαντζάρες από αστρέχες και κεραμίδια. Το χιόνι που έπεφτε από τις αρχές του Δεκέμβρη, συχνά και νωρίτερα, δεν προλάβαινε να λιώσει. Επάνω του ερχόταν νέα σοδειά εξ ουρανού και πάγωνε κι αυτή με τη σειρά της, καθιστώντας δρόμους και σοκάκια πίστες παγοδρομίου που θα ζήλευε κάθε αγωνιστικός χώρος σύγχρονου πατινάζ. Για περιστέρια ούτε λόγος , δεν πετούσαν πάνω απ΄το χωριό.

Αν κάποιο εμφανιζόταν, είναι σίγουρο πως θα το εκλαμβάναμε ως παρουσία θείου πνεύματος. Αλλά πού τέτοια θαύματα…Αρκούμασταν στα ταπεινά τσόνια που σκάλιζαν τ’ ασπροντυμένα χωράφια και τις αυλές, μήπως και βρουν κάποιον ξεχασμένο σπόρο ή κανένα ψίχουλο από τα τραπεζομάντιλα που τίναζαν οι νοικοκυρές. Οι πονόψυχοι σκόρπιζαν μπαγιάτικο ψωμί και στάρι για να χορτάσουν και τα πετούμενα. Οι σόμπες μπουμπούνιζαν με τα αναψοκοκκινισμένα κούτσουρα και οι κατσαρόλες κόχλαζαν πάνω τους με το γιορτινό φαγητό.

Τη μέρα αυτή λοιπόν, ο πάππους μου ο Νικόλας, ψάλτης εύμολπος και καλός αναγνώστης της αρχαίας ελληνικής, καθότι οικότροφος μαθητής του ιστορικού Γυμνασίου Τσοτυλίου, με υποτροφία παρακαλώ του Τούρκου μπέη της Λειψίστας, ψηλός και λεπτόσαρκος από τα γονίδια της μάνας του, φορούσε το ζεστό ολόμαλλο παλτό του και τη βελούδινη ρεπούμπλικα και μ΄ έπαιρνε μαζί του στον ψαλτήρι. Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…

Μετά τη λειτουργία κρατώντας το χέρι μου, κάναμε τον αγιασμό του υδραγωγείου που βρισκόταν στη βορειανατολική άκρη του χωριού, δίπλα στο εκκλησάκι του Αη Νικόλα. Φορούσα και γω το άσπρο λούτρινο παλτουδάκι με ένα μεγάλο κουμπί στον λαιμό, μόδα της εποχής, τις γαλότσες για να μην βρέχονται τα παιδικά πόδια και τον πλεχτό σκούφο διά χειρός μαμάς, κατεβασμένο ίσα με τον λαιμό για να αντέξω την παγωνιά που κοκκίνιζε σαν παντζάρι τα αυτιά και τα μάγουλα όλων μας. Τα χέρια μας ήταν τόσο ξυλιασμένα σε όλη την διάρκεια του μακρύ χειμώνα, ακόμα και μέσα στα γάντια, ώστε όταν γυρίζαμε στο σπίτι τρέχαμε ν΄ ανοίξουμε τις παλάμες πάνω από τις εστίες της φωτιάς και να χώσουμε τα πόδια στον καυτό φούρνο. Κρύο της αρκούδας έλεγαν οι παππούδες αλλά μας απέτρεπαν από την παρατεταμένη έκθεση των μελών μας κατευθείαν στις εστίες φωτιάς, γιατί θυμούνταν τι είχαν πάθει όσοι είχαν γυρίσει από το Αλβανικό Μέτωπο και έχασαν πόδια και χέρια από τα κρυοπαγήματα.

Με τέτοιες ιστορίες τρόμου, όχι μόνο από πολεμικά πεδία, αλλά κι από τις σύντομες ειρηνικές περιόδους της ζωής τους, προσπαθούσαν να μας προστατεύσουν από λογής ατυχήματα που απειλούσαν την σωματική μας ακεραιότητα. Ακόμα και σήμερα, μετά μισόν και πλέον αιώνα, όταν βλέπω σκασμένα χείλη, ματωμένες χαρακιές στα χέρια και κοκαλωμένα από τον παγετό δάχτυλα, νομίζω πως ανεβαίνω τα αλβανικά βουνά και μια εχθρική μεραρχία θα ξεμυτίσει αίφνης μπροστά μου. Ξεμάκρυνα όμως από το πνεύμα της μέρας. Ατελείωτες οι δαιδαλώδεις στοές της μνήμης, δεν συγκρίνεται το πέρασμά τους με κανένα μεγάλο ταξίδι.

Εκείνη τη μέρα των Φώτων, η μαμά με τη γιαγιά γιόρταζαν και την έλευση του ηλεκτρισμού που αντικατέστησε τις μαυρισμένες γκαζόλαμπες κι άναβαν όλα τα φώτα του σπιτιού για να καλοδεχτεί κι αυτό το Άγιο Πνεύμα.

Ο πάππους μου με τον επίσης ψάλτη, θείο Κώτσιο, άντρα της αδελφής του και πολυαγαπημένης μας θείας Ωραίας, ευτυχής και σπάνια ταύτιση ονόματος κι ανθρώπου, καθότι ήταν πανωραία σε θωριά και ψυχή, συνόδευαν τον παπά-Θωμά στην καθιερωμένη περιοδεία από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας ο ένας την εικόνα της Αγ. Τριάδας και ο άλλος το καλαϊσμένο, αστραφτερό κακαβούλι με τον αγιασμό και τον ξερό βασιλικό, ραίνοντας δωμάτια, αυλές, αχυρώνες και σταύλους, ανθρώπους και ζωντανά. Κάποιες χρονιές κατέβαιναν και στην ποταμιά και ράντιζαν τα νερά του ζωοδότη Αλιάκμονα, που έδωσε και τ’ όνομά του στο χωριό μας.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, με τον πατέρα μου επισκεπτόμασταν τη νονά του στη Σιάτιστα, να της ευχηθούμε για τη νέα χρονιά και να χαρούμε τα Μπουμπουσιάρια , τα παγανιστικά παμβαλκανικά μας καρναβάλια που χόρευαν ντυμένα με προβιές. Αχολογούσαν αρχέγονους ήχους οι κουδούνες στον λαιμό τους, το μπρούσκο κρασί έρρεε άφθονο από στόμα σε στόμα και το γέλιο από τα σκωπτικά πειράγματα και τις μεταμφιέσεις αντιλαλούσε στις δύο συνοικίες της βοϊώτικης μικρής μας πόλης.

Από τα μεθυσμένα στόματα των χαροκόπων, διονυσιασμένων ιερουργών έβγαινε άσπρος καπνός το ζεστό τους χνώτο και υψωνόταν σαν δέηση θυσίας στον βωμό ενός μακρόσυρτου χειμώνα και μιας άνοιξης που θα αργούσε να φανεί, αλλά στο τέλος θα ανέτειλε νικήτρια μέσα από την παγωμένη γη και θα την γονιμοποιούσε. Κάτω από το χιόνι ο σπόρος περίμενε υπομονετικά να βγάλει στο φως το πρώτο κλωνάρι.

Οι παλιοί έλεγαν πως τα πιο πολλά παιδιά «πιάνονταν» τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες και οι γέννες έρχονταν στα τέλη του καλοκαιριού με αρχές του φθινοπώρου, γεμίζοντας μωρουδίστικα κλάματα τις γειτονιές και μυρωδιά από μητρικό γάλα τα σπιτικά τους.

Ξεστράτισα πάλι. Συγχωρήστε με, επανέρχομαι. Η νονά του πατέρα μου, η νούνα στο ιδίωμα μας, η χήρα θεία Χρυσούλα, μας περίμενε στον αρχοντικό οντά της με το ξυλόγλυπτο ταβάνι, τα πολύχρωμα βιτρό κι αναμμένο στο κέντρο του το περίτεχνο μαγκάλι, έργο τέχνης που θαύμαζαν τα παιδικά μου μάτια, φερμένο από την Κεντρική Ευρώπη.

Τις στράτες της για χρόνια διάβαιναν οι κυρατζήδες άντρες του σογιού της και μαζί τους ο ένας από τους αδελφούς του προπάππου μου.

Έτσι έγινε κι η κουμπαριά. Τα αδέλφια της, αν θυμάμαι καλά, είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στο Βουκουρέστι, όπως κι ο αδελφός του προπάππου μου. Χάθηκαν μέσα στον πανδαμάτορα χρόνο τα βήματα αυτών των ανθρώπων, ξεθώριασε η μνήμη. Έμεινε μόνο μια φωτογραφία που πιθανόν ν΄απαθανάτισε εκείνον τον ταξιδευτή πρόγονό μας στα μέρη της Βλαχίας.

Η θεία Χρυσούλα κερνούσε, κατά τα ειωθότα, τον πατέρα μου σαρμάδες και κρασί και μάς τα παιδιά τα άφθαστα σαλιάρια της, τους κουραμπιέδες δηλαδή σε σχήμα μισοφέγγαρου με γέμιση κανελογαρυφαλλάτο καρύδι, σερβιρισμένους στα πιατάκια από φίνα πορσελάνη, ζωγραφισμένη κυκλικά με μπλε του λουλακιού χρώμα.

Αλησμόνητη αυτή η γεύση και τόσο ταυτισμένη με τα Θεοφάνεια κι ας πέρασαν τόσα χρόνια. Προσπαθώ να θυμηθώ τη μορφή, το πρόσωπο της νονάς, ιερό και σεβάσμιο πρόσωπο για την οικογένειά μας, κι αδυνατώ να συνθέσω το όλον.

Μόνο ένα ανέσπερο φως νιώθω να έρχεται από τα μάτια της και μια ζεστασιά να με τυλίγει, παρά το ψύχος του χρόνου που μεσολάβησε.

Ίσως γιατί πάντα την έβλεπα των Φώτων. Ίσως γιατί το φως των γλυκών ανθρώπων και του καλωσορίσματός τους να είναι το πλέον ανεξίτηλο. Ίσως το περιστέρι που φτερουγίζει δίπλα μας να είναι ο λόγος και το βλέμμα τους.

ΥΓ. Η κρασοκανάτα, δώρο εκ Ρουμανίας από τη νονά -θεία Χρυσούλα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η φώτιση
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Φώτα και φωτισμοί
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Περί Επιφανίων
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα