θέλω-πίσω-την-αναλογική-μου-ζωή-μπορώ-1472359

Parallax View

Θέλω πίσω την αναλογική μου ζωή. Μπορώ;

Βινύλιο στο πικάπ, βιβλίο, γράμμα, ταινία, βόλτα, πικνίκ και πραγματική επικοινωνία. Είναι τόσο δύσκολο;

Χάρης Δημαράς
Χάρης Δημαράς
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Γυρνάς σπίτι, βάζεις το αγαπημένο σου βινύλιο στο πικάπ, χαλαρώνεις στην πολυθρόνα, κλείνεις κινητά, δεν ανοίγεις τηλεόραση.

Παίρνεις το βιβλίο και χωρίς περισπασμό, διαβάζεις 30 συνεχόμενες σελίδες. Χωρίς να ακούσεις «γκλινγκ» στο κινητό ή να το δεις να αναβοσβήνει και να λες από μέσα σου «ποιος με θυμήθηκε πάλι».

Χαλαρώνεις ακούγοντας «πραγματικό» ήχο, χωρίς διαφημίσεις, μαθαίνοντας τη σειρά των κομματιών, εντρυφώντας στο δίσκο και στο μουσικό.

Ξεφυλλίζεις τις σελίδες των περιοδικών, των σελίδων που μυρίζουν διαφορετικά λόγω εκτύπωσης, τσαλακώνεται λίγο η σελίδα, κάνει μια τσάκιση, οκ, βάζεις σελιδοδείκτη τελικά και αποκοιμιέσαι στον καναπέ.

Σηκώνεσαι όμως ξημερώματα και παίρνεις στιλό και χαρτί και γράφεις ένα γράμμα, στον «κολλητό» σου, που λείπει στο εξωτερικό χρόνια.

Η τελευταία αλληλογραφία σας ήταν το μακρινό 2006, μια καρτ ποστάλ από την Κούβα, που είχε πάει για 15 μέρες. Δεν μάθαινες νέα του, παρά μόνο όταν γύρισε, δεν σου έδειξε ποτέ βίντεο. Μόνο φωτογραφίες, από αναλογική μηχανή, που εμφανίστηκαν μετά από… ώρες.

Κάθεσαι του γράφεις, δεν αναγνωρίζεις τα γράμματά σου – πόσο καιρό έχεις να γράψεις σε χαρτί και όχι σε υπολογιστή;

Πριν κοιμηθείς βλέπεις και μια ταινία. Βάζεις το ξυπνητήρι το παραδοσιακό που πρέπει να το πατήσεις για να σταματήσει, σηκώνεσαι, είναι Κυριακή και πας, αγοράζεις εφημερίδα.

Παίρνεις το ποδήλατο και με την εφημερίδα στη σχάρα, όπως παλιά, φτάνεις στο δασάκι, απλώνεις την ψάθα και αράζεις, βγάζεις και ένα παλιό τρανζιστοράκι με μπαταρία και κεραία, με τον καφέ στο θερμός και διαβάζεις. Τα χέρια σου μαυρίζουν από το μελάνι.

Δεν είσαι διαθέσιμος. Ο χρόνος μοιάζει να μην τελειώνει. Ακόμη 12 είναι; Οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Το αεράκι το νιώθεις στο σβέρκο σου, σε δροσίζει, αλλά και σε ανατριχιάζει την ίδια στιγμή.

Σκέφτεσαι. Έχεις το χρόνο να σκεφτείς.

Τι έκανες λάθος, πώς θα μπορούσες να συμπεριφερθείς καλύτερα, τι πραγματικά θέλεις και τι όχι. Πότε είχες τον χρόνο τελευταία φορά για να το κάνεις, εκτός από τον ύπνο σου;

Συνειδητοποιείς τα θέλω σου, ξέρεις πια τι και ποιοι σου λείπουν. Και επιστρέφεις.

Στο δρόμο θυμάσαι την ατάκα μιας φίλης σου. «Πώς θα σου φαινόταν να πήγαινες μία εβδομάδα διακοπές χωρίς να έχεις ρεύμα;» Τρελό. Χαμογελάς.

Όλα αυτά μοιάζουν με όνειρο, διότι η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική.

Ξέρεις πως μια τέτοια κατάσταση μπορείς, επί της ουσίας, να τη βιώσεις μόνο στις διακοπές. Θάλασσα, βιβλίο, καρπούζι και κρασί.

Θα μπορούσε να ‘ναι κι αλλιώς, μήπως;

Γυρνάς σπίτι, μπαίνεις στο κουτί σου, στο κλουβί σου. Στη «φυλακή» σου. Πρέπει να κάνεις τις δουλειές του σπιτιού γρήγορα, να μαγειρέψεις, να πας μάρκετ και να δώσεις πάλι 30 ευρώ για επίπλαστες και μη ανάγκες, να πλύνεις και να διαβάσεις τα παιδιά ή να τα συνοδεύσεις στις δραστηριότητες. Ενδιάμεσα να χτυπά το κινητό και να πρέπει να απαντήσεις, να παρακολουθείς τα email σου, να απαντήσεις σ’ ένα στα γρήγορα, να βλέπεις στα νέα για θανάτους και εγκλήματα, να φτάνει 11 το βράδυ και τα μάτια σου να κλείνουν χωρίς να έχεις καταλάβει πότε πέρασε η ώρα.

Και μετά ο καθένας βυθισμένος στην οθόνη του, στη συσκευή του, στον ψηφιακό του κόσμο, είτε για τσατ, είτε για σχόλια στα πέντε χιλιάδες γκρουπάκια που είναι μέλος, μην κάνεις και κάποιο λάθος και στείλεις κάτι εκεί που δεν πρέπει, είτε για βιντεάκια στο τικ-τοκ που του προκαλούν μειδίαμα.

«Πω πω τι είπε πάλι ο Άδωνις», «χαχα, τι τους είπε η Κωνσταντοπούλου», τώρα από εδώ και πέρα ο αλγόριθμος θα το ξέρει και θα σου βγάζει τα πάντα γι΄αυτούς, αλλά και για τα παπούτσια που γκούγκλαρες, επειδή τα είδες να τα φορά ο φίλος σου.

Την ίδια ώρα, ο/η σύντροφός σου ρωτά το ΑΙ τι δεν πάει καλά στη σχέση σας και γιατί δεν υπάρχει επικοινωνία. Ή πώς έπρεπε να σου μιλήσει για να μην ξαναμαλώσετε.

Το πρωί ξυπνάς με το ψηφιακό σου ρολόι μία ώρα νωρίτερα για να προλάβεις να κάνεις όλες τις ηλεκτρονικές πληρωμές, να βγάλεις και κάποια έγγραφα που σου ζήτησαν – αλήθεια πώς γίνεται παλιά να προλαβαίναμε και τώρα όχι- αναρωτιέσαι.

Θα προλάβεις να πας ένα γυμναστήριο πριν τη δουλειά, η κοιλίτσα πάλι λίγο πετάχτηκε, έγινες πλαδαρός, αφού τρως ό,τι να ναι και ό,τι ώρες να ναι και οι εξετάσεις δεν ήταν πολύ καλές, και γρήγορα για το γραφείο. Η μέρα της μαρμότας.

Στο αμάξι βάζεις ραδιόφωνο για αθλητικά ή μάλλον είναι και μια ευκαιρία να πάρω τηλέφωνο τον κολλητό, ένα μήνα έχουμε να τα πούμε, ας τον ακούσω βάζω και bluetooth άνετα δε με πιάνει η τροχαία, αλλά μόλις φτάσω θα τον κλείσω απότομα, γιατί «πρέπει να κλείσω, μιλάμε».

Ο χρόνος που επιταχύνεται και στο τέλος δεν μας φτάνει.

«Ο κόσμος πάει κι έρχεται, μα πουθενά δεν φτάνει», που λέει και ο Σωκράτης.

«Τρέξε πιο γρήγορα, πάμε πιο γρήγορα, έλα πιο γρήγορα Φύγε πιο γρήγορα, σήκω πιο γρήγορα, κάτσε πιο γρήγορα Δούλεψε γρήγορα, πούλησε γρήγορα, φτάσε πιο γρήγορα Στρίψε πιο γρήγορα, μπήξε πιο γρήγορα, δείξε πιο γρήγορα Σκύψε πιο γρήγορα. πλήξε πιο γρήγορα», που λένε και οι Locomondo.

Νιώθεις ότι σου λείπει η αναλογική σου ζωή.

Βιβλίο, ήχος από το πικάπ, χαρτί. Εγγύτητα, επικοινωνία, βλεμματική επαφή.  Γραφομηχανή, αναμονή (για το φιλμ), γράμμα, λεύκωμα.

Όραση, ακοή, προσοχή. Όλα να γίνονται λiγάκι πιο αργά.

Ξέρω ότι είναι δύσκολο, γιατί κάτι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή και δε γίνεται να μην είσαι διαθέσιμος, γιατί οι απαιτήσεις είναι τέτοιες, γιατί έτσι έμαθες, η ζωή έχει αλλάξει.

Ή μήπως την αλλάξαμε εμείς;

Θα μπορούσε άραγε να ‘ναι κι αλλιώς;

Ή το «κάποτε έτσι ήμασταν» θα είναι πια μια «γραφική ανάμνηση»;

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα