Θέατρο επίκαιρο, αλλά εφήμερο
Ο Σάββας Πατσαλίδης γράφει για την κοινωνία της επιτάχυνσης και το πώς αυτή αλλοτριώνει την ουσία του θέατρο.
Οι περισσότερες παραστάσεις που βλέπουμε σήμερα μας μιλούν με έναν τόνο βεβαιότητας: «Μας αφοράς. Το έργο μας, σε αφορά». Και καλά κάνουν. Άλλωστε αυτός είναι – ή θα έπρεπε να είναι – ο ρόλος του θεάτρου: να διαλέγεται με τους πολίτες και με την πόλη, με τα προβλήματα, τις χαρές, τις λύπες, τις νίκες και τις ήττες τους. Είτε αυτό το κάνει με όρους κωμικούς είτε τραγικούς, δραματικούς ή σατιρικούς, δεν έχει σημασία.
Κι όμως, εδώ γεννιέται μια επίμονη απορία: γιατί, παρ’ όλες αυτές τις διαβεβαιώσεις βγαίνοντας από το θέατρο, τις περισσότερες φορές η παράσταση έχει ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει; Πώς γίνεται κάτι που «μας αφορά» – όπως μας λένε και όπως το διαφημίζουν– να μην αφήνει σχεδόν κανένα ίχνος στη μνήμη; Πώς μας αφορά, όταν δεν επιμένει μέσα μας κάποια σκηνή, μία σκέψη, έστω ένα βασανιστικό ερώτημα που να ζητά χρόνο για να καταλαγιάσει;
Μήπως τελείωσαν τα ταλέντα που κάνουν το θέατρο να «μας αφορά»; Η απάντησή μου είναι, «Όχι». Υπάρχει ταλέντο στο ελληνικό θέατρο, και μάλιστα άφθονο και εντυπωσιακά παραγωγικό, αν κρίνουμε από τη γενική εικόνα που παρουσιάζει η θεατρική ζωή του τόπου. Οι σύγχρονοι συγγραφείς και σκηνοθέτες γράφουν και ανεβάζουν περισσότερα έργα από ποτέ.
Αυτό είναι λογικό και αναμενόμενο. Η τεχνολογία, η αυξημένη ζήτηση, οι οικονομικές ανάγκες, οι ταχύτεροι ρυθμοί παραγωγής, η πληθώρα χώρων και πλατφορμών (σκηνές, φεστιβάλ, αναλόγια, streaming, τηλεόραση-σίριαλ κ.λπ.) έχουν εκτοξεύσει την ποσότητα.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη δημιουργών. Είναι ο χρόνος. Ή, ακριβέστερα, η εξαφάνισή του.
Όσο επιταχύνεται ο χρόνος, ελέω τεχνολογίας, τόσο λιγοστεύει η διαθεσιμότητά του για ανθεκτικές και ουσιαστικές δημιουργίες. Ο χρόνος δεν είναι πια σύμμαχος· είναι αντίπαλος. Όσο πιο γρήγορα καλπάζει, τόσο πιο γρήγορα εξαντλείται. Και μαζί του εξαντλείται και η δυνατότητα της τέχνης να ωριμάσει, να αντισταθεί, ακόμη και να διαφωνήσει με τον ίδιο της τον εαυτό.
Όπως έχει επισημάνει ο κοινωνιολόγος Hartmut Rosa, η επιτάχυνση δεν σημαίνει απλώς ότι «κάνουμε περισσότερα», αλλά ότι χάνουμε τη σχέση μας με ό,τι κάνουμε. Ο κόσμος γίνεται πιο λειτουργικός, αλλά λιγότερο βιώσιμος.
Ως έχει η κατάσταση, κανείς στον θεατρικό χώρο δεν έχει την «πολυτέλεια» να μην παράγει. Αλλά κανείς, κι αυτό είναι το ανησυχητικό, δεν έχει και την πολυτέλεια να στοχαστεί, να βραδυπορήσει, να αποτύχει δημιουργικά. Όλοι, εκόντες άκοντες, στη λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας. Εκεί όπου η ταχύτητα συγχέεται με τη ζωντάνια και η διαρκής παραγωγή με την καλλιτεχνική αναγκαιότητα.
Ζούμε στην εποχή της διαρκούς και πιεστικής επιτάχυνσης, όπου το θέατρο πιέζεται να είναι άμεσο, επίκαιρο, «συμβατό με τα trends». Πιέζεται να προλάβει μια επικαιρότητα η οποία, ως χαμαιλέοντας, αλλάζει χρώματα πριν προλάβει να γίνει αντιληπτή, κατανοητή, πριν προλάβει να γίνει αληθινή.
Ο Paul Virilio είχε προειδοποιήσει ότι η ταχύτητα δεν είναι ουδέτερη: παράγει τη δική της τυφλότητα. Ό,τι δεν προλαβαίνει να επιβραδύνει, δεν μπορεί ούτε να ιδωθεί καθαρά ούτε να κατανοηθεί σε βάθος.
Ζούμε μέσα σε μια πραγματικότητα που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης φυγής. Άπιαστη. Και ένα θέατρο που τρέχει να την προλάβει, ασθμαίνοντας, συχνά καταλήγει να την αναπαράγει επιφανειακά αντί να τη διαπερνά, να την ανατέμνει, να την ανακαλύπτει και να την αποκαλύπτει. Αντί να λειτουργεί ως χώρος στοχασμού, λειτουργεί ως χώρος ταχείας αντανάκλασης.
Το αποτέλεσμα είναι γνώριμο, και όχι μόνο στο ελληνικό θέατρο. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο. Εξαιρέσεις ασφαλώς υπάρχουν. Όμως ο κανόνας μετράει. Και τι δείχνει; Μονοδιάστατες, επιφανειακές δραματουργίες, απλουστευτικές σκέψεις, εύκολοι και ευπώλητοι αφορισμοί, αναλώσιμοι προβληματισμοί, ασφαλείς φόρμες, προβλέψιμα πολιτικά κλισέ που κιτρινίζουν πριν καν παλιώσουν.
Θέατρο σχεδιασμένο περισσότερο για το στιγμιαίο εντύπωμα παρά για τη μνήμη. Για το «τώρα» – στο ταμείο – και όχι για το «μετά», στον νου και στο σώμα του θεατή.
Κάποτε, το θέατρο δεν μετριόταν μόνο με όρους επικαιρότητας, αλλά με όρους διάρκειας. Με το αν κάτι επέστρεφε, απρόσκλητο, ημέρες ή και χρόνια αργότερα, ως ανάμνηση, ως ενόχληση, ως σκέψη που δεν έβρισκε εύκολα απάντηση. Όπως είχε επισημάνει ο Walter Benjamin, η εμπειρία διαφέρει από την πληροφορία ακριβώς επειδή εγγράφεται στη μνήμη και απαιτεί χρόνο για να αφομοιωθεί. Σήμερα, αντίθετα, η μνήμη μοιάζει να θεωρείται πολυτέλεια. Όμως, χωρίς μνήμη δεν υπάρχει ούτε εμπειρία ούτε ουσιαστική σχέση με τον θεατή. Υπάρχει μόνο κατανάλωση.
Και εδώ η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους δημιουργούς
Η ψηφιακή συνθήκη μέσα στην οποία ζούμε έχει εκπαιδεύσει και τον θεατή σε μια νέα σχέση με τον χρόνο και με την εμπειρία. Μια σχέση γρήγορη, αποσπασματική, βασισμένη στην εναλλαγή και όχι στη διάρκεια. Ο θεατής, όπως και ο χρήστης των ψηφιακών πλατφορμών, μαθαίνει να καταναλώνει εικόνες, ιδέες και συναισθήματα χωρίς να τα κρατά. Να περνά από το ένα στο επόμενο.
Όταν αυτή η λογική εισβάλλει και στο θέατρο, τότε η παράσταση δεν βιώνεται ως εμπειρία που απαιτεί συμμετοχή και χρόνο, αλλά ως προϊόν που αξιολογείται, σχολιάζεται και εγκαταλείπεται σχεδόν αμέσως. Η λήθη, έτσι, δεν είναι ατύχημα· είναι ο κανόνας.
Το να μιλήσεις σήμερα σοβαρά, με βάθος και ειλικρίνεια για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα είναι ένα τεράστιο εγχείρημα. Όχι μόνο επειδή ο κόσμος είναι πολύ βιαστικός για να καθίσει να σε δει ή να σε ακούσει, αλλά κυρίως επειδή είναι πολύ πιο σύνθετος από τον κόσμο πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια. Είναι ένας κόσμος που έχει ξεπεράσει ή έχει κουραστεί από τις μεγάλες ιδεολογίες και υποσχέσεις του 19ου και του 20ού αιώνα.
Η σχέση πολίτη και πολιτικής, πολίτη και πόλης, πολίτη και εξουσίας δεν χωρά πια σε εύκολα συνθήματα και καλούπια, ούτε σε βιαστικές συγκινήσεις. Και, φυσικά, δεν λύνεται με ταχύτητα.
Ο κόσμος σήμερα, για να γίνει καλό και ανθεκτικό θέατρο, απαιτεί άλλες διεργασίες και τολμηρά ανοίγματα. Και για να το πετύχει αυτό, οφείλει να διεκδικήσει τον αργό χρόνο της σκέψης. Να τολμήσει το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο κάτω από την ορατή, μονίμως βιαστική επιφάνεια.
Γιατί το θέατρο που δεν χτίζει άμυνες απέναντι στην ταχύτητα της ψηφιακής πραγματικότητας δεν μπορεί ούτε να τη διαπεράσει ούτε να την αποκαλύψει. Κινδυνεύει, αντίθετα, να γίνει κάτι άλλο: μια ακόμη μηχανή παραγωγής προκατασκευασμένων «ειδήσεων», που καταναλώνονται γρήγορα και ξεχνιούνται ακόμη γρηγορότερα.
Το θέατρο, αν θέλει να παραμείνει ζωντανό και ουσιαστικό, οφείλει πρώτα απ’ όλα να κερδίσει πίσω τον χρόνο. Όχι να τον κυνηγά. Να τον αναγκάσει να σταθεί.
Γιατί έχουμε ήδη χάσει την «πραγματικότητα». Και αλλοίμονο αν τη χάσει από το ραντάρ του και το θέατρο.



