Θεσσαλονίκη

Ο Βαρδάρης σε διαρκή μετάλλαξη και εγκατάλειψη

Από τα χρόνια που έσφυζε από ζωή στην απόλυτη εγκατάλειψη του σήμερα.

ο-βαρδάρης-σε-διαρκή-μετάλλαξη-και-εγκ-19692
pica.jpg

Του Γιώργου Τούλα

Αρχική εικόνα: Φωτογραφία της δεκαετίας του ’60 από το αρχείο Λυκίδη (εκδ. Ιανός)

«Με τσάκισε κι απόψε η Εγνατία με τα κεσάτια της δεν μυρμηγκιάζει πια η ομορφιά στα παραβαρδάρια κάτι έχει αλλάξει.»

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Υπάρχουν πλατείες ιστορικές, που μένουν ίδιες στο πέρασμα του χρόνου, αλλά και πλατείες σε διαρκή μετάλλαξη. Ο Βαρδάρης, μία από τις ιστορικότερες πλατείες της Θεσσαλονίκης και κύρια είσοδός της, αλλάζει συνεχώς. Τρία γιγαντιαία γυάλινα κτίρια, ένα απερίγραπτης αισθητικής πολύχρωμο και πολυώροφο κατασκεύασμα είναι οι νεότερες προσθήκες της Πλατείας, που περιμένει την αποπεράτωση των έργων του μετρό για να πάρει την οριστική (;) μορφή της.

Η αρχή έγινε πριν χρόνια με το κτίριο της τράπεζας. Οι αναπλάσεις ιστορικών περιοχών γίνονται συνήθως βάσει σχεδίου. Στην περίπτωση του Βαρδάρη, καμία αρμόδια υπηρεσία δεν ανακήρυξε την περιοχή διατηρητέα. Η αλλοίωση του χαρακτήρα της ξεκίνησε από την αυθαίρετη πρωτοβουλία των εργολάβων, που άρχισαν να αντικαθιστούν τα παλιά κτίσματα με νέες πολυώροφες κατασκευές.

Φωτογραφία από το Αρχείο Λυκίδη (εκδ. Ιανός). Το μοναδικό και τελευταίο παλιό κτίσμα της περιοχής που διασώζονταν μέχρι πριν λίγα χρόνια και στέγαζε το “Φλακ Μπαρ”.

Κατεδαφίσεις

Οι πρώτες πολυκατοικίες της πόλης, μαζί με τις παράγκες των αγορών, άρχισαν να γκρεμίζονται. Στη θέση τους εμφανίζονταν κάθε χρόνο καινούργια κτίρια. Χώροι γραφείων στην πλειοψηφία τους, φτιαγμένοι από υλικά εντελώς ακατάλληλα για τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής, που στο μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, λούζεται στον ήλιο. Κυρίως κτίρια αφιλόξενα, ανόμοια μεταξύ τους, που ερημώνουν τις νυχτερινές ώρες.  Παράλληλα εξορίζονται τα παραδοσιακά φτηνά φαγάδικα, οι υπαίθριες αγορές, ενώ τα κλασικά λαϊκά σινεμά της περιοχής γκρεμίζονται. Ανάμεσά τους το Πάνθεον αλλά και το Ίλιον, που το πήρε ο δρόμος στην διάνοιξη της Λαγκαδά. Άλλη μεγάλη αλλαγή στο ρυμοτομικό της Πλατείας έγινε κατά την εφαρμογή του σχεδίου της διάνοιξης νέας εισόδου της πόλης, που ξεκίνησε με τη μεταφορά ολόκληρου του κτιρίου του παλιού σταθμού.

Φωτογραφία της Πλατείας στην δεκαετία του 60, από το αρχείο Λυκίδη (εκδ. Ιανός).

Οι σχεδιασμοί

Οι διανοίξεις οδών, οι απομακρύνσεις παραδοσιακών εμπορικών βιοτεχνιών, αλλά και υπαίθριων αγορών, αλλάζουν σταδιακά την περιοχή. Περιτριγυρισμένος από τείχη, ο Βαρδάρης αποτέλεσε για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της πόλης τον τόπο συνάντησης φυλών και καθημερινών συνηθειών. Αγορές, στέκια, τόποι ερωτικής συνεύρεσης, αλλά και σημεία θρησκευτικής λατρείας, ήταν εδώ. Ήταν ακόμα το σύνορό της με τον κόσμο της υπαίθρου.

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή της πλατείας ήρθε μετά την μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε την πόλη το ’17. Τα σχέδια ήθελαν εκεί τη δημιουργία μιας σύγχρονης πλατείας. Με το νέο πολεοδομικό σχέδιο, και αφού δεν υλοποιούνται οι σκέψεις που ήθελαν την πλατεία ένα είδος Πικαντίλι της Θεσσαλονίκης, με την εγκατάσταση του κεντρικού σιδηροδρομικού και τροχιοδρομικού σταθμού, διαμορφώνεται μια άχαρη πλατειά, που δεν απασχόλησε ποτέ κανένα φωτογράφο.

1954, πρωτοσέλιδο εφημερίδας. Το τραμ μας τελείωσε.

Στη λογοτεχνία

«Η πλατεία παρέμεινε το σύνορο της πόλης. Χώριζε το άστυ από τα δυτικά προόστια των προσφύγων, τους μικροαστούς από τη φτηνή εργατική δύναμη», λέει ο κ. Ευάγγελος Χεκίμογλου, διδάκτωρ της οικονομίας του χώρου στο Α.Π.Θ. Για πολλές δεκαετίες η περιοχή διατήρησε έντονο χρώμα εξαιτίας των συνηθειών και των τύπων που συναθροίζονταν στα στέκια της. Εικόνες της περιγράφουν δεκάδες ποιητές και λογοτέχνες.

Η Νίνα Κοκαλίδου-Ναχμία περιγράφει το καφενείο του Mαλίκ Μπέη που διανυκτέρευε και τη γειτονιά της Μπάρας, έξω από τα τείχη, με τους κακόφημους δρόμους. Αγαπημένο θέμα και του Ηλία Πετρόπουλου. Μέχρι το ’80, τα στέκια του έρωτα στην περιοχή διατηρήθηκαν ανέπαφα. Το μπαρ με τις βιτρίνες που κάθονταν γυναίκες, τα λαϊκά σινεμά που περιγράφει ο Ιωάννου, το ψωνιστήρι που αναφέρει ο Κοροβίνης στο Κανάλ Νταμούρ.

Ο Βαρδάρης είναι μια πλατεία σε διαρκή μετάλλαξη.

Η πολεοδομία

«Οι πολεοδόμοι μετά την πυρκαγιά, ονειρεύτηκαν μια αυστηρά γεωμετρική πλατεία. Μακρόστενη με ελλειψοειδείς απολήξεις. Το Βαρδάρι αφέθηκε στην τύχη. Ένα πολύβουο πέρασμα, τόπος φτιαγμένος από σκληρά υλικά, άσφαλτο, μπετόν, τζάμι και αδιαφορία. Η λέξη πλατεία υπονοεί τη στάση. Εδώ και χρόνια  τίποτα δεν ενισχύει τη στάση εκεί. Αδύνατο να πας βόλτα. Η μόνη χρονική στιγμή που προξενούσε ενδιαφέρον ήταν λίγο πριν το χάραμα, όταν φτάνοαν από τις συνοικίες οι εργάτες που κινούνται στις βιομηχανικές περιοχές.Τότε το Βαρδάρι γινόταν χώρος ανθρώπινος, αποκτούσε κλίμακα, καθώς έβλεπες φωτισμένα μόνο τα ισόγεια, ενώ οι άθλιοι όγκοι των πολυκατοικιών έμεναν κρυμμένοι στο σκοτάδι», λέει η κυρία Αλέκα Γερόλυμπου, αρχιτέκτων πολεοδόμος, αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Αρχιτεκτονική. Οι αλλαγές στην περιοχή μετέτρεψαν την πλατεία σε ένα παράξενο φουτουριστικό τοπίο με γιγαντιαία κτίρια, απίστευτα υψηλές τιμές αγοράς ανά τετραγωνικό, εξορίζοντας τους παραδοσιακούς θαμώνες της καθώς και κάθε ελπίδα διατήρησης της φυσιογνωμίας που κατά καιρούς είχε.

Αν όμως στη μόστρα της πλατείας οι αλλαγές είναι ταχύτατες, στα παραβαρδάρια σοκάκια μερικοί επιμένουν, ειδικά τις νύχτες, να αναζητούν το χαμένο της ερωτισμό. Συχνά μάταια καθώς τα λαϊκά ξενοδοχεία που φιλοξενούσαν τους επαρχιώτες ερήμωσαν, οι φαντάροι κάνουν πλέον αλλού τις βόλτες τους και τα στέκια του έρωτα λιγοστεύουν. Ο μυθικός Βαρδάρης αλλάζει. Η νέα του όψη μοιάζει περισσότερο με ένα φουτουριστικό κιτς εφιάλτη. Και λιγότερο με την καρδιά μιας πόλης. Πόσο μάλλον μετά την μετατροπή της σε εργοτάξιο του Μετρό.

Περί πλατείας Βαρδαρίου

Του Πέτρου Μαρτινίδη*

Διανοιγμένη στη θέση της δυτικής πύλης της πόλης, παρέμεινε είσοδος ανατολίτικων συνηθειών (σε αντιστάθμισμα, δυτικά πρότυπα σαν το πρώτο «βουλεβάρτο» έμπαιναν από την ανατολική πύλη). Σχεδιασμένη με συμμετρικά συγκλίνουσες σε αυτήν δρόμους, κατά τους τύπους μιας δυτικής πολεοδομίας, παρουσίαζε μια πολύχρωμη αναστάτωση ανατολίτικου παζαριού.

Ήταν η πιτσιρικαρία που κρεμόταν στους πίσω προφυλακτήρες των τραμ όταν αυτά, εν ορυμαγδώ και μεγαλοπρεπεία, κατέφθαναν στην πλατεία.

Ήταν οι τρεις κινηματογράφοι (το υψιπετές Πάνθεον, το ανάμετρο Ίλιον και το ευθαρσές Λαϊκόν) με ζωγραφισμένες αφίσες, δύσοσμο εσωτερικό και πρόγραμμα δύο ταινιών – περιπέτειας παράδεισο για κοπανατζήδες μαθητές.

Ήταν ορισμένοι δρόμοι με υπαινικτικά ονόματα (όπως οδός Σαπφούς, Αφροδίτης ή Δαναΐδων) και ανάλογους εξοπλισμούς – ασωτίας παράδεισο για αδειούχους φαντάρους.

Ήταν οι λούστροι με τα κασελάκια τους, μερικοί καφενέδες στη σκιά των λίγων δέντρων κι ένας πάγκος για την εμπορία μεταχειρισμένων βιβλίων.

Και ήταν, κυρίως, μια ημιστεγασμένη αγορά με μικρομάγαζα, μυρωδιές μπαχαρικών, μεγάλες πρασινωπές γυάλες με βδέλλες για ιαματικές αφαιμάξεις κι αδέσποτα σκυλιά μπροστά στα κρεοπωλεία, να μαθητεύουν στην τέχνη του χασάπη, παρατηρώντας με προσήλωση τον τεμαχισμό των κρεάτων.

Στη δεκαετία του ’80 η πλατεία ευπρεπίστηκε (το τραμ είχε ξηλώθει πρώτο, η αγορά ακολούθησε, τα αδέσποτα σκυλιά αραίωσαν τις διελεύσεις τους, οι αδέσποτο ι μαθητές τις δικές τους, η ασωτία έγινε τηλεοπτική). Τέλη του ’90, πλέον, έχει σημαδευτεί από μεταμοντέρνες υαλοκατασκευές -κτίρια γραφείων και καφετέριες, όλο βόρειοευρωπαϊκό ύφος, και ένα νότιο ήλιο να την πυρπολεί ανελέητος, τα καλοκαίρια.

Την τελευταία δεκαετία, χαμένος πίσω από τις λαμαρίνες του Μετρό, με ερημιά και αδιαφορία, δεν κατάφερε ποτέ να ξαναγίνει η καρδιά της πόλης. Από τα λαϊκά σινεμά απέμειναν μονάχα το Λαϊκόν που παίζει πορνό, τα μαγαζιά με τα στρατιωτικά ρούχα και τα σακ-βουαγιάζ παρακμάζουν, τα μανάβικα διανυκτερεύουν μεν, όμως δεν έχουν την παλιά τους αίγλη. Κανείς δεν σταματά πια στο Βαρδάρη, όλοι τον προσπερνούν βιαστικά. Ας ελπίσουμε, μετά από τρία χρόνια που το μετρό θα φτάσει ως εκεί η πλατεία να ζωντανέψει ξανά.

Το 1962, όταν γιορτάστηκαν τα πενήντα χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης στήθηκε στο κέντρο της Πλατείας η φωταγωγημένη αψίδα. (Αρχείο Λυκίδη, εκδ. Ιανός)

Λεπτομέρειες

Τα διαδοχικά ονόματα της πλατείας: Αξιού, Μεταξά, Σβώλου, Δημοκρατίας, Βαρδάρη. Η καταγωγή από το σλαβικό όνομα του Αξιού, Βαρντάρ. Βαρδάρης είναι και ο ομώνυμος άνεμος που σαρώνει κατά καιρούς την πόλη. Το 1668 υπήρχαν γύρω από την πλατεία 349 καταγώγια. Τα σπίτια της περιοχής, για να ξεχωρίζουν από τα πορνεία έβαζαν ταμπέλες στις πόρτες: Εδώ κατοικούν οικογένειες. Το άγαλμα που δεσπόζει είναι του βασιλιά Κωνσταντίνου και φιλοτεχνήθηκε από το γλύπτη Δημητριάδη το 1940, ενώ μεταφέρθηκε εδώ από την πλατεία της ΧΑΝΘ. Στην Πλατεία άλλαξε θέση δυο φορές.

*Πέτρος Μαρτινίδης, επίκουρος καθηγητής Αρχιτεκτονικής Α.Π.Θ. συγγραφέας άρθρων και βιβλίων για τις αρχιτεκτονικές θεωρίες, την παραλογοτεχνία και τα κόμικς.

Διαβάστε ακόμα: Ο Χάρτης της πόλης: Πλατεία Βαρδαρίου

Μπείτε και κάντε like εδώ για να ενημερώνεστε για όλα τα γραμμένα αποκλειστικά για το parallaximag.gr άρθρα.