Θεσσαλονίκη

Θεσσαλονίκη: Γιατί κλείνει η Κεντρική Βιβλιοθήκη του ΑΠΘ για τουλάχιστον ενάμιση χρόνο

Οι εκατοντάδες φοιτητές που επισκέπτονται το Αναγνωστήριο καθημερινά πρέπει να μετακομίσουν αλλού για αρκετούς μήνες

Μαρίνα Τομπάζη
θεσσαλονίκη-γιατί-κλείνει-η-κεντρική-1176474
Μαρίνα Τομπάζη
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του ΑΠΘ, την καρδιά της πανεπιστημιακής κοινότητας ολόκληρης της πόλης, ο «πυρετός» της εξεταστικής για το εαρινό εξάμηνο, επιδεινώνεται από τις υψηλές θερμοκρασίες, δυσχεραίνοντας το διάβασμα των φοιτητών.

Την ίδια ώρα που οι «θαμώνες» του Αναγνωστηρίου περιγράφουν τις αποπνικτικές συνθήκες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι λόγω του ανεπαρκούς κλιματισμού, οι αρμόδιοι φορείς αποκαλύπτουν πως πρόκειται για το τελευταίο καλοκαίρι που ο καύσωνας θα ταλαιπωρήσει όσους μελετούν στο πιο πολυσύχναστο κτίριο του Πανεπιστημίου, καθώς δρομολογείται η ενεργειακή αναβάθμιση των εγκαταστάσεων.

Αναμένεται το κλείσιμο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης για περισσότερο από ένα χρόνο

Μιλώντας στην Parallaxi, ο Αντιπρύτανης Διεθνών Σχέσεων, Εξωστρέφειας, Δια Βίου Μάθησης και Φοιτητικής Μέριμνας Καθηγητής, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, διευκρινίζει πως το Πανεπιστήμιο είναι ενήμερο για το ζήτημα της ελλιπούς ψύξης του χώρου, ωστόσο «ο λόγος που έχουμε προχωρήσει σε κάποιες πρόχειρες λύσεις, βάζοντας κάποια κλιματιστικά, είναι επειδή σε περίπου δύο με τρεις μήνες, η Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη αναμένεται να κλείσει, ώστε να πραγματοποιηθεί πλήρης ενεργειακή αναβάθμιση. Θα αλλάξει τελείως η Βιβλιοθήκη και το Αναγνωστήριο».

Ο αντιπρύτανης του ΑΠΘ εκτιμά μάλιστα, πως η Βιβλιοθήκη θα αναστείλει τη λειτουργία της για περίπου 1,5 χρόνο, προτού ξεκινήσει το νέο ακαδημαϊκό έτος. «Οι φοιτητές θα εξυπηρετούνται σε άλλες βιβλιοθήκες, καθώς η Κεντρική, λόγω της πλήρης ανακαίνισης, θα παύσει να είναι ανοιχτή κατά το διάστημα των εργασιών», σημειώνει ο ίδιος.

Συγκεκριμένα, το έργο, συνολικής χρηματοδότησης 6.250.000 ευρώ, που έχει εξασφαλιστεί από το Πρόγραμμα «Κεντρική Μακεδονία 2021-2027», αφορά τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του παλαιού κτιρίου της Βιβλιοθήκης, το οποίο καλύπτει έκταση 4.771,21 τ.μ. και περιλαμβάνει το φοιτητικό αναγνωστήριο 1.300 θέσεων, καθώς και τις διοικητικές υπηρεσίες της.

Οι παρεμβάσεις θα περιλαμβάνουν, σύμφωνα με το ΑΠΘ, την αντικατάσταση εξωτερικών κουφωμάτων και κουφωμάτων αιθρίου, μονώσεις δομικών στοιχείων, την αντικατάσταση φωτιστικών σωμάτων, του συστήματος ψύξης, θέρμανσης, κλιματισμού και αερισμού, την εγκατάσταση φωτοβολταϊκού συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και την εγκατάσταση διατάξεων αυτόματου ελέγχου και εξ αποστάσεως παρακολούθησης.

Το τελευταίο καλοκαίρι με συνθήκες «σάουνας» στη Βιβλιοθήκη

Υπενθυμίζεται πως τον Ιούνιο του 2025, ύστερα από διαμαρτυρίες φοιτητών, οι πρυτανικές αρχές του Ιδρύματος ανακοίνωσαν την αποκατάσταση του τεχνικού προβλήματος στην Κεντρική Βιβλιοθήκη, με την εγκατάσταση νέων κλιματιστικών, που όπως ενημέρωναν, διασφαλίσαν «την κατάλληλη θερμοκρασία και την άνετη παραμονή φοιτητών/τριών και επισκεπτών στους χώρους της».

«Είναι το τελευταίο καλοκαίρι που λειτουργεί έτσι η Βιβλιοθήκη», υποστηρίζει από πλευράς της η Αγγελική Σαλονικίδου, προϊστάμενη της Διεύθυνσης Συντήρησης και Λειτουργίας Εγκαταστάσεων, στην οποία υπάγεται η μέριμνα και για το σύστημα κλιματισμού. Η κα. Σαλονικίδου συνιστά επίσης, στους φοιτητές να μην ανοίγουν τα παράθυρα, ώστε να μην χάνεται ο εναπομείνας δροσερός αέρας από το χώρο.

«Έχουν εγκατασταθεί τα συγκεκριμένα κλιματιστικά, προκειμένου να μην είναι ανυπόφορη η κατάσταση, για όσο μείνει η Βιβλιοθήκη ανοιχτή. Δεν υπήρχε λόγος να προχωρήσουμε σε κάτι μόνιμο, που πρόκειται, μέσα σε λίγο διάστημα, να καταργηθεί».

Η ίδια τέλος, επιβεβαιώνει τη διακοπή λειτουργίας της Κεντρικής Βιβλιοθήκης, τονίζοντας πως «θα κλείσει σύντομα, για δύο με τρία χρόνια. Θα γίνει ενεργειακή αναβάθμιση του κτιρίου, ένα πολύ μεγάλο έργο. Αυτή τη στιγμή, βρίσκεται σε φάση δημοπράτησης. Έχουν ανοιχτεί οι προσφορές, θα προχωρήσει και κάποια στιγμή θα υπογραφεί η σύμβαση».

Μένει να φανεί στην πράξη, αν το κλείσιμο θα διαρκέσει για ενάμιση χρόνο ή περισσότερο, αλλά το μόνο βέβαιο είναι πως οι φοιτητές που επισκέπτονται καθημερινά την Κεντρική Βιβλιοθήκη για διάβασμα, θα πρέπει να «μετακομίσουν» αλλού για αρκετούς μήνες.

Η ιστορία του κτιρίου

Η ιστορία του κτιρίου της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ είναι σχετικά πρόσφατη, καθώς πρόκειται για ένα από τα νεότερα οικοδομήματα του Αριστοτελείου.

Η Βιβλιοθήκη του ΑΠΘ στεγάστηκε για 47 χρόνια στο ισόγειο του παλαιού κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής.

Από το 1974 στεγάζεται σε δικό της τετραώροφο κτίριο, των αρχιτεκτόνων Κ. Παπαιωάννου και Κ. Φινές στο κέντρο της πανεπιστημιούπολης. Στους δυο υπόγειους ορόφους φιλοξενούνται οι σπάνιες και κλειστές συλλογές. Στο ισόγειο στεγάζονται οι διοικητικές υπηρεσίες και το αμφιθέατρο της Βιβλιοθήκης ενώ στον πρώτο όροφο βρίσκεται το 1300 θέσεων Φοιτητικό Αναγνωστήριο.

Το 2000 εγκαινιάστηκε το νέο κτίριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης, το οποίο οριοθετείται βορειοανατολικά και σε συνέχεια με το υπάρχον κτίριο της Βιβλιοθήκης.

Σχεδιάστηκε από τον καθηγητή αρχιτεκτονικού και αστικού σχεδιασμού του Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, κ. Αναστάσιο Κωτσιόπουλο και τις αρχιτεκτόνισσες Μόρφω Παπανικολάου και Ρένα Σακελλαρίδου (με συνεργάτιδα την κ. Αλεξ. Οικονομίδου) και έχει τιμηθεί στο σχετικό διαγωνισμό του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής με το πρώτο βραβείο “Αρχιτεκτονική 2000” ως το καλύτερο δημόσιο κτίριο της πενταετίας 1995-1999.

Οργανώνεται σε τρία επίπεδα, γύρω από ένα κυλινδρικό αίθριο και αποτελείται από κλειστό βιβλιοστάσιο, διπλού ύψους χώρο αναγνωστηρίου και ανοικτό βιβλιοστάσιο σε πατάρι.

Παλαιότερο αφιέρωμα του Μάριου Δαδούδη στην Parallaxi:

 
Η επέκταση του κτιρίου της βιβλιοθήκης γίνεται υπόγεια, στο πρανές της βορειοανατολικής πλευράς  του κτιρίου των Παπαϊωάννου-Φινέ, με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρείται η φυτεμένη επιφάνεια του πρανούς, εμπλουτιζόμενη με νέες διαδρομές, γλυπτικά στοιχεία που λειτουργούν ως skylights για το νέο κτίριο και με ένα κυκλικό αίθριο, που σηματοδοτεί και την κύρια διαδρομή εισόδου σε αυτό.

 

Παρατίθενται αποσπάσματα από την παρουσίαση του κτιρίου από τον Peter Davey Διευθυντή του περιοδικού Architectural Review (τεύχος 1263, 5-2002, σελίδες 80-83):

«…Το τοπίο περιστρέφεται γύρω από τη βορειοανατολική πλευρά του παλαιού κτιρίου και πάνω από την οροφή του νέου. Παλαιό και νέο διαχωρίζονται από ένα είδος ορύγματος στο οποίο η βαριά όψη του κτιρίου των Παπαϊωάννου και Φινέ αντιπαρατίθεται με ένα σχεδόν κατά  Aalto (Aaltoesque) τοίχο από τούβλα, με αδρή όψη, που θυμίζει τη γη από την οποία έχει ανασκαφεί.

Το όρυγμα αυτό συνιστά στην πραγματικότητα μια ενίσχυση του βασικού πεζοδρόμου του campus, ενός δρόμου που συνδέει το πανεπιστήμιο με την πόλη. Ένα «μονοπάτι» διασπά τον τούβλινο τοίχο σχεδόν κάθετα στον άξονά του. Ένα τριγωνικό γυάλινο «ιστίο» σε οδηγεί σε ένα κυλινδρικό τύμπανο, με τοιχώματα από αδρό μπετόν, ανοικτό προς τον ουρανό.

Μια περιστροφική σκάλα σε κατεβάζει στη βάση του τυμπάνου που σε οδηγεί στην είσοδο του νέου κτιρίου.

Όπως στην «Αλίκη στη Χώρα των  Θαυμάτων», προχωρείς βήμα-βήμα από ένα τούνελ στην υποδοχή και στον εσωτερικό χώρο. Σταδιακά, γίνεται σαφές ότι, σε κάθε μια από τις δύο πλευρές της «συμπιεσμένης» εισόδου, βρίσκεται ένας μεγαλειώδης (majestic) χώρος επενδεδυμένος με ξύλο. Είναι ένας διπλού ύψους χώρος αναγνωστηρίου, το κέντρο και ο λόγος ύπαρξης του συνολικού κτιρίου. Είναι ταυτόχρονα  φιλικός και μεγάλος, με το μπετόν του τυμπάνου και τις αντηρίδες του να έρχονται σε αντίθεση με το θερμό ξύλο της επένδυσης, ωσάν μια πολύ μεγάλη σε έκταση και λεπτομερής μελέτη να είχε γίνει γύρω από ένα πολύ καλά διατηρημένο υπόλειμμα  ενός  μυστηριώδους ερειπίου της εποχής του Αδριανού.

Το φως διεισδύει από διάφορες πηγές, με μεγαλύτερη εκείνη του τριγωνικού ιστίου που σε υποδέχεται στην είσοδο. Τεχνητός φωτισμός ενισχύει πάντοτε το φυσικό φως. Οι ξύλινοι τοίχοι του μεγάλου αναγνωστηρίου διακόπτονται ώστε να δημιουργήσουν μικρούς ιδιωτικούς χώρους μελέτης οριοθετημένους από τα ράφια του ανοικτού βιβλιοστασίου (…..) Ο μεγάλος χώρος είναι ένα εμπνευσμένο εύρημα, ήπιος και κατάλληλος για μελέτη. Και σύνθετες ιδέες έχουν διαπεράσει κάθε μέρος του κτιρίου…..».

Διακρίσεις

Επελέγη από το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής ως ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα 130 ελληνικά κτίρια του 20ου αιώνα και συμπεριελήφθη στη σχετική έκθεση του DAM στη Φραγκφούρτη (1999) και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, (Κατάλογος ΕΙΑ-DAM “20th Century Architecture: Greece”, 1999) όπως και στην έκθεση On: the Modern and the Contemporary  in European and Japanese Culture, στο Τόκιο, 2006

Στο κτίριο απενεμήθη από το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, μετά από εισήγηση διεθνούς επιτροπής, το πρώτο βραβείο «Αρχιτεκτονική 2000» ως το καλύτερο δημόσιο κτίριο στην Ελλάδα για την περίοδο 1995-2000.

Στοιχεία έργου Α. Κωτσιόπουλος, Μ. Παπανικολάου, Ρ. Σακελλαρίδου Συνεργάτης: Α. Οικονομίδου, Πολ. μηχ/κοί: Π. Παναγιωτόπουλος, Χρ. Μπίσμπος – Χ. Μυλωνάς, Π. Αντωνιάδου Η/Μ μηχανικός: Σ. Κολοκοντές, Συνολική επιφάνεια κτιρίου: 4.500 τμ Μελέτη: 1991-1995 Ολοκλήρωση κατασκευής: 1999.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα