Θεσσαλονίκη

«Μεγάλου Αλεξάνδρου» και δύο πλατείες σε μία – Πώς ήταν η Αριστοτέλους στο μυαλό του Εμπράρ

Κι όμως, η πλατεία που γνωρίζουμε σήμερα και είναι έτοιμη να περάσει στη νέα της εποχή, δεν είναι ακριβώς αυτή που είχε φανταστεί ο άνθρωπος που τη σχεδίασε

Ραφαήλ Γκαϊδατζής
μεγάλου-αλεξάνδρου-και-δύο-πλατείε-1445596
Ραφαήλ Γκαϊδατζής

Κάθε Θεσσαλονικιός έχει περάσει αμέτρητες φορές από την πλατεία Αριστοτέλους. Είναι το σημείο όπου η πόλη κοιτάζει τη θάλασσα, το μέρος όπου γίνονται συγκεντρώσεις, κλείνονται ραντεβού, οι Θεσσαλονικείς βγαίνουν τις βόλτες τους και οι επισκέπτες φωτογραφίζονται.

Κι όμως, η πλατεία που γνωρίζουμε σήμερα και είναι έτοιμη να περάσει στη νέα της εποχή, δεν είναι ακριβώς αυτή που είχε φανταστεί ο άνθρωπος που τη σχεδίασε.

Για να καταλάβουμε πώς θα μπορούσε να είναι, πρέπει να γυρίσουμε στο 1917, μετά τη μεγάλη καταστροφή της Μεγάλη Πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης του 1917. Η φωτιά κατέστρεψε μεγάλο μέρος του ιστορικού κέντρου και έδωσε στην πόλη μια σπάνια ευκαιρία: να επανασχεδιαστεί από την αρχή.

Η ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε το έργο στον Γάλλο αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Ερνέστ Εμπράρ. Το σχέδιό του δεν ήταν απλώς μια ανοικοδόμηση. Ήταν ένα ολοκληρωμένο όραμα για μια νέα, ευρωπαϊκή αλλά ταυτόχρονα βαθιά βυζαντινή Θεσσαλονίκη.

Στο κέντρο αυτού του οράματος βρισκόταν η Αριστοτέλους.

Ένας μνημειακός άξονας από τη θάλασσα μέχρι την καρδιά της πόλης

Στο σχέδιο του Εμπράρ, η πλατεία δεν ήταν ένα απλό άνοιγμα προς τον Θερμαϊκός Κόλπος. Ήταν η αρχή ενός μεγάλου πολεοδομικού άξονα που θα διέσχιζε την πόλη.

Στη διαδρομή προβλεπόταν ακόμη και μια δεύτερη μεγάλη πλατεία, κάτι σαν αστικό φόρουμ. Η Θεσσαλονίκη θα αποκτούσε έτσι έναν μνημειακό άξονα που θα θύμιζε μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η μελέτη του νέου σχεδίου ανατέθηκε σε επταμελή επιτροπή με επικεφαλής τον αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Ερνέστο Εμπραρ με νόμο που ψηφίστηκε στη Βουλή το 1918 (οι υπόλοιποι ήταν Δ. Λαμπαδιάρις, Κ. Κιτσίκης, Ι. Πλεϊμπούρ, Θ. Μάουσον, Αρ. Ζάχος, Αγγ. Γκίνης και Αλεξ. Παπαναστασίου).

Το φιλόδοξο νέο σχέδιο της πόλης ονειρεύτηκε μια πόλη με οριζόντιους και κάθετους άξονες, που η θέα της θάλασσας θα ήταν από παντού ανεμπόδιστη και προέβλεπε εκτός των άλλων τη δημιουργία ενός μνημειακού άξονα, στη δυτική πλευρά της πυρίκαυστης ζώνης, που θα ξεκινούσε από την περιοχή της παραλίας με μία πλατεία, τη σημερινή πλατεία Αριστοτέλους, θα συνέχιζε με μια μεγάλη οδό, τη σημερινή οδό Αριστοτέλους και θα κατέληγε και πάλι σε μια μεγάλη πλατεία, μεταξύ Εγνατίας και Φιλίππου, την σημερινή πλατεία Αρχαίας Αγοράς.

Η παλιά χάραξη της Αριστοτέλους θα συνέχιζε μέχρι την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, ως μια μεγάλη οδός με δενδροστοιχίες, σιντριβάνια, αγάλματα, κήπους και. μια μεγάλη αψίδα του Θριάμβου.

Στην Πλατεία άνωθεν της Εγνατίας θα ανεγείρονταν κτίρια δυτικής μεγαλοπρέπειας για να στεγάσουν τις διοικητικές υπηρεσίες της Θεσσαλονίκης, μεταξύ αυτών τα Δικαστήρια και το νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα κατασκευαζόταν σε οικόπεδο ακριβώς επάνω από την Εκκλησία Χαλκέων.

Στον άξονα Αριστοτέλους προβλέπονταν δυο πλατείες διαφορετικού χαρακτήρα η μεν επάνω (σημερινή Αρχαίας Αγοράς) θα λειτουργούσε σαν διοικητικό κέντρο και η κάτω η παραθαλάσσια την οποία παρομοίαζαν με αυτήν του Αγίου Μάρκου στη Βενετία θα ήταν το κέντρο του εμπορίου πολυτελείας και της αναψυχής, συγκεντρώνοντας πολυτελή ξενοδοχεία και καφέ από όπου θα απολάμβανε κανείς τη θέα της θάλασσας.

Και οι δυο πλατείες ορίζονται από ένα ορθογώνιο που στη βόρεια πλευρά του καταλήγει σε ημικύκλιο για να υπάρχει μια ομαλή μετάβαση στον κεντρικό άξονα της Λεωφόρου των Εθνών (ή Αριστοτέλους όπως ονομάζεται ήδη σε εφημερίδα του 1934).

Η πλατεία που θα λεγόταν «Μεγάλου Αλεξάνδρου»

Μια από τις πιο εντυπωσιακές λεπτομέρειες του αρχικού σχεδίου είναι ότι η πλατεία δεν θα τιμούσε αρχικά τον φιλόσοφο.

Στα πρώτα σχέδια του Εμπράρ, η πλατεία προοριζόταν να ονομαστεί Πλατεία Μεγάλου Αλεξάνδρου και στο κέντρο της θα υψωνόταν ένα μνημειακό άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το άγαλμα θα ήταν πιθανότατα έφιππο, με τον στρατηλάτη πάνω στον Βουκεφάλα, και θα βρισκόταν στον κεντρικό άξονα της πλατείας.

Όποιος έφτανε στη Θεσσαλονίκη από τη θάλασσα θα έβλεπε μπροστά του αυτή τη μνημειακή εικόνα, με την πόλη να ανοίγεται πίσω της.

Σήμερα το άγαλμα του Αλέξανδρου βρίσκεται στην παραλία, κοντά στον Λευκό Πύργο. Στο αρχικό όραμα όμως θα αποτελούσε το κεντρικό σύμβολο της νέας πόλης.

Μια πλατεία γεμάτη δημόσια κτίρια

Ο Εμπράρ είχε φανταστεί την Αριστοτέλους ως έναν πολιτιστικό και διοικητικό πυρήνα. Στα σχέδια περιλαμβάνονταν μεγάλα δημόσια κτίρια, πολιτιστικοί χώροι και ακόμη και θέατρα γύρω από την πλατεία.

Τα κτίρια θα σχημάτιζαν ενιαία αρχιτεκτονικά μέτωπα με στοές και καμάρες, δημιουργώντας έναν χώρο που θα συνδύαζε βυζαντινά στοιχεία με ευρωπαϊκή πολεοδομία.

Αυτό που βλέπουμε σήμερα, τα συμμετρικά κτίρια με τις καμάρες, είναι μόνο ένα μέρος αυτής της ιδέας.

Η πλατεία που έμεινε μισή

Το φιλόδοξο σχέδιο του Εμπράρ δεν υλοποιήθηκε ποτέ πλήρως. Οικονομικές δυσκολίες, αλλαγές στην ιδιοκτησία της γης και πολιτικές πιέσεις οδήγησαν σε συμβιβασμούς.

Η ανοικοδόμηση της περιοχής κράτησε δεκαετίες και η πλατεία πήρε τη μορφή που γνωρίζουμε κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο μνημειακός άξονας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ενώ το άγαλμα του Αλέξανδρου δεν τοποθετήθηκε στο κέντρο της.

Η Θεσσαλονίκη κέρδισε μια από τις ωραιότερες πλατείες της Μεσογείου — αλλά όχι ακριβώς αυτή που είχε φανταστεί ο δημιουργός της.

Αν το σχέδιο είχε υλοποιηθεί πλήρως, η Πλατεία Αριστοτέλους ίσως θα αποτελούσε την αρχή ενός από τα πιο εντυπωσιακά αστικά σύνολα της Ευρώπης: έναν μνημειακό άξονα που θα ξεκινούσε από τη θάλασσα και θα οδηγούσε βαθιά μέσα στην πόλη.

Ίσως όμως αυτή η ατελής υλοποίηση να είναι και μέρος της γοητείας της Θεσσαλονίκης. Μιας πόλης που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι γεμάτη σχέδια, στρώματα ιστορίας και μικρές εκδοχές του «τι θα μπορούσε να είχε γίνει».

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα