Θεσσαλονίκη

Τα 18 δευτερόλεπτα μιας αιώνιας νύχτας στη Θεσσαλονίκη

Εμπειρίες κατοίκων που έζησαν το σεισμό του 1978, που έκανε τον ορισμό της ασφάλειας να μην υφίσταται

Parallaxi
τα-18-δευτερόλεπτα-μιας-αιώνιας-νύχτας-σ-1483751
Parallaxi

Λέξεις: Γιώργος Αθανασίου – Εικόνες: Κ. Σολδάτος,1978, Χ. Διαβάτης, 2013, Προσωπικό αρχείο

‘Έβλεπα ανθρώπους να τρέχουν δεξιά και αριστερά στον δρόμο και σκεφτόμουν πως ήρθε το τέλος’ αναρωτιόταν η Άννα βλέποντας στην οδό Θαλείας 3 έντρομους γείτονες να τρέχουν μακριά από τις πολυκατοικίες.

Ήταν μόνο μια από τις χιλιάδες εμπειρίες που έζησαν οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, 11 τη νύχτα στις 20 Ιουνίου το 1978, όταν συνέβη ο μεγάλος σεισμός που έκανε τον ορισμό της ασφάλειας να μην υφίσταται. Η κλίμακα ρίχτερ έφτασε τους 6,5 βαθμούς με εστιακό βάθος στα 16 χιλιόμετρα ξεκινώντας από ρήγμα ανάμεσα στις λίμνες Βόλβη και Κορώνεια. Είχε διάρκεια 18 δευτερολέπτων και επηρέασε σε ελαφρύτερο βαθμό την Βουλγαρία και την Γιουγκοσλαβία.

Όταν πέρασε ο κίνδυνος καταμετρήθηκαν 49 νεκροί, ενώ οι ομάδες αξιολόγησης αναγνώρισαν 3.170 κτίρια που υπέστησαν ζημιές τόσο σοβαρές, ώστε να μην είναι κατοικήσιμα. 

Ανάμεσα στις ιστορίες των μαρτύρων υπάρχουν αναφορές όχι μόνο για αυτά που έζησαν τα δευτερόλεπτα του σεισμού, για τον ήχο από τα τζάμια που έσπαγαν, τη μυρωδιά της σκόνης ή τις σειρήνες που αντηχούσαν όλη νύχτα, αλλά και για μικρές λεπτομέρειες που όμως ήταν ουσιαστικές για ψυχές που έχασαν την δεδομένη αίσθηση της ασφάλειας. Οι ιστορίες τους δείχνουν πώς καθημερινοί άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με το κάλεσμα της επιβίωσης, χωρίς να ξέρουν τι έχουν να αντιμετωπίσουν την επόμενη μέρα.

Για την Άννα ο στενός δρόμος του σπιτιού της δεν ήταν πια η ασφαλής ζώνη που ήξερε. Είδε τη μητέρα της να ψάχνει αμέσως για εφόδια πριν κατέβουν τις σκάλες από το ρετιρέ με προορισμό την έξοδο στο ισόγειο. Κατασκήνωσαν στο πάρκο Καφαντάρη όπου ήρθαν να τις βρουν ο πατέρας της και η Ντίνα, η αδελφή της.

Το σπίτι τους ήταν απ’ τα τυχερά, μια και οι εμπειρογνώμονες κόλλησαν πράσινη ταινία στους τοίχους. Τα μαρκαρισμένα κτίρια με βάση την νομοθεσία περί σεισμού κρίθηκαν ασφαλή με την πράσινη ταινία, ελαττωματικά με την κίτρινη και επικίνδυνα με την κόκκινη. Η Άννα μέχρι να γυρίσει δεν πίστευε πως θα βρει το σπίτι όρθιο. Η τελευταία εικόνα ήταν από τους ενοίκους που έβγαιναν σαν όχλος και γλιστρούσαν στο τελευταίο σκαλί.

Το διαμέρισμα στο ρετιρέ

Υπήρχαν μικρότεροι προσεισμοί σύμφωνα με την Αγγελική. Ο πρώτος συνέβη στις 8 Μαΐου και ακολούθησαν άλλοι δύο στις 24 του ίδιου μήνα και στις 19 Ιουνίου, σε πιο ήπιους τόνους πριν τη μεγάλη δόνηση. Πίστευε πως είχε συνηθίσει. Το βράδυ εκείνο διάβαζε για τις εισαγωγικές εξετάσεις και υπέθεσε πως ήταν ακόμα ένα μικροπεριστατικό που θα κρατούσε λίγο. Τότε είδε στον μπουφέ το ψηλό λεπτό βάζο από την Ελβετία, έτοιμο να πέσει.

Σε δευτερόλεπτα πετάχτηκε να το πιάσει, το άφησε στην πολυθρόνα και έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο να βρει τη γιαγιά της και να βγούνε από το περβάζι της πόρτας. Καθώς μαζεύονταν οι κάτοικοι στην πλατεία, παρακολουθούσαν με πλήρη προσοχή τι έλεγε το ραδιόφωνο. Η Αγγελική θυμόταν πως άκουσε την επόμενη μέρα ότι έπεσε η πολυκατοικία που στέγαζε το ζαχαροπλαστείο ‘Ο Νίκος’, όπου σήμερα λειτουργεί η Δημοτική Βιβλιοθήκη.

Οι γονείς της έλειπαν σε μια ταβέρνα, ήρθαν πνιγμένοι στο άγχος και προς έκπληξή τους βρήκαν γιαγιά και εγγονή ήρεμες, χωρίς να έχουν υποστεί κανένα τραυματισμό.

Πριν τη βιβλιοθήκη ήταν χτισμένο το ιστορικό ζαχαροπλαστείο, χρειάστηκαν σχεδόν δύο εβδομάδες για να ανοίξει ξανά ο δρόμος στην Εθνικής Αμύνης

Από την άλλη η Παρασκευή μαζί με τον τότε αρραβωνιαστικό της διέσχιζαν την Παπακυριαζή με θέα την παραλία δίπλα στο 1ο Γυμνάσιο, την ώρα που ακούστηκε η αρχική δόνηση.

Ύστερα από λίγα λεπτά είδε ανθρώπους να βγαίνουν σαν τρελοί από τις πολυκατοικίες στην απέναντι μεριά και η πρώτη της σκέψη ήταν να γυρίσει στο πατρικό της, για να δει εάν η μητέρα της ήταν καλά. Μέσα σε 7 λεπτά μετά το τέλος του πρώτου σεισμού έφτασαν στον Πέμπτο όροφο της οικοδομής.

Την βρήκαν σκεπασμένη στο κρεβάτι με το δωμάτιό της μέσα στην ακαταστασία και τη βοήθησαν να βγει με τις πατερίτσες, μια και είχε σπασμένο γοφό. Βρήκαν καταφύγιο στο Φιλίππιον της Τριανδρίας. Ήταν από τις τυχερές οικογένειες, καθώς αργότερα τους παραχωρήθηκε μεγάλη σκηνή την οποία μοιράστηκαν με άλλες τρεις οικογένειες. Από τη διαμονή τους έχει να θυμάται την υγρασία κάθε βράδυ, όταν ξέμενε ανοιχτή κάποια κουρτίνα στην είσοδο της σκηνής.

Όσοι δεν μπήκαν στις σκηνές έμειναν στα πάρκα

Ο Θοδωρής σχολούσε από τη βάρδια του. Εκείνη την ώρα ανέβαινε την Ιασωνίδου με προορισμό την Ευζώνων στο ύψος του θεάτρου Φαργκάνι. Άκουσε έναν εκκωφαντικό θόρυβο και είδε τον ιερό ναό Αγίου Παντελεήμωνος να γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια του, γεγονός που τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω στην Εγνατία μια και υπήρχε ανοιχτωσιά σε σχέση με τον άλλο δρόμο.

Μέσα σε δύο ώρες μαζί με έναν φίλο του κατευθύνθηκαν στο 3ο Σώμα στρατού όπου τις επόμενες μέρες έμειναν μαζί με άλλους σε μια σκηνή. Πολλές εφημερίδες μιλούσαν για ανεπαρκή μέτρα ασφαλείας εκ μέρους της κυβέρνησης, μια και οι σκηνές δεν ήταν αρκετές για να χωρέσουν όλο τον κόσμο και παρείχαν σε όσους περίσσευαν από έναν υπνόσακο, τον όποιο χρησιμοποιούσαν σε εξωτερικούς χώρους.

Αν είχε να θυμάται κάτι από εκεί, είναι τα τραγούδια που έλεγαν γύρω από το υπαίθριο ψήσιμο κρεάτων με προτεραιότητα να καθησυχάσουν τους ηλικιωμένους. Μέσα σε δύο μήνες είδε πώς μπορεί ο άνθρωπος να γίνει έρμαιο της φύσης.

Επτά μηνών έγκυος ήταν η Αντιόπη όταν έγινε το περιστατικό. Έμενε σε μια 6ωροφη πολυκατοικία στην Τούμπα, που αργότερα τους εξήγησαν πως ήταν χτισμένη πάνω σε πέτρα, κάτι που έκανε την κατασκευή να αντέχει και ισχυρότερους σεισμούς σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες.

Ο άντρας της, ο Κώστας, ανέβαινε τη σκάλα, καθώς τον έστειλε να της φέρει φαγητό από μια κοντινή ταβέρνα. Η Αντιόπη πήγε να ρίξει νερό στο πρόσωπο της και εκείνη τη στιγμή είδε σε όλο το μπάνιο να πέφτουν αντικείμενα. Δεν σκέφτηκε ούτε την κούραση ούτε τις επιπλοκές που θα μπορούσε να έχει λόγω της εγκυμοσύνης της όσο έτρεχε προς την πόρτα. Για καλή της τύχη βρήκε τον σύζυγο της στην είσοδο και με μια λαμαρίνα που υπήρχε δίπλα στη παπουτσοθήκη, σκέπασαν τα κεφάλια τους όσο κατέβαιναν τις σκάλες.

Σε μια σκηνή από καραβόπανο με ένα υπόστρωμα βρήκαν να μείνουν κοντά στον Άγιο Δημήτριο. Γέννησε τον Αύγουστο με ασφάλεια και επέστρεψαν στο σπίτι τους με τη δική τους ευθύνη. Περίμενε πάντα τι θα πει ο κύριος Παπαζάχος στο επόμενο ενημερωτικό δελτίο. Το μεγαλύτερο πλήγμα ήταν στην οδό Ιπποδρομίου, στο κέντρο όπου βρισκόταν και η οικοδομή με τα περισσότερα θύματα.

Η Αγγελική, ο Θοδωρής και η Αντιόπη ζούσαν σε διαφορετικές περιοχές της πόλης, αλλά όλοι είπαν ότι ο σεισμός έγινε γύρω στις 11 το βράδυ, ημέρα Τρίτη 20 Ιουνίου και ανέφεραν ότι το ρολόι που βρίσκεται στη Στοά Μαλακοπή στην Πλατεία Χρηματιστηρίου σταμάτησε να λειτουργεί μέχρι και σήμερα από τη λήξη του σεισμού. Έχουν να θυμούνται πως μέσα σε ένα καλοκαίρι έπρεπε να ξεχάσουν τις γειτονιές που ήξεραν, αλλά και πως ο φόβος για την επόμενη δόνηση τους έφερε κοντά με τόσους ανθρώπους που δεν πίστευαν ότι μπορούσαν να γνωρίσουν.

Η Κυβέρνηση έδωσε στην Υ.Α.Σ.Β.Ε. περίπου 27 εκατομμύρια δραχμές στη νομαρχία Θεσσαλονίκης για να αποκατασταθούν οι σοβαρές ζημιές αλλά πολλοί κόποι μιας ζωής πήραν χρόνια για να αποκατασταθούν.

Τίποτα δεν προετοίμασε τον κόσμο για την απότομη έκθεση στον κίνδυνο, ειδικά όταν ακούει κάποιος πόσοι πέθαναν εκείνες τις μέρες. Να κόβεται η ανάσα σου στη σκέψη ότι πρέπει να μπεις στο σπίτι σου για να πλυθείς, μέχρι να μάθεις εάν στην πόρτα σου θα κολλήσουν πράσινη ή κόκκινη ταινία.

Αναρωτιέμαι πώς γίνεται παρόλη την καταστροφή οι άνθρωποι να έχουν να θυμούνται τα κρύα σάντουιτς και τα τραγούδια με κιθάρα τις νύχτες. Λες και η ιδέα για το τέλος του κόσμου μας σπρώχνει στην ανάγκη να νιώσουμε άνθρωποι.

*Ο Γιώργος Αθανασίου είναι φοιτητής δημοσιογραφίας στο ΑΠΘ.

*Με πληροφορίες από: Μηχανή του Χρόνου, Η Καθημερινή, ResearchGate, Farosthermaikou

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα