Τι θα γίνει με τους πράσινους χώρους της Αθήνας;
«Πώς διασφαλίζουμε ότι ο πυρήνας του δημόσιου χώρου – η καθημερινή, ισότιμη, μη εμπορευματοποιημένη χρήση – δεν υποχωρεί μπροστά σε κάθε νέα ευκαιρία αξιοποίησης;»
Μεγάλωσα σε μια γειτονιά που ορίζεται από δύο σχετικά μεγάλους δημόσιους χώρους: το Πεδίο του Άρεως από τη μία και τον κήπο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου από την άλλη. Για όσους έχουμε το τεράστιο προνόμιο να ζούμε ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους πρασίνου, λίγους και κατακερματισμένους, η καθημερινότητα αυτής της πόλης είναι κάπως πιο υποφερτή. Γι’ αυτό τρομάζω όταν ο περιφερειάρχης μιλάει για τη «νέα εποχή» του Πεδίου του Άρεως.
Οι δημόσιοι, ελεύθεροι και προσβάσιμοι πράσινοι χώροι είναι ταυτόχρονα όμορφες ανάσες και χώροι περιπάτου. Αποτελούν ζωτικό κομμάτι της πόλης, ρυθμίζουν το μικροκλίμα, προσφέρουν σκιά, γίνονται καταφύγιο για άγρια ζωή, επιτρέπουν κίνηση χωρίς αυτοκίνητο, μειώνουν το άγχος και δημιουργούν συνθήκες συνύπαρξης μεταξύ ανθρώπων που δεν θα συναντιούνταν αλλιώς. Στην Αθήνα, και ειδικά στις πυκνοκατοικημένες, πολυπολιτισμικές συνοικίες γύρω από το Πεδίο του Άρεως, αυτά τα πάρκα λειτουργούν ως κήποι όσων δεν έχουν κήπο, ως τόποι δροσιάς για όσες και όσους ζουν στοιβαγμένες/οι σε μικροσκοπικά διαμερίσματα, για ηλικιωμένους και ανθρώπους με αναπηρία, ως προσβάσιμο πεδίο άθλησης για νέους.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια σταδιακή μετατόπιση του Πεδίου του Άρεως προς πιο έντονες, συχνές και εμπορικά φορτισμένες εκδηλώσεις. Δεν μιλάω εδώ για μία ή δύο μεμονωμένες διοργανώσεις, αλλά για μια συνολική τάση αυξανόμενης χρήσης χώρων πρασίνου για εγκαταστάσεις, σκηνές, περίπτερα, χορηγικά σχήματα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιες χρήσεις υποχωρούν για να εξυπηρετηθούν οι νέες και πόσο θα αντέξει το πάρκο.
Ένα πάρκο μεσαίου μεγέθους δύσκολα μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως καθημερινός χώρος ηρεμίας και ως μόνιμη σκηνή μεγάλων εκδηλώσεων. Οι έντονες χρήσεις επιβαρύνουν το πράσινο, φθείρουν υποδομές που ήδη είναι οριακές (φωτισμός, διαδρομές, υδάτινα στοιχεία) και συχνά παράγουν μια αίσθηση κατάληψης για τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν το πάρκο για απλές, καθημερινές δραστηριότητες. Το κεντρικό ζήτημα είναι αν υπάρχει σαφές σχέδιο διαχείρισης του πάρκου: με πόσες εκδηλώσεις τον χρόνο, σε ποιους χώρους, με ποιες τεχνικές προδιαγραφές και ποια αντισταθμιστικά μέτρα για το πράσινο και τη γειτονιά.
Από την άλλη μεριά, οι δημόσιες ανακοινώσεις για την επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου εστιάζουν, όπως είναι αναμενόμενο, στην ανάγκη για περισσότερους εκθεσιακούς χώρους και σε ένα φιλόδοξο, υπόγειο κυρίως, οικοδομικό πρόγραμμα. Από όσα στοιχεία είναι μέχρι σήμερα διαθέσιμα, η ανάγκη ενίσχυσης του μουσείου ως εθνικού θεσμού και φορέα πολιτισμού μοιάζει εύλογη. Το ερώτημα, από την πλευρά του πολεοδομικού σχεδιασμού, δεν αφορά την ίδια την επέκταση, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτή απομονώνει το Μουσείο από την πόλη και αναδιαμορφώνει τον ρόλο του κήπου στην καθημερινή ζωή της περιοχής.
Ο κήπος του Μουσείου λειτουργεί σήμερα ως ένας δημόσιος χώρος με χαμηλό κατώφλι πρόσβασης. Μοιάζει συνέχεια του πεζοδρομίου, επιτρέπει τη διέλευση, τη σύντομη στάση και το παιχνίδι. Για τους κατοίκους των γύρω περιοχών, δεν είναι τόσο προθάλαμος ενός εμβληματικού πολιτιστικού ιδρύματος, αλλά ένας ακόμη καθημερινός τόπος πρασίνου (αν και περιορισμένου και καταπατημένου από την καφετέρια) μέσα σε ένα ιδιαίτερα πυκνό αστικό περιβάλλον. Όταν ο σχεδιασμός μετατρέπει αυτόν τον κήπο σε εσωτερικό χώρο του μουσείου, έστω και αν τυπικά παραμένει ανοιχτός, μεταβάλλεται ταυτόχρονα και το καθεστώς του: από δημόσιο τμήμα της πόλης σε ελεγχόμενη αυλή ενός θεσμού.
Η δημιουργία ενός ισχυρού, μνημειακού μετώπου, με μεγάλες κλίμακες και σαφή οριοθέτηση, μπορεί να εξυπηρετεί την ανάγκη για διεθνή προβολή και συμβολική αναγνωρισιμότητα. Την ίδια στιγμή, αυξάνει την απόσταση – κυριολεκτικά και μεταφορικά – από τον δρόμο και τους ανθρώπους που τον χρησιμοποιούν. Ένας χώρος που μέχρι σήμερα εντασσόταν φυσικά στην καθημερινή ροή της πόλης κινδυνεύει να λειτουργεί περισσότερο ως φρούριο-είσοδος, με δυνατότητα ελέγχου και κλεισίματος, παρά ως ανοιχτός κοινός τόπος. Από την οπτική του δημόσιου χώρου, αυτή η μετατόπιση μειώνει κι άλλο το απόθεμα πραγματικά προσβάσιμου πρασίνου και ενισχύει την τάση οι πράσινοι χώροι να προσδένονται σε θεσμούς, αφαιρούμενοι από την άμεση χρήση της γειτονιάς.
Μια αντίστοιχη μετατόπιση παρατηρείται και στο Ζάππειο. Ο χώρος που ιστορικά λειτούργησε ως περίπατος, κήπος και σύνδεσμος ανάμεσα σε κέντρο, Εθνικό Κήπο και Παναθηναϊκό Στάδιο, έχει σταδιακά μετατραπεί σε άτυπο υπαίθριο πάρκινγκ, με μόνιμη παρουσία οχημάτων σε σημεία που θα έπρεπε να ανήκουν αποκλειστικά στους πεζούς. Ταυτόχρονα, η εγκατάσταση μεγάλων σκηνών και υποδομών εκδηλώσεων επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ήδη περιορισμένο πράσινο, αλλάζει την κλίμακα του χώρου και ενισχύει την αίσθηση ότι πρόκειται πρωτίστως για χώρο διοργάνωσης εκδηλώσεων και όχι για καθημερινό δημόσιο κήπο. Το Ζάππειο λειτουργεί πλέον ως χαρακτηριστικό παράδειγμα παραθεσμικής κατάληψης, όπου η στάθμευση και τα θεάματα υπερισχύουν της ανάγκης για ήπια, ανοιχτή και μη εμπορευματοποιημένη χρήση.
Τέλος, η περίπτωση των εργοταξίων του μετρό στα Εξάρχεια, αλλά και σε άλλες πλατείες της Αθήνας, όπου καταστρέφεται το λιγοστό πράσινο της πόλης, φέρνει στο προσκήνιο παρόμοια διλήμματα. Δεν είναι της παρούσης να ανοίξω πλήρως αυτή τη συζήτηση, αξίζει όμως να σημειωθεί ότι εκεί όπου ασκήθηκε ισχυρή πολιτική πίεση να περιοριστούν οι επιπτώσεις, αναζητήθηκαν εναλλακτικές λύσεις χωροθέτησης και διαχείρισης, όπως στο πάρκο Ριζάρη. Η εμπειρία αυτή δείχνει ότι ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου είναι πάντα πεδίο επιλογών και όχι ένα ουδέτερο τεχνικό δεδομένο.
Βρίσκομαι στο τρίγωνο ανάμεσα στο Πεδίον του Άρεως, στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου και την Πλατεία Εξαρχείων και παρατηρώ να εκτυλίσσονται γύρω μου τρεις διαφορετικές ιστορίες για το μέλλον των δημόσιων, πράσινων χώρων της Αθήνας. Και στις τρεις περιπτώσεις, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν χρειαζόμαστε πολιτισμό ή υποδομές. Είναι πώς διασφαλίζουμε ότι ο πυρήνας του δημόσιου χώρου – η καθημερινή, ισότιμη, μη εμπορευματοποιημένη χρήση – δεν υποχωρεί μπροστά σε κάθε νέα ευκαιρία αξιοποίησης.



