Αρμενοχώρι Θεσσαλονίκης: Η άγνωστη παραγκούπολη του μικρασιατικού ξεριζωμού
Οδοιπορικό της parallaxi με τη βοήθεια του Επίτιμου Προξένου της Αρμενίας στη Θεσσαλονίκη, Άκη Νταγκαζιάν στη συνοικία που δημιουργήθηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και κράτησε μέχρι το 1948
Εικόνες: Λήδα Βενιαμίν
Το Αρμενοχώρι Θεσσαλονίκης δεν είναι απλώς ένας τόπος· είναι μια ζωντανή μνήμη. Σ’ αυτή την περιοχή, την οποία βρίσκει κανείς σε ένα τετράγωνο των συνόρων της Νεάπολης με τις Συκιές εγκατασταθηκαν οι Αρμένιοι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, κουβαλώντας – όπως και οι Έλληνες – τον πόνο του ξεριζωμού, αλλά και τη δύναμη της επιβίωσης.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 έως και το 1948, το Αρμενοχώρι αποτέλεσε καταφύγιο ζωής, καταυλισμός ελπίδας και αναγέννησης. Ανάμεσα στις παράγκες τα πρόχειρα καταλύματα και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, οι πρόσφυγες μέσα από τις στάχτες της καταστροφής κατάφεραν να δημιουργήσουν μια κοινότητα που ναι μεν δεν είχε πλέον τίποτα άλλο να χάσει, αλλά βασίστηκε στην αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια του συνανθρώπου, την παράδοση και τη συλλογική μνήμη.
Και παρά το γεγονός ότι στην περιοχή δεν έχουν παραμείνει σήμερα παρά μόνο ελάχιστα στοιχεία που να θυμίζουν εκείνη την ταραχώδη γεμάτη πόνο εποχή για την χώρα και την πόλη, εν τούτοις το Αρμενοχώρι στέκει εκεί, σιωπηλός μάρτυρας μιας ιστορίας που δεν πρέπει να ξεχαστεί – μιας ιστορίας ανθρώπων που μέσα σε μια νύχτα έχασαν το βιος τους και τη γη τους, αλλά δεν έχασαν ποτέ την ταυτότητά τους.
Συνοδοιπόρος σε αυτή την βόλτα που κάναμε μαζί με τον βιντεολήπτη της parallaxi, Αστέριο Καρατζά ήταν και ο Επίτιμος Πρόξενος της Αρμενίας στη Θεσσαλονίκη και πρόεδρο του Ελληνο-Αρμενικού Εμπορικού Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, Άκης Νταγκαζιάν, ο οποίος μας μετέφερε άγνωστες λεπτομέρειες από την εγκατάσταση, τη ζωή και την οριστική αναχώρηση του μεγαλύτερου όγκου των Αρμενίων της περιοχής με κατεύθυνση τη Σοβιετική Αρμενία το 1948.
«Το Αρμενοχώρι συνιστά μια ιδιαίτερη πτυχή της ιστορίας και της αρμενικής παρουσίας στην Ελλάδα γιατί διέπεται από μία μοναδικότητα. Και η μοναδικότητα αυτή αφορά το γεγονός ότι πρόκειται για τη μόνη περίπτωση στην χώρα, κατά την οποία η Αρμενική Κοινότητα φρόντισε να αγοράσει η ίδια από την πόλης υποδοχής, δηλαδή τη Θεσσαλονίκη, μια συγκεκριμένη έκταση προκειμένου να δώσει λύση στο στεγαστικό πρόβλημα των Αρμενίων προσφύγων που κατέκλυσαν την περιοχή αμέσως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Στο πλαίσιο αυτό τρεις αρμενικής καταγωγής Έλληνες υπήκοοι, αγόρασαν την περιοχή αυτή, η οποία βέβαια σήμερα δεν έχει καμία σχέση με αυτό που βλέπετε.
Ουσιαστικά τότε δεν ήταν τίποτα περισσότερο από απλά αγροτεμάχια. Και επιστρατεύτηκαν αυτοί οι τρεις άνθρωποι γιατί; Γιατί το Συμβούλιο της Αρμενικής Εκκλησίας την περίοδο εκείνη, δεν είχε ακόμη προσδιορισμένη σαφή θεσμική και νομική οντότητα για να μπορέσει η ίδια η εκκλησία να αγοράσει το οικόπεδο αυτό κι έτσι ένας αριθμός που για πολλούς φτάνει μέχρι και τους 2.000 φτάνει και εγκαθίσταται σ’ αυτή την περιοχή της πόλης, κάτω βέβαια από τραγικές συνθήκες διαβίωσης.

Φανταστείτε την Ελλάδα αμέσως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, μια Ελλάδα που έπρεπε να υποδεχτεί περίπου 1,5 εκατομμύριο Έλληνες μαζί με έναν αριθμό που κυμαίνεται από 100.000 έως και 80.000 Αρμένιους που έφτασαν και εγκαταστάθηκαν σε πολλές και διάφορες περιοχές της χώρας μεταξύ των οποίων και η Θεσσαλονίκη. Άνθρωποι που ζούσαν σε ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες, που σε άλλες περιοχές της πόλης ζούσαν σε αντίσκηνα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, το πρόβλημα της στέγασης ήταν πραγματικά μείζον αλλά με τις όποιες προσπάθειες καταβλήθηκαν υπήρξε πραγματικά μια ανακούφιση» αναφέρει αρχικά για το Αρμενοχώρι ο κ. Νταγκαζιάν.

Οι Αρμένιοι πρόσφυγες από τη Μικρασία ωστόσο δεν επρόκειτο να μείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιοχή. Όπως εξηγεί ο Επίτιμος Πρόξενος «η παρουσία αυτών των ανθρώπων στην περιοχή ήταν πραγματικά βραχύβια, διήρκεσε πολύ λίγο. Μέχρι την περίοδο ’46 – ’48 όταν τελείωσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ξεκίνησε ο Εμφύλιος σπαραγμός στην Ελλάδα οι περισσότεροι – αν όχι όλοι – είχαν πλέον αποχωρήσει. Την ίδια περίοδο δε, δημιουργείται ένα πρόγραμμα επαναπατρισμού της Σοβιετικής Αρμενίας, χώρα η οποία στον Παγκόσμιο Πόλεμο έχασε περισσότερους από 300.000 ανθρώπους με αποτέλεσμα να υπάρξει πολύ σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα που έθεσε σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια της την ύπαρξη.

Στο πλαίσιο αυτό οι Σοβιετικοί ηγέτες επινόησαν αυτό το πρόγραμμα επαναπατρισμού και κατάφεραν να συγκεντρώσουν στην πατρίδα περίπου 150.000 ανθρώπους που εγκαταστάθηκαν εκεί από όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου όπου βρέθηκαν, έχοντας σωθεί αρχικά από την γενοκτονία του 1915 και στη συνέχεια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Από αυτούς περίπου 18.000 Αρμένιοι από όλη την Ελλάδα μετακινούνται στη Σοβιετική Ένωση, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία όσων διέμεναν στο Αρμενοχώρι Θεσσαλονίκης. Εδώ θα μείνουν ελάχιστοι οι οποίοι μάλιστα λίγο αργότερα θα μετακινηθούν σε άλλα αστικά σημεία της πόλης, μέσω κάποιων προγραμμάτων που έτρεξε ο ΟΗΕ για τους πρόσφυγες».

Σήμερα ελάχιστα κτίρια σώζονται στην περιοχή από την πρώτη εποχή εγκατάστασης. Ένα από αυτά φέρεται να στέγαζε το αρμένικο σχολείο, το οποίο αν και εγκαταλελειμμένο διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την αρχική του μορφή «και είναι και το μοναδικό που αυτή τη στιγμή έχει κάποια αρχιτεκτονική και ιστορική αξία είναι αυτό το οποίο σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής στέγαζε το αρμένικο σχολείο. Οι συμπατριώτες μου φεύγουν από εδώ το αργότερο μέχρι το ’48 και από εκεί και πέρα διάφοροι συμπολίτες μας, όχι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν στα παραπήγματα που άφησαν πίσω τους οι πρόσφυγες. Μιλάμε κυρίως για ανθρώπους άπορους ή άστεγους που αποτέλεσαν τους νέους κατοίκους του Αρμενοχωρίου. Σε κάποιες περιπτώσεις ορισμένοι από αυτούς έχτισαν καινούργια κτίσματα εδώ, τα οποία όμως στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για αυθαίρετα. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια χρονοβόρα νομική διαδικασία καθώς η περιοχή των 8 στρεμμάτων, συνέχισε να αποτελεί ιδιοκτησία της Αρμενικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης για αρκετά χρόνια ακόμη.

Στο διάστημα αυτό έπρεπε να βρεθούν οι απόγονοι των τριών Αρμενίων που αγόρασαν την έκταση για λογαριασμό της Κοινότητας, ώστε να μεταβιβάσουν τα ποσοστά τους αρχικά στην Κοινότητα που είχε πλέον νομικό καθεστώς, διαδικασία που κράτησε μέχρι το 1978. Βέβαια όπως προείπα η περιοχή κατοικούνταν πλέον από ανθρώπους που είχαν καταλάβει ουσιαστικά την περιοχή και φρόντισαν να χτίσουν τα δικά τους κτίρια, τους οποίους η Κοινότητα δεν ήθελε να εκδιώξει από εδώ και να δημιουργήσει ένα καινούργιο κοινωνικό πρόβλημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί τελικά μια λύση καθώς το ελληνικό δημόσιο αντάλλαξε επί της ουσίας την περιοχή με ένα ποσοστό σε άλλο οικόπεδο που είχε στην κατοχή του στο κέντρο της πόλης, ενέργεια που ανακοινώθηκε και επίσημα στο ΦΕΚ το 1986».

Η κρήνη Αρμενοχωρίου
Περιγράφοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησαν οι 2.000 Αρμένιοι αμέσως μετά την άφιξή τους στην περιοχή μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ο Επίτιμος Πρόξενος Αρμενίας στη Θεσσαλονίκη σημειώνει ότι οι άνθρωποι αυτοί όπως και η πλειοψηφία των προσφύγων από τη Σμύρνη και τις άλλες περιοχές κλήθηκαν να επιβιώσουν «κάτω από άθλιες συνθήκες, πραγματικής ανέχειας. Ήταν τέτοια η κατάσταση που ακόμα και η πρόσβαση σε πόσιμο νερό ήταν τόσο δύσκολη, που επί της ουσίας φιλανθρωπικές οργανώσεις, όπως η Αρμενική Γενική Ένωση Αγαθοεργίας (η οποία και σήμερα είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο με προϋπολογισμό της τάξεως του μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων), αναγκάστηκαν να φροντίσουν για την πρόσβαση αυτών των ανθρώπων στο νερό ενώ παράλληλα φρόντισαν να εξασφαλίσουν τις στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής.

Χαρακτηριστικό άλλωστε δείγμα αυτής της προσφοράς και μοναδικό τεκμήριο της αρμενικής παρουσίας στο Αρμενοχώρι αποτελεί η κρήνη, η οποία παρά τους βανδαλισμούς και τις μεταγενέστερες επεξεργασίες που έχει υποστεί, πάνω της βλέπουμε δύο αρμενικά γράμματα τα οποία συμβολίζουν τα αρχικά της Αρμενικής Γενικής Ένωσης Αγαθοεργίας, βλέπουμε δηλαδή το γράμμα “Բ” (πεν) και το γράμμα “ը ” (ουτ) από τις λέξεις “Αγαθοεργία” και “Γενική”. Ενδεχομένως και σκόπιμα απεσύρθησαν τα αρμενικά γράμματα και να έμειναν μόνο η ημερομηνία κατασκευής, διότι με κάποιο τρόπο αποδεικνύεται ότι ήμασταν εδώ παλια και ότι πλέον δεν υπάρχει κάτι αρμένικο. Επίσης είναι μία από τις δύο αρμενικές επιγραφές που υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη εκτός της αρμενικής εκκλησίας».

Σε ερώτηση δε για αν έχουν επιστρέψει κάποιοι από αυτούς που έζησαν εδώ για να διαπιστώσουν πώς είναι σήμερα η περιοχή, ο κ. Νταγκαζιάν σημειώνει ότι «κατά καιρούς έχουν έρθει αρκετοί, κυρίως απόγονοι αυτών που έμειναν για κάποιο διάστημα εδώ, περισσότερο για να δουν σε ποιες περιοχές έζησαν οι πρόγονοί τους. Οι περισσότεροι αυτούς ωστόσο, κατευθύνονται κυρίως προς την Αρμενική Εκκλησία και στις αρμενικές οργανώσεις και συλλόγους που έχουμε, που είναι αρκετοί και πολύ δραστήριοι στη Θεσσαλονίκη. Εκεί περιορίζεται κυρίως το ενδιαφέρον τους, γιατί εκεί έχουν την ευκαιρία να ανατρέξουν στα αρχεία της Αρμενικής Κοινότητας τα οποία χρονολογούνται από το 1870 και προηγούνται ακόμη και της κατασκευής της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη και τα οποία έχουν σωθεί από τις καταστροφικές πυρκαγιές του 1870 και του 1917. Η Αρμενική Κοινότητα είναι ένα αρκετά ζωντανό και δυναμικό κομμάτι της πόλης».

Όσο για το πόσοι Αρμένιοι ζουν πλέον στη Θεσσαλονίκη; «Το έχω πει αρκετές φορές, αλλά μείναμε ουσιαστικά για τρεις ιστορικές κοινότητες. Μιλάμε για τους Αρμένιους που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη πριν από τη γενοκτονία και πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, είναι αυτοί που ήρθαν μετά από αυτά τα δύο πολύ σημαντικά ιστορικά γεγονότα και αυτοί που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη και αποτελούν πλέον δημογραφικά τον κύριο ιστό της αρμενικής παρουσίας στη πόλη. Μιλάμε για ανθρώπους που ήρθαν μετά το 1990 μετά τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις στην πρώην ΕΣΣΔ, άνθρωποι που ήρθαν κοντά μας προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Μιλάμε δηλαδή για 4.000 με 5.000 ψυχές» λέει ο Πρόξενος.

Όπως και να έχει τα απομηνάρια αυτής της εποχής, έστω και με αυτή τη μορφή υπάρχουν στην πόλη. Υπάρχει άραγε η σκέψη να αξιοποιηθούν κάποια στιγμή και να τα γνωρίσει καλύτερα ο κόσμος; «Αναμφισβήτητα αυτή είναι μια πολύ καλή ιδέα. Δυστυχώς αυτή τη στιγμή έχουμε εστιάσει κυρίως στην ανάδειξη της αρμενικής παρουσίας στον αστικό ιστό του κεντρικού δήμου της Θεσσαλονίκης και δεν έχουμε δώσει τη δέουσα σημασία σε άλλους δήμους που υπήρχε παρουσία έστω και βραχύβια, όπως στο Αρμενοχώρι. Δεν είναι μόνο εδώ, είναι και ο Εύοσμος, είναι το Πανόραμα όπου υπήρχε αρμενικό γηροκομείο και πολλές άλλες περιοχές σε περιφερειακούς δήμους της πόλης στις οποίες πρέπει να εστιάσουμε κάποια στιγμή για να αναδείξουμε την παρουσία των συμπατριωτών μας. Θα μπορούσε μάλιστα να είναι κάτι πάρα πολύ απλό, όπως η ονοματοδοσία ενός δρόμου, μια πλάκα που θα αναφέρει δύο – τρία στοιχεία για τους Aρμένιους της περιοχής κι ενδεχομένως κάποιες πολιτιστικές δραστηριότητες. Οφείλω να ομολογήσω ότι υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον απ’ όλους τους δήμους και από αυτόν της Νεάπολης – Συκεών για αξιοποίηση τέτοιων χώρων, οπότε πιστεύω ότι θα έχουμε εξαιρετική ανταπόκριση από αυτούς όταν με το καλό χρειαστούμε τη βοήθειά τους».

Το Αρμενοχώρι σήμερα, μια περιοχή σε εγκατάλειψη
Τι υπάρχει σήμερα στο Αρμενοχώρι ή Ροδοχώρι όπως πια μετονομάστηκε στη νεότερη εποχή. Η αλήθεια είναι πως αυτό το τετράγωνο το οποίο η επάνω πλευρά του βγάζει στην Επταπυργίου και η κάτω στην Ανδρέα Παπανδρέου είναι ένα κομμάτι γης που μοιάζει να έχει αφεθεί στην τύχη του.
Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι μονοκατοικίες που δείχνουν να έχουν κατοικηθεί στο απώτερο αλλά και μακρινό παρελθόν είναι σχεδόν ετοιμόρροπα κτίσματα, τα οποία έχουν λεηλατηθεί από αγνώστους ή αποτέλεσαν κατάλυμα για άτομα που έμειναν χωρίς στέγη. Επίσης δεν αποτελεί μυστικό ότι κάποια από αυτά αποτελούν υγειονομική βόμβα δεδομένου των σκουπιδιών που έχουν συσσωρευτεί τόσο στις χαμηλές στέγες όσο και στο εσωτερικό τους.

Άλλα κτίρια έχουν μείνει με τα τούβλα καθώς για διάφορους λόγους φαίνεται πως η κατασκευή τους έχει σταματήσει προτού καν γίνουν κατοικήσιμα, ενώ σε όσα υπάρχει ζωή οι ηλικιωμένοι φαίνεται να έχουν βρει τους ρυθμούς τους. Στη διαδρομή των τσιμεντένιων στενοσόκακων της γειτονιάς συναντάς μεγάλες επιγραφές βαμμένες με μπογιά που αναφέρουν την οδό Αρμενοχωρίου, ως ένα από τα λίγα στοιχεία μαζί με την κρήνη και το σχολείο που αποδεικνύουν τους πρώτους κατοίκους αυτής της γωνιάς της πόλης, ενώ σε άλλα σπίτια έχουν αφαιρεθεί τα πάντα. Από τους υαλοπίνακες και τις τζαμαρίες μέχρι τα ξύλινα κουφώματα.
Όπως αναφέρει πάντως ο δήμαρχος Νεάπολης – Συκεών, Σίμος Δανιηλίδης στην parallaxi «ο δήμος κατάφερε όλα αυτά τα χρόνια να πάρει στην κατοχή τα περισσότερα κτίρια της περιοχής στα οποία φυσικά δεν μένουν πια Αρμένιοι της Κοινότητας, αλλά διάφοροι καταπατητές που με τα χρόνια έχτισαν τις παράγκες τους στην περιοχή και κατάφεραν μάλιστα να αποκτήσουν τίτλους ιδιοκτησίας με τη βοήθεια διαφόρων κυβερνήσεων στο πέρασμα των ετών.

Θα ήθελα ωστόσο να ξεκαθαρίσω ότι από την πλευρά μας υπάρχει σοβαρό σχέδιο ανάπλασης, το οποίο σύντομα θα αρχίσει να υλοποιείται. Αρχικά με την κατεδάφιση των κτιρίων που είναι ετοιμόρροπα, όπως συνέβη και σε άλλες περιοχές με ανάλογα κτίσματα. Βασικός μας στόχος είναι να κατασκευάσουμε σύντομα ένα σχολείο κι ένα νηπιαγωγείο. Φυσικά θα διατηρήσουμε οποιοδήποτε αρμένικο στοιχείο υπάρχει στην περιοχή όπως για παράδειγμα την κρήνη με σκοπό να τα αναδείξουμε την ιστορικότητα τους. Επίσης θα διατηρήσουμε την ονομασία της περιοχής ενώ και το σχολείο που θα κατασκευαστεί στο σημείο θα πάρει το όνομα του Αρμενοχωρίου. Έχουμε πολύ καλή σχέση με την Αρμένικη Κοινότητα και θα τη σεβαστούμε».

H Λήδα Βενιαμίν είναι μαθήτρια της ESP




