«Δεν έφερα αριθμό στο χέρι. Είμαι όμως μαρκαρισμένη στην καρδιά»
Μια μαρτυρία για τη νίκη της ζωής στα χρόνια της εξόντωσης στα στρατόπεδα - κολαστήρια των ναζί
Ο Πρίμο Λέβι έγραψε πως σε ένα γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης «το σώμα παύει να σου ανήκει». Στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», αποτύπωσε με λέξεις την αποσύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης: κορμιά πληγωμένα, πρόσωπα αγνώριστα, ψυχές που μαθαίνουν να μην θυμούνται για να αντέξουν. Κι όμως. Κάποιοι συνεχίζουν να θυμούνται μέχρι και σήμερα. Όχι γιατί το ήθελαν αλλά γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς.
Η Ρίνα Μπαρζιλάι Ρεβάχ, ήταν μόλις τεσσάρων ετών όταν βρέθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας του Μπέργκεν – Μπέλσεν της Κάτω Σαξονίας. Σήμερα, με τη μνήμη ενός παιδιού που μεγάλωσε απότομα, ανοίγει την καρδιά της και αφηγείται εικόνες που δεν «έσβησαν» ποτέ από το μυαλό της.

«Ήμουν 4 ετών όταν συνέβησαν όλα αυτά, αλλά υπάρχουν κάποιες ξεκάθαρες εικόνες που δεν πρόκειται να φύγουν ποτέ από τη μνήμη μου. Που θα με κατατρέχουν για όσο ζω». Η οικογένεια Μπαρζιλάι επιβιβάστηκε στο τελευταίο από τα 19 τρένα που έφυγαν τότε από τη Θεσσαλονίκη. Ένα τρένο που δεν οδηγούσε απ’ ευθείας στους θαλάμους αερίων, αλλά σε έναν αργό, καθημερινό θάνατο. Στο Μπέργκεν – Μπέλσεν δεν υπήρχαν θάλαμοι αερίων. Σε εξόντωναν όμως από την πείνα, το κρύο, την εξάντληση, τον εξανθηματικό τύφο. Όταν μπήκαν οι σύμμαχοι στο στρατόπεδο, βρήκαν περίπου 60.000 άταφα πτώματα. Ναι, δεν σου έβαζαν νούμερο στο χέρι, εγώ όμως νιώθω “μαρκαρισμένη” στην καρδιά μου» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Θυμάται την ημέρα της αναχώρησης. Το τρένο. Τις πόρτες που άνοιξαν από τα πυρά πιθανότατα αεροπλάνων της Λουφτβάφε. Τον πατέρα της – μια φιγούρα ασφάλειας μέσα σε εκείνο το χάος και τον ορυμαγδό.
«Θυμάμαι τον πατέρα μου να με βάζει κάτω από τη μασχάλη του και να με φυγαδεύει σε ένα μέρος ασφαλές. Χρόνια αργότερα τον φώναζα “Ταρζάν”. Όταν δεν ήμουν μαζί του πάθαινα ακατάσχετες διάρροιες χωρίς κανέναν έλεγχο από τον φόβο. Όταν ήταν, δεν με ένοιαζε τίποτα. Ήξερα ότι θα με προστατεύσει. Όμως από τότε ποτέ δεν ρώτησα και δεν έμαθα που ήμασταν. Ούτε ποτέ κανείς δεν μου μίλησε γι’ αυτό το περιστατικό. Εξάλλου όλοι οι κρατούμενοι των στρατοπέδων δεν μιλούσαν και δεν διηγούνταν τίποτα σχετικό με εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Κι εγώ ωστόσο. Αυτή είναι η μόνη μνήμη που έχω από εκείνη τη μεταφορά με το τρένο του θανάτου. Αργότερα μου μίλησε και ο σύζυγός μου για το δικό τους τρένο, το οποίο είχε ένα βαρέλι κι ένα κιούπι για να πίνουν νερό όλοι από το ίδιο κι ένα ακόμη βαρέλι για τα περιττώματα».
Στο στρατόπεδο μετά τον διαχωρισμό ανδρών και γυναικών, η παιδική της ηλικία διαλύθηκε οριστικά. Μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά της μεταφέρθηκε σε ένα τολ – έναν σκοτεινό χώρο, χωρίς φως, χωρίς ασφάλεια, χωρίς ελπίδα.
«Ήταν ένα σκοτεινό μέρος. Και πραγματικά και ιστορικά. Δεν είχε φως, δεν είχε τίποτα. Μία δεσμίδα ακτίνων έμπαινε μόνο από έναν φεγγίτη. Αυτό υπήρχε μόνο. Ο φεγγίτης, εγώ και στον τοίχο, ίσως το μοναδικό ίχνος πραγματικής ζωής στο στρατόπεδο, οι κοριοί που δύο – δύο ανέβαιναν και τους μετρούσα κιόλας και οι ψύλλοι που κάθε τόσο χοροπηδούσαν από το αχυρένιο κρεβάτι».
Η μητέρα και η γιαγιά εργάζονταν στη διαλογή. Εκείνη έμενε ξαπλωμένη. Αποτέλεσμα του σοκ που υπέστη, το σώμα της αρνήθηκε να περπατήσει. «Δεν περπατούσα πια. Όλοι φοβούνταν ότι θα μείνω παράλυτη. Ένας γιατρός όμως από τη Θεσσαλονίκη, διέγνωσε αυτό που κανείς δεν μπορούσε να δει σε μένα. Τον φόβο. “Φοβάται να σηκωθεί και δεν έχει και κανένα ερέθισμα για να το κάνει”, είπε» διηγείται στην parallaxi.
Και τότε, μια πράξη απίστευτης μητρικής αγάπης που ξεπερνά κάθε όριο λογικής: «Η μητέρα μου ζήτησε από τον γιατρό να της βγάλει το νύχι από το δάχτυλό της. Χωρίς αναισθησία. Τις έβαλε απλά κάτι κρύο για να μουδιάζει και της το έβγαλε. Και το έκανε για να είναι μαζί μου. Για να με προσέχει. Το χέρι μολύνθηκε, ανέβασε 40 πυρετό. Αλλά ήταν δίπλα μου. Και φυσικά το νύχι δεν ξανάγινε ποτέ όπως πριν». Ακόμη και χρόνια αργότερα, αυτό το νύχι ήταν για τη Ρίνα ένα σιωπηλό μνημείο θυσίας.
Δεν μπορώ ούτε να τις δω, ούτε να τις φορέσω
Όντας ακόμη σε πολύ μικρή ηλικία, οι εικόνες που φέρνει από μνήμης η Ρίνα Μπαρζιλάι Ρεβάχ είναι ελάχιστες. Είναι όμως και χαρακτηριστικές της μαύρης εκείνης εποχής. Όπως τα κάρα στα οποία εργάτες φόρτωναν τα πτώματα του στρατοπέδου.
«Ναι, είναι μια εικόνα που είδα από τον φεγγίτη μου και δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου με τίποτα. Δύο εργάτες να πετούν πτώματα πάνω σε ένα ξύλινο κάρο. Όταν πια το κάρο γέμισε, ένας Γερμανός αξιωματικός με μαύρες δερμάτινες μπότες ανέβηκε πάνω και άρχισε να χοροπηδάει προκειμένου οι σωροί να κάτσουν και να χωρέσουν κι άλλοι. Όσοι είχαν φύγει από τη ζωή έπρεπε να απομακρυνθούν άμεσα, δεν έπρεπε οι θάλαμοι να έχουν και νεκρούς και ζωντανούς μαζί.
Αυτό όμως είναι το ένα κομμάτι της τραγικής αυτής ιστορίας. Το άλλο είναι πως εγώ στη ζωή μου δεν μπόρεσα ποτέ να φορέσω μαύρες δερμάτινες μπότες. Δεν μπορούσα να τις φοράω εγώ, με τρόμαζε να τις βλέπω σε άλλους. Είναι τόσο ζωντανή εκείνη η εικόνα της ασέβειας, της βεβήλωσης των νεκρών πάνω στο κάρο ,που δεν κατάφερα ποτέ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να δοκιμάσω να το αποδεχτώ» αναφέρει.
Η απελευθέρωση δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση
Από τις 6 μέχρι και τις 9 Απριλίου του 1945, τρία τρένα έφυγαν από το στρατόπεδο του Μπέργκεν – Μπέλσεν με προορισμό το Τερέζιενσταντ ένα στρατόπεδο θανάτου εφάμιλλο όπως εξηγεί η κα. Ρεβάχ του Άουσβιτς – Μπίρκεναου. Από τα τρία τρένα μόνο το ένα έφτασε στον προορισμό του. Το δεύτερο. Από τα άλλα δύο, το πρώτο ελευθερώθηκε στη διαδρομή του από τις αμερικανικές δυνάμεις, ενώ το τρίτο, στο οποίο επέβαινε και η Ρίνα Ρεβάχ φέρεται να έχει χάσει τον προορισμό του τουλάχιστον μέχρι τις 23 Απριλίου όποτε και οι Γερμανοί φρουροί του φέρεται να το εγκατέλειψαν λόγω βλάβης περίπου 2 χιλιόμετρα από την πόλη Τρέμπιτς. Λίγες ημέρες μετά έφτασαν οι Ρώσοι.
Από εκεί αργότερα, με τη βοήθεια της UNRRA (Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών) που της έδωσε ρούχα ανάμεσα στα οποία κι ένα πράσινο παλτό ενήλικα, έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Το χρώμα του πανωφοριού επίσης πρόκειται μάλλον για ένα καπρίτσιο της μοίρας, καθώς στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ “Η λίστα του Σίντλερ” το μοναδικό σημείο της ταινίας που δεν είναι ασπρόμαυρο είναι το κόκκινο παλτό ένος κοριτσιού, το οποίο σύμφωνα με μαρτυρίες ήταν υπαρκτό πρόσωπο.
«Από τα 70 περίπου άτομα που αποτελούσαν την οικογένειά μου σώθηκαν μόνο ο πατέρας, η μητέρα, ο παππούς, η γιαγιά και ο αδερφός της μητέρας μου» θα πει η ίδια.
Χρόνια αργότερα το 1982 η Ρίνα Ρεβάχ επέστρεψε στον τόπο μαρτυρίου της. Το στρατόπεδο Μπέργκεν – Μπέλσεν. «Όταν φτάσαμε υπήρχαν μόνο τα φυλάκια, τα συρμπατοπλέγματα, οι ομαδικοί τάφοι και οι μαυρισμένες ψυχές μας. Δεν υπήρχε κανένα παράπηγμα. Το ίδιο όταν ακολούθησα και την ονομαζόμενη “πορεία των ζωντανών” . Εκεί δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω».
Η Ρίνα Μπαρζιλάι-Ρεβάχ σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη. Απόφοιτη των Εκπαιδευτηρίων Θηλέων Αγλαϊας Ν. Σχινά, μιλά αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά και λαντίνο. Ο σύζυγός της, Ίζη Ρεβάχ, διετέλεσε επί 35 χρόνια γενικός πρόξενος της Ισπανίας στη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία χρόνια μιλά για το βίωμα του Ολοκαυτώματος σε μαθητές, προσκεκλημένη σε σχολεία της Θεσσαλονίκης και της χώρας.
Πρόσφατα με τη βοήθεια του δημοσιογράφου, Γιάννη Κεσσόπουλου που έκανε την έρευνα και την επιμέλεια του κειμένου συνέγραψε το βιβλίο “Στο χαμένο τρένο” που εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ.


