Νέα παραλία Θεσσαλονίκης: Ένα τοπόσημο ως σημείο συνάντησης
Η παραλία της πόλης παραμένει ένα από τα πιο αυθεντικά σημεία της αστικής ζωής με την πολιτιστική ταυτότητα της πόλης - Μιλούν Μπερνάρ Κουόμο, Σταύρος Ανδρεάδης και Αντώνης Καράγιωργας
Κεντρική εικόνα: Απόστολος Κεσίδης
Η αλήθεια είναι πως η Παραλία της Θεσσαλονίκης υπήρξε διαχρονικά κάτι περισσότερο από ένας δ θαημόσιος χώρος αναψυχής και διασκέδασης.
Για την ακρίβεια υπήρξε και συνεχίζει να αποτελεί έναν ζωντανό πολιτιστικό άξονα, έναν ανοιχτό τόπο συνάντησης, ένα σημείο όπου η καρδιά της πόλης χτυπά δυνατά, εκφράζεται, παρατηρεί τον εαυτό της και συνομιλεί με το πλούσιο παρελθόν και το ευοίωνο μέλλον της.
Κατά μήκος της, από τον Λευκό Πύργο έως τα ανατολικά όρια του αστικού μετώπου, συμπυκνώνονται στιγμές καθημερινότητας, συλλογικής μνήμης και σύγχρονων αστικών πρακτικών. Σε αυτό το γραφικό σημείο εξάλλου συναντιούνται οι περίπατοι των κατοίκων με τις αυθόρμητες πολιτιστικές δράσεις, οι προσωπικές ιστορίες με τα μεγάλα γεγονότα της πόλης.
Η Παραλία λειτουργεί ως φυσικό σκηνικό κοινωνικής συνεύρεσης, ως σημείο συνάντησης νέων και ελπιδοφόρων μουσικών, ηλικιωμένων που αναζητούν λίγο περισσότερο από το οξυγόνο που διαρκώς λιγοστεύει, νεαρών που συζητούν, ερωτεύονται, ένα δημοκρατικό πεδίο όπου ο χρόνος επιβραδύνει και ο δημόσιος χώρος ξανακερδίζει τον ρόλο του: να ενώνει.
Μέσα από τη διαρκή της κίνηση και την ανοιχτότητά της, η Παραλία της Θεσσαλονίκης παραμένει ένα από τα πιο αυθεντικά σημεία συνάντησης της αστικής ζωής με την πολιτιστική ταυτότητα της πόλης.
Η ιστορική αναδρομή
Πώς φτάσαμε όμως στη σημερινή εικόνα της Νέας Παραλίας;
Αυτή είναι αποτέλεσμα μιας ριζικής ανάπλασης που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ύστερα από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που προκήρυξε ο Δήμος Θεσσαλονίκης, στα χέρια του οποίου πέρασε η δημοφιλέστερη παραλία της χώρας, μιας και δεν του ανήκε.

Παρά την γκρίνια και τις διάφορες αντιδράσεις η τελική ανάπλαση της ζώνης αυτής, ήταν και ο σημαντικότερος σταθμός στην ιστορία της, αφού πλέον το θαλάσσιο μέτωπο απέκτησε για πρώτη φορά αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και ταυτότητα με ολάνθιστους κήπους, αλέες, παρτέρια, γήπεδα, ανοιχτά θέατρα και τρεχούμενα νερά, ειδικές διαδρομές, πέργκολες, κιόσκια, γυάλινα μικρά αναψυκτήρια, παιδικές χαρές, χώρους απομόνωσης και μεγάλα παγκάκια εξαιρετικής αισθητικής. Ο σχεδιασμός της βασίστηκε στην έννοια της συνέχειας και της ποικιλίας:
Ένα ενιαίο παραλιακό μέτωπο 3,5 χιλιομέτρων που χωρίζεται σε 13 θεματικούς κήπους, καθένας με δικό του χαρακτήρα, φυτεύσεις και χρήσεις. Στο κέντρο της ανάπλασης με την υπογραφή των Κουόμο – Νικηφορίδη βρίσκονταν ο άξονας περιπάτου και ποδηλατόδρομου, με υλικά φιλικά προς το περιβάλλον, σύγχρονο φωτισμό και σημεία ανάπαυσης που προσφέρουν θέα στον Θερμαϊκό.
Η ανάπλαση συνοδεύτηκε από αναβάθμιση του παραθαλάσσιου οικοσυστήματος, συμβάλλοντας στη βελτίωση του μικροκλίματος της περιοχής. Η Νέα Παραλία Θεσσαλονίκης έχει αποσπάσει πολλές διεθνείς διακρίσεις για τον αρχιτεκτονικό της σχεδιασμό, την περιβαλλοντική της βιωσιμότητα και την κοινωνική της αξία. Το 2013 τιμήθηκε με το Α’ Βραβείο Αρχιτεκτονικής από το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, ενώ αποτέλεσε σημείο αναφοράς για ανάλογες αστικές παρεμβάσεις σε άλλες ελληνικές πόλεις.
Αποτελεί όμως και τον καθρέφτη της Θεσσαλονίκης: άλλοτε γαλήνιος, άλλοτε ανήσυχος, μα πάντα γεμάτος φως.
Κάθε βήμα στον παραλιακό της περίπατο ενώνει το παρελθόν με το παρόν, την ιστορία με τη ζωή. Είναι το σημείο όπου η πόλη συναντά τη θάλασσα και μαζί, τον εαυτό της.
Μπερνάρ Κουόμο: Αυτό ήταν το όραμά για τη Νέα Παραλία
Ο Μπερνάρ Κουόμο μαζί με τον νυν αντιδήμαρχο Τεχνικών Έργων, Πρόδρομο Νικηφορίδη ήταν από τους ανθρώπους που είδαν μπροστά και μετέφεραν στην πράξη αυτόν τον μαγικό συνδυασμό της αρχιτεκτονικής δημόσιου χώρου, με την κοινωνική ζωή μιας πόλης. Ποιο ήταν όμως, το αρχικό του όραμα; Ο ίδιος λέει στην parallaxi.
«Θα αρχίσω από αυτό που θεωρώ το πιο σημαντικό: σαν αρχιτέκτονας πάντα αντιμετωπίζεις θέμα αναφορικά με το σημάδι που θα αφήσεις στην πόλη.
Αυτό όμως δεν το λέω με την καλή έννοια. Υπήρξε πολύ συζήτηση γι’ αυτό το σημάδι καθώς η συγκεκριμένη περιοχή, βρίσκεται σ’ ένα τόσο σημαντικό και ευαίσθητο σημείο της Θεσσαλονίκης. Συζήτηση που έγινε, σχετικά με το πώς μια ανάπλαση θα μπορούσε να είναι διακριτική, ώστε να μην χρειαστεί να πειράξουμε με αρχιτεκτονικά σημάδια ένα τόσο όμορφο τοπίο. Αυτό ήταν το μήνυμα που θέλαμε να περάσουμε. Να μην αφήσουμε δηλαδή απαραίτητα το σημάδι του αρχιτέκτονα, αλλά να πάμε στην πλευρά του τοπίου, προκειμένου να μην πειράξουμε την επαφή του κοινού με κάτι τόσο γενναιόδωρο.
Μιας και μιλάμε όμως για δημόσιο χώρο, πρέπει να πούμε και αυτό. Είναι πολύ σημαντικό διαχρονικά να προσπαθούμε -γιατί δεν είναι πάντα σίγουρο ότι θα το πετύχουμε – να δημιουργούμε χώρους, που θα αφορούν όλο τον κόσμο. Που δεν θα περιορίζονται δηλαδή σε μια κοινωνική ομάδα, να είναι ένας δημοκρατικός χώρος. Νομίζω ότι αυτό τελικά το πετύχαμε και για μένα είναι πολύ σημαντικό. Σήμερα, στη Νέα Παραλία πραγματικά μπορούμε να συναντήσουμε όλο τον κόσμο της πόλης».
Ο Μπερνάρ Κουόμο άθελά του πρόλαβε την επόμενη ερώτηση.

Η Νέα Παραλία «γεφύρωσε» κοινωνικές ομάδες της πόλης με βάση την ηλικία, την τάξη, τον τρόπο ζωής; «Εγώ όταν περπατάω στην περιοχή, νιώθω πολύ ευχαριστημένος γιατί συναντώ ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, διαφόρων κοινωνικών ομάδων, όπως για παράδειγμα την κινεζική παροικία που δεν τη συναντά κανείς εύκολα πέρα από τις περιοχές όπου δραστηριοποιείται επαγγελματικά, ανθρώπους που αγαπούν τον αθλητισμό, που τους αρέσει να τρέχουν, άνθρωποι που ερωτεύονται. Νομίζω καλύπτει τα πάντα. Όλες τις τάξεις, όλες τις ηλικίες και αυτό για έναν δημόσιο χώρο είναι πολύ ουσιαστικό».
Όσο για το αν μαζί με τον Πρόδρομο Νικηφορίδη συνάντησαν κάποιο μεγάλο περιορισμό όταν σχεδίαζαν από κοινού τους χώρους της Νέας Παραλίας, ο Μπερνάρ Κουόμο αποκαλύπτει:
«Καταρχάς περιορισμός για εμάς ήταν το γεγονός ότι η Νέα Παραλία βρίσκεται σε ένα μπαζωμένο τοπίο, κάτι που δυσκολεύει την ανάπτυξη των δέντρων. Έπρεπε λοιπόν να βρούμε τεχνικές λύσεις για να μπορέσουμε να φυτέψουμε το πλακόστρωτο, πράγμα που μας δυσκόλεψε ιδιαίτερα. Ακόμη και σήμερα μάλιστα, βλέπουμε ότι σε κάποιες περιοχές είναι δύσκολο να αναπτυχθούν τα δέντρα, διότι το έδαφος είναι κακό. Βρήκαμε όμως λύσεις, όπως για παράδειγμα στον κήπο του Απογευματινού Ήλιου».
Το 2000 δεν μιλούσαμε για κλιματική κρίση, για ποδήλατο, για covid
Εάν δε, είχε τη δυνατότητα να γυρίσει τον χρόνο πίσω, θα άλλαζε κάτι στο τελικό αποτέλεσμα; «Αυτή πραγματικά είναι μια πολύ καλή ερώτηση για έναν δημόσιο χώρο, όμως θεωρώ ότι σαν αρχιτέκτονες δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε τι θα γίνει στο μέλλον και ποιες θα είναι οι ανάγκες του κόσμου τότε. Και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο μειονέκτημα, γιατί αν γυρίζαμε τον χρόνο πίσω, σίγουρα θα είχαμε στο μυαλό την ανάπτυξη του ποδηλάτου στην πόλη.
Το 2000 κανείς δεν μιλούσε για ποδήλατο στη Θεσσαλονίκη.
Αυτό που είναι πάρα πολύ σημαντικό και πρέπει να το σκεφτόμαστε σαν επαγγελματίες, είναι να αφήνουμε πάντα το περιθώριο για μια μελλοντική ανάπτυξη, μία δυνατότητα δηλαδή να ενσωμάτωσης καινούργιων χρήσεων ανάλογα με τις εποχές που ζούμε. Για παράδειγμα τότε δεν μιλήσαμε για την κλιματική αλλαγή, δεν γνωρίζαμε καν ότι μπορεί να υπάρξει covid, όλα αυτά προέκυψαν στην πορεία κι εκεί αντιλαμβάνεσαι πραγματικά τη σημασία που μπορεί να έχει ένας δημόσιος χώρος σε περιόδους κρίσης, όπως τις ζήσαμε.
Είναι παράμετροι τις οποίες πρέπει να αντιλαμβάνεσαι ότι μπορεί να προκύψουν σε έναν τέτοιο χώρο και πρέπει να κάνεις όλες εκείνες τις ενέργειες ώστε να μπορούν να ενσωματωθούν αργότερα, όποτε χρειαστεί. Παράμετροι που προκύπτουν στην πορεία του χρόνου και μπορούν να εμπλουτίσουν έναν τέτοιο έργο μεγάλης κλίμακας».

Κι αν ο ίδιος καλούνταν να επιλέξει ένα αγαπημένο σημείο, έναν αγαπημένο κήπο της περιοχής, ποιος θα ήταν άραγε αυτός;
«Κοιτάξτε υπάρχει αλλά δεν θα ήθελα να τον αναφέρω. Για μένα η Νέα Παραλία είναι ένα θεραπευτικό μέρος. Ένα μέρος που μου αλλάζει την ψυχολογία. Μ’ αρέσει το περπάτημα δίπλα στο νερό μαζί με άλλο κόσμο και βεβαίως έχω αγαπημένο πάρκο, όμως θα έλεγα ότι δεν είναι μόνο ένα κυρίως ότι δεν είναι σταθερό. Σήμερα μπορεί να πω αυτό κι αύριο να αλλάξω γνώμη. Πάει λίγο με τις εποχές, με τη διάθεσή μου. Και αυτό ίσως είναι από τα πιο σημαντικά στοιχεία της ανάπλασης. Ότι δηλαδή ανάλογα με την εποχή, με τις σκέψεις που κουβαλάς μέσα σου, μπορείς να έχεις κι ένα αγαπημένο σημείο. Γι’ αυτό και αυτή είναι μια πραγματικά δύσκολη ερώτηση».
«Η Νέα Παραλία είναι το σαλόνι κάθε κατοίκου της πόλης»
Εάν ο Μπερνάρ Κουόμο και ο Πρόδρομος Νικηφορίδης ήταν τα μυαλά που συνέθεσαν την εικόνα της Νέας Παραλίας, ο Σύλλογος “Φίλοι της Νέας Παραλίας” ήταν αυτός που φρόντισε να κρατήσει αυτή τη φλόγα της δημιουργίας άσβεστη.
Ήταν αυτός που με την μία δράση μετά την άλλη, κράτησε τη συντήρηση αυτού του τεράστιου έργου σε αξιοπρεπή επίπεδα ακόμη και σε εποχές – όπως για παράδειγμα επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Ζέρβα- που έδειχνε να μαραζώνει και να εγκαταλείπεται στην τύχη του. Οι δύο αρχιτέκτονες βέβαια, μέλη του Συλλόγου σε κεντρικά πόστα, φρόντισαν να τη πλαισιώσουν με ανθρώπους που είχαν ένα κοινό όραμα. Να την κρατήσουν όρθια, να τη βελτιώσουν και να την παραδώσουν στις επόμενες γενιές λειτουργική και κυρίως με προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.
«Το έχω πει και στο παρελθόν και θα το επαναλάβω: Είναι ευχή και ευλογία για κάθε τοπικό άρχοντα, όταν γίνεται ένα σοβαρό έργο στην πολή του να μπορεί παράλληλα να δημιουργείται και μια ομάδα εθελοντών πολιτών, οι οποίοι θα το κρατούν ζωντανό πολιτιστικά και θα το συντηρούν με αλλεπάλληλες δράσεις, δύο έννοιες δηλαδή στις οποίες το κράτος μας δείχνει να πάσχει. Αυτό λοιπόν ακριβώς αναλάβαμε να κάνουμε εμείς με τον Σύλλογο “Φίλοι της Νέας Παραλίας Θεσσαλονίκης”. Σταθήκαμε δίπλα στους μελετητές του έργου, γιατί το πονάμε σαν παιδί μας», τονίζει αρχικά στην parallaxi το μέλος του Συλλόγου, Αντώνης Καράγιωργας.
«Η Νέα Παραλία της πόλης πέτυχε διότι αποτελεί το όμορφο, ακριβό και καλαίσθητο σαλόνι, φτωχών σπιτικών. Βγαίνουν δηλαδή οι Θεσσαλονικείς από τα δωμάτια τους που είναι λιγότερο όμορφα και μπαίνουν μέσα σε ένα υπέροχο σαλόνι που τους ανήκει. Γι’ αυτό το έχουν αγκαλιάσει και το έχουν αγαπήσει τόσα χρόνια. Έτσι εξηγούνται οι μεγάλες ροές πολιτών που συρρέουν καθημερινά και το επισκέπτονται. Είναι ένα υψηλής αισθητικής έργο το οποίο το απολαμβάνουν όλοι μαζί, γεφυρώνοντας χάσματα» συμπληρώνει. Ένιωσε όμως ποτέ ο ίδιος να απειλείται αυτός ο δημόσιος χώρος; «Γενικά ο δημόσιος χώρος των μεγαλουπόλεων της Ευρώπης δεν τυγχάνει και τόσο μεγάλης προσοχής από τους διοικούντες.
Ιδιαίτερα επί κορωνοϊού υπήρξαν νομοθετικές ρυθμίσεις, ώστε οι άνθρωποι να βοηθηθούν και να μην συναθροίζονται σε κοντινές αποστάσεις και κάποιοι αποφάσισαν να την κλείσουν. Ναι πιστεύω ότι πολλές φορές ο δημόσιος χώρος απειλείται. Και επειδή υπήρξα πρόεδρος της Ένωσης για τα Δικαιώματα των Πεζών, έχω παλέψει για τον δημόσιο χώρο και την ελευθερία του», υπογράμμισε ο κ. Καράγιωργας.

Ανδρεάδης: Οποιαδήποτε μορφή βελτιωμένης αισθητικής φέρνει τους ανθρώπους κοντά
Ένας από τους ανθρώπους που έχουν στηρίξει έμπρακτα την προσπάθεια συντήρησης και αναβάθμισης της Νέας Παραλίας, είναι αναμφισβήτητα ο επιχειρηματίας, Σταύρος Ανδρεάδης, ο οποίος έχει υιοθετήσει δύο πάρκα: Των γλυπτών και της Μεσογείου στα οποία ο επισκέπτης συναντά την τέχνη.
Κι τι άραγε θα μπορούσε να προσφέρει η τέχνη σε ανοικτά πάρκα όπως για παράδειγμα αυτό του Κήπου των Γλυπτών; «Η τέχνη και η καλαισθησία, η διαμόρφωση κάποιων χώρων που έχουν μια ποιότητα αισθητική, δείχνει ιδιαίτερα στους νέους πόσο καλύτερο θα μπορούσε να είναι το περιβάλλον στο οποίο ζούμε όλοι μας. Αυτό πολλές φορές βέβαια δεν γίνεται αντιληπτό μόνο με τη θεωρητική προσέγγιση, γίνεται πολύ πιο έντονο όταν βλέπουν κάτι υλοποιημένο», λέει ο κ. Ανδρεάδης.
Και αφού στα διάφορα υπαίθρια πάρκα της Νέας Παραλίας τα γλυπτά συναντούν τα γκράφιτι, μπορούν να αποτελέσουν ταυτόχρονα και σημείο συνάντησης ακόμη και στις περιπτώσεις που κάποιος δεν γνωρίζει από τέχνη.
«Φυσικά. Το πάρκο της Μεσογείου η Πολιτιστική Εταιρεία έχει κάνει εδώ και τρία χρόνια μια υπαίθρια έκθεση street – art που είναι και αυτό μια μορφή τέχνης κι έχει παρεξηγηθεί γιατί έχει μπερδευτεί με αυτές τις μουτζούρες και τις χυδαίες επιγραφές που δυστυχώς κυριαρχούν στην πόλη μας. Είναι γεγονός ότι οποιαδήποτε μορφή τέχνης, οποιαδήποτε μορφή βελτιωμένης αισθητικής είναι κάτι όμορφο και ασφαλώς φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. Τα στοιχεία αυτά τα έχουμε ανάγκη στην Ελλάδα λίγο περισσότερο, διότι δυσκολευόμαστε πολύ σαν κοινωνία να ενταχθούμε σε κάτι που είναι οργανωμένο».
Έχουμε όμως τη νοοτροπία να διατηρήσουμε έργα τέχνης σε ανοικτά υπαίθρια πάρκα;
«Μα δεν υπάρχει κανένα νόημα να φέρεις έργα τέχνης σε ένα περιβάλλον, το οποίο στερείται τη γνώση του τι σημαίνει η έννοια του συνυπάρχω σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον. Έχουμε ανάγκη και θα επιμείνω σε αυτό το πράγμα, να δώσουμε παραδείγματα από κάτι που είναι πιο ευγενικό από αυτό το οποίο έχουμε συνηθίσει να ζούμε. Δυστυχώς τα νέα παιδιά κυρίως μη έχοντας και άλλες εμπειρίες θεωρούν ότι ο βανδαλισμός είναι και το φυσιολογικό. Άρα λοιπόν πρέπει να βελτιώσουμε τους κοινούς δημόσιους χώρους, τους οποίους περνάμε πολλές ώρες της ημέρας μας εκεί».
Αντί επιλόγου
Μέσα από όλα αυτά φαίνεται πλέον ξεκάθαρα ότι η Νέα Παραλία δεν είναι απλώς ένα επιτυχημένο έργο αστικού σχεδιασμού, για κάποιους του πιο επιτυχημένου που έχει γίνει ποτέ στη Θεσσαλονίκη, αλλά αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό που υπάρχει και εξελίσσεται μέσα από τις σχέσεις που γεννά. Από το αρχιτεκτονικό όραμα των δημιουργών της, στη στήριξη ιδιωτικών πρωτοβουλιών και μέχρι τη συλλογική φροντίδα των πολιτών, ο χώρος αυτός αποδεικνύει ότι ο δημόσιος χώρος, δεν «παραδίδεται» απλώς, αλλά κατοικείται.
Κι εδώ η συνάντηση δεν είναι μόνο φυσική.
Είναι κοινωνική, πολιτισμική, ανθρώπινη.
Ένας τόπος, που άγνωστοι μοιράζονται έναν κοινό ορίζοντα, διαφορετικές γενιές τον ίδιο περίπατο, διαφορετικές αφετηρίες την ίδια ανάγκη για επαφή, για κοινωνικοποίηση, για έρωτα, για μουσική. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό της χαρακτηριστικό: ότι μας θυμίζει πως η πόλη δεν ανήκει μόνο σε όσους τη σχεδιάζουν ή τη διαχειρίζονται, αλλά και σε όσους τη ζουν με κάθε τρόπο. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που συναντιούνται, συνομιλούν και συνυπάρχουν δίπλα στη θάλασσα, η Νέα Παραλία θα αποτελεί πάντα έναν κοινό τόπο για όλους μας.




