Μουσική

30 χρόνια, μια ολόκληρη ζωή: Ο Δημήτρης Μυστακίδης που έγινε ο «Μήτσος» μας

Ένα μεγάλο αφιέρωμα της Parallaxi στον δάσκαλο, τον σολίστα και τον οδοιπόρο που άλλαξε τον χάρτη της λαϊκής κιθάρας και επιστρέφει στη Σαλονίκη για μια συναυλία-σταθμό

Ανδρέας Νεοκλέους
30-χρόνια-μια-ολόκληρη-ζωή-ο-δημήτρης-μυ-1481983
Ανδρέας Νεοκλέους
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

30 χρόνια, μια ολόκληρη ζωή. Μία ζωή που από μυριάδες μικρές στιγμές, απλώνεται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο από σβησμένα κεριά – με τη φλόγα του κάποτε να καίει στην κορυφή τους όπως άλλωστε τους αρμόζει – τη στιγμή που συμβαίνουν, τώρα στέκουν αναρίθμητα σε αυτό το δωμάτιο απ’ τα παλιά.

Κι αν ακόμα κάτι εξακολουθεί να τα κρατάει ζεστά, είναι η ματιά εκείνου που άναψε το φυτίλι πριν από χρόνια.

«Το εδώ και το εκεί» λοιπόν, αν και με τρόπο αντεστραμμένο από τη λογική που ο Δημήτρης Μυστακίδης σημειώνει για το ομώνυμο άλμπουμ του 2019.

Γιατί αν για εκείνον το «εδώ κι εκεί είναι η ζωογόνος κίνηση προς το άγνωστο και το καινούργιο», για εμάς, σε αυτό το αφιέρωμα, είναι η αντίστροφη διαδρομή: η κίνηση από το ώριμο «εδώ» του σήμερα, πίσω στο «εκεί» των πρώτων μελωδιών, μα και συγχορδιών. Εκεί όπου ξεκίνησαν όλα.

Όπως γράφει και ο ίδιος: «Εδώ κι εκεί. Δύο σημεία στον χώρο και τον χρόνο… Ό,τι κουβαλάμε κι όπου θέλουμε να φτάσουμε».

Φέτος, συμπληρώνει αισίως τα 30 – δικά του – χρόνια μουσικής διαδρομής και επιστρέφει στη Σαλονίκη για μια συναυλία-σταθμό την Δευτέρα 15 Ιουνίου στη Μονή Λαζαριστών. Αντί όμως να μιλήσουμε εμείς για εκείνον, είναι προτιμότερο τουλάχιστον για την αρχή, να ακουστεί η δική του φωνή. Να μας εξιστορήσει τη δική του ιστορία μέσα από τους πρώτους στίχους του τραγουδιού «Θεσσαλονίκη» που έγραψε το 2022:

«Γεννήθηκα στον Εύοσμο τον Μάρτη του ’70 στη Σαλονίκη δυτικά το πρώτο φως μου είδα. Στην φάμπρικα ο γέρος μου και η μάνα μου στο σπίτι και η μόνη αγωνία τους να μην με πουν αλήτη»

Γράφει ο Γιώργος Τούλας σε άρθρο του στην Parallaxi:

«Είναι άλλο πράγμα ένα δημοσιογραφικό κείμενο να περιγράφει τη σκοτεινή στιγμή της Ιστορίας μιας πόλης και άλλο πράγμα όλο αυτό το κατάμαυρο σύννεφο που απλώθηκε πάνω από την πόλη να γίνεται ένα γενναίο τραγούδι. Με όλα τα ρίσκα ενός τραγουδιού που μπορεί να προκαλέσει έντονα συναισθήματα και πολλούς εχθρούς.

Ο Δημήτρης Μυστακίδης κυκλοφόρησε ένα τραγούδι γροθιά για τη Θεσσαλονίκη που λέει στα μούτρα μας πράγματα που προκαλούν ανατριχίλα. Αλήθειες είναι, πικρές, δύσκολες στη διαχείριση αλλά αλήθειες. Πριν συνεχίσουμε πατήστε το play και ακούστε το».

Τελευταία φορά που τον είδαμε στη Θεσσαλονίκη ήταν στην αγαπημένη του «Μικρή Σκηνή» στις 25 Απριλίου του 2026. Εκεί παρουσίασε την παράσταση “Amerika” (2017), ζωντανεύοντας με την τεχνική της «τσιμπητής» κιθάρας τις διασκευές ρεμπέτικων τραγουδιών που ηχογράφησαν στην Αμερική οι Έλληνες μετανάστες πριν από έναν αιώνα.

Μια παράσταση όπου η μουσική, πλαισιωμένη από πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό, αναδείκνυε ανάγλυφα τα σκληρά βιώματα του ξεριζωμού.

Η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου, ωστόσο, κουβαλάει μια βαθιά σημειολογία. Πριν η «Μικρή Σκηνή» πάρει τη σημερινή της μορφή, υπήρξε το θρυλικό στούντιο «Αγροτικόν» του Νίκου Παπάζογλου.

«Το αγροτικό το θυμάμαι σαν ναό, για όσους ασχολούμασταν με τη μουσική εκείνη τη δεκαετία του 80’. Το να καταφέρεις να έρθεις να παίξεις στο αγροτικόν, να ηχογραφήσεις, ήταν ένα πολύ μεγάλο σκαλοπάτι.

Το ζητούμενο για όλους μας, και ήταν και αυτό που μας έδινε και κουράγιο για αυτή την πόλη. Και ο Νίκος και το Αγροτικό ήταν σαν φάροι στην πόλη. Ήταν ένα πράγμα που μας έδειχνε ότι μπορείς να κάνεις και εδώ πράγματα.»

Όμως η ιστορία πάει ακόμα πιο πίσω, και εκεί κρύβεται η πιο ωραία σύμπτωση: πριν γίνει στούντιο, ο χώρος αυτός είχε γεννηθεί ως θεατρική σκηνή φτιαγμένη από πρόσφυγες.

«Παρόλο που ήμουνα πάρα πολλά χρόνια εδώ μέσα δεν είχα μάθει ποτέ την ιστορία του χώρου. Ήξερα ότι είχε γίνει από τη Μ.Ε.Ν.Τ (Μορφωτική Ένωσις Νεολαίας Τούμπας), αλλά δεν ήξερα ότι η πρώτη του χρήση ήτανε θέατρο – ένα θέατρο που είχανε φτιάξει οι πρώτοι πρόσφυγες που είχανε έρθει εδώ (ιδρύθηκε το 1926 στη Θεσσαλονίκη από μικρασιάτες πρόσφυγες).

Η αλήθεια είναι πως όταν το έμαθα κατάλαβα πως και η διαρρύθμιση του είχε νόημα που έγινε έτσι, για τον λόγο που τον είχανε φτιάξει.

Χαίρομαι πολύ που θα παρουσιάσω το “Amerika” εδώ – είναι μια δουλειά που νομίζω ταιριάζει γάντι στο χώρο που έγινε από πρόσφυγες και θα παρουσιάσω μουσικές που γίναν από πρόσφυγες.

Γιατί και η οικονομική μετανάστευση, προσφυγιά είναι»

Έτσι, το νήμα της ιστορίας δένεται κόμπο. Ένας καλλιτέχνης που δεν φοβάται να στηλιτεύσει το γεγονός ότι η πόλη «διώχνει προσφυγόπουλα μέσα απ’ τα σχολεία», βρέθηκε να τραγουδάει για τον πόνο της μετανάστευσης μέσα στα ίδια ντουβάρια που έχτισε κάποτε ο προσφυγικός ελληνισμός.

Εκεί όπου ο Παπάζογλου στέγασε τα δικά μας μουσικά όνειρα.

Εκεί, δηλαδή, όπου ο ίδιος ο Μυστακίδης πήρε το «βάπτισμα του πυρός», μπαίνοντας επίσημα σε μια από τις πιο επιδραστικές μουσικές συντροφιές της χώρας. Η είσοδός του στο «Αγροτικόν» και η ένταξή του στη θρυλική «Λοξή Φάλαγγα» (1993-2004) του Νίκου Παπάζογλου δεν έγινε με τον τυπικό, επαγγελματικό τρόπο, αλλά με τη μυσταγωγία που χαρακτήριζε ολόκληρο εκείνο το σύμπαν.

«Θυμάμαι την πρώτη φορά που ήρθα σε αυτό τον χώρο, ήταν και ο Νίκος μέσα στο στούντιο», αναπολεί ο ίδιος. «Είχα μπει από την πίσω πόρτα… γιατί παρόλο που η άλλη ήταν η κεντρική, η πολλή ιστορία γινόταν από πίσω. Μπήκα μέσα, ήταν εδώ μόνο κάτι μαστόρια. Μου είχε πει να έρθω να τον βρω και να μιλήσουμε για την ενδεχόμενη συνεργασία μας.

Ούτε που θυμάμαι πόσες ώρες καθίσαμε… Αυτό που θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά φεύγοντας, αφότου ανανεώσαμε το ραντεβού μας, είναι ότι πήγα να βγω από μπροστά. Δεν με άφησε. Μου λέει: “Πρέπει να φύγεις από την ίδια πόρτα που μπήκες, για να μην χαλάσεις το προξενιό”. Και δεν χάλασε το προξενιό. Μείναμε μαζί πολλά χρόνια… 12-14 χρόνια, ούτε καν θυμάμαι πόσα».

Το «Αγροτικόν» δεν ήταν απλώς ένας χώρος ηχογραφήσεων, ήταν ένα ζωντανό κύτταρο της πόλης, ένα καθημερινό στέκι. Όποιος περνούσε από την περιοχή, θα σταματούσε να πει ένα «γεια». Είτε υπήρχε εξέλιξη σε μια ηχογράφηση είτε γινόταν πρόβα, τα πάντα πάγωναν προσωρινά για να ανοίξουν οι μπίρες, να γίνει η απαραίτητη πλάκα και μετά να συνεχίσουν.

Από εκεί πέρασε όλη η μουσική ιστορία του τόπου, με τις απαραίτητες, βέβαια, γραφικές «διακοπές» της καθημερινότητας. Όπως θυμάται γελώντας ο Μήτσος:

«Συνήθως, η διακοπή γινόταν από τον γείτονα, τον Φιλήμωνα. Ο Νίκος, όμως, τον έλεγε “Φιλύποπτο” — αυτό ήταν το παρατσούκλι του, γιατί έμπαινε μέσα να δει τι γινόταν. Για χαβαλέ, ο Νίκος τον φώναζε πάντα Φιλύποπτο».

Μέσα σε αυτό το κλίμα του απόλυτου «χαβαλέ» και της ανοιχτής αγκαλιάς, το Αγροτικόν γινόταν συχνά ο τόπος όπου διασταυρώνονταν οι μοίρες των σπουδαιότερων δημιουργών της γενιάς τους.

Εκεί, ανάμεσα σε τσιγάρα και μπίρες, γεννήθηκαν συναντήσεις που άλλαξαν τον χάρτη του ελληνικού τραγουδιού. Μια τέτοια ιστορική –και άκρως ανατρεπτική– συνάντηση θυμάται όταν ο Σωκράτης Μάλαμας τον κάλεσε για μια επείγουσα ηχογράφηση.

«Θέλω να φέρεις το λαούτο και να ηχογραφήσουμε για έναν τύπο από τη Λάρισα, που κάνει κάτι δίσκους, προσπαθεί ο καημένος», του είχε πει τότε ο Σωκράτης.

Ο «τύπος από τη Λάρισα» δεν ήταν άλλος από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος ετοίμαζε τότε (το 1995) τον εμβληματικό δίσκο «Στην Ανδρομέδα και στη γη». Η συνέχεια της ιστορίας, όπως τη διηγείται ο ίδιος ο Μυστακίδης:

«Και πάω στο στούντιο και είμαστε εγώ, ο Θανάσης, ο Σωκράτης, η Μελίνα [Κανά] θυμάμαι, ο Κώστας ο Τσούγκρας, και γράφουμε το “Δέντρο μοναχό”. Και ακούω τους στίχους και σκέφτομαι: “Πωπω, τι μ…κίες είναι αυτές;”»

Η ατάκα του σκορπίζει, όπως είναι φυσικό, το γέλιο στους παρευρισκόμενους, αλλά η ιστορία δεν σταματά εκεί. Στην ίδια ακριβώς συνεδρία, η παρέα ηχογραφεί ένα από τα πιο διονυσιακά, μυθικά κομμάτια της σύγχρονης δισκογραφίας.

«Και στο καπάκι γράφουμε τους “Πότες της στρογγυλής τραπέζης”. Εντάξει, όποιος ακούσει την ηχογράφηση σε βάθος, καταλαβαίνει τι έχει γίνει εκεί πέρα. Μιλάμε για πόλεμο. Εγώ ήμουν τότε 23 χρονών, έτσι; Από τις πρώτες εμπειρίες σε στούντιο. Και έλεγα: “Εντάξει, δεν θα το ακούσει κανείς ευτυχώς”. Αλλά να πώς τα έφερε η τύχη και τα ακούει πάρα πολλής κόσμος, γ…μώ την τρέλα μου!»

Πριν βρεθεί όμως να παίζει λαούτο δίπλα στον Μάλαμα και τον Θανάση, έπρεπε να ανακαλύψει μόνος του τους κανόνες ενός παιχνιδιού που δεν του είχε μάθει κανείς:

«Στην 6η δημοτικού όταν ήμουν, ένας θείος μου μού έφερε δώρο μια κιθάρα», θυμάται ο ίδιος για το ξεκίνημά του. «Εγώ δεν ήξερα πώς χρησιμοποιείται αυτό το όργανο. Την κοπανούσα με κουτάλια, γιατί έβλεπα σαντούρια στην τηλεόραση και έλεγα “κάπως έτσι θα παίζεται”. Ταυτόχρονα, παιζόταν και το “Μινόρε της Αυγής” στην τηλεόραση. Ο πατέρας μου έπαιρνε τους δίσκους κι εγώ έβγαλα όλα τα τραγούδια από το διπλό δίσκο, αυτοδίδακτος. Μετά το στρατό πήγα με μια κιθάρα στο ωδείο και πήραν τα πράγματα τη σειρά τους, αλλά δούλευα επαγγελματικά πριν πάω στο ωδείο».

Το ημερολόγιο έγραφε Δεκέμβρη του 2006 όταν, μετά από μια «κύηση πολλών ετών», γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη η «Πριγκηπέσσα». Μαζί με το «συνεταιράκι» του, τον μουσικό Δημήτρη Σφίγγο, έστησαν ένα καταφύγιο στο σταυροδρόμι της καθημερινότητας και του σπουδαίου.

Σε μια εποχή καταθλιπτικής μοναξιάς, παραλυτικής μονοτονίας και ενός πολιτισμού που υποκλινόταν στα «μεγέθη», την εικόνα και το lifestyle, η «Πριγκηπέσσα» πρότεινε την αντίπερα όχθη. Ένα κατεξοχήν λαϊκό πρόγραμμα ακουστικού ήχου, που δεν βασιζόταν σε κραυγές και χορούς πάνω στα τραπέζια, αλλά στην ουσία της παρέας:

«Σμίγουμε τις φωνές μας στα χνάρια μιας άλλης εποχής, όχι ουρλιάζοντας ο ένας στον άλλον, αλλά ακούγοντας τον… παραδινόμαστε στο μαράζι του ανεκπλήρωτου… αφηνόμαστε στο ρίγος της αυθεντικής έκφρασης…»

Εκεί, στις νυχτωμένες ώρες των εξομολογήσεων, η «Πριγκηπέσσα» έγινε ο τόπος όπου η διασκέδαση μεταμορφωνόταν σε πραγματική ψυχαγωγία.

Την ίδια ακριβώς χρονιά, το 2006, κυκλοφορεί τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, τα «16 ρεμπέτικα με κιθάρα». Ήταν μια κίνηση-ματ που έφερε στην πρώτη γραμμή τη λαϊκή κιθάρα και την ιδιαίτερη τεχνική της.

Αυτό που ξεκίνησε ως προσωπικό στοίχημα, εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα ολοκαίνουργιο ρεύμα νέων κιθαριστών, που άρχισαν να μελετούν και να αναπτύσσουν ξανά μια ξεχασμένη, σχεδόν χειροποίητη τεχνική.

Η ενέργεια που παραγόταν κάθε βράδυ στο πάλκο της «Πριγκηπέσας» ήταν τόσο ζωντανή, που δεν γινόταν να μην αποτυπωθεί στο στούντιο. Όπως θυμάται ο Δημήτρης Σφίγγος, η μόνιμη επιθυμία των φίλων και θαμώνων την επόμενη μέρα ήταν να έχουν μια ηχογράφηση της βραδιάς που έζησαν. Έτσι, το 2009, γεννιούνται οι «Αψιλίες».

«Πρόκειται για μια -εντελώς- ανεξάρτητη παραγωγή. Ανεξάρτητη, όχι μόνο γιατί δεν βγήκε μέσα από τα μονοπάτια των δισκογραφικών εταιριών, αλλά και γιατί πρόκειται για μια αβίαστη, ανεπιτήδευτη έκφραση μουσικών, που παίζουν και τραγουδούν απελευθερωμένοι από οποιαδήποτε «γραμμή» καθορίζουν οι νόμοι της αγοράς» συμπληρώνει ο Δημήτρης Σφίγγος.

Αποκτώντας έναν ακόμη ρόλο

Το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο (αν και εν μέρη προηγήθηκε) στη διαδρομή του Δημήτρη Μυστακίδη ανοίγει εκεί όπου η καλλιτεχνική δημιουργία συναντά τη μετάδοση της γνώσης.

Γιατί ο Μήτσος δεν περιορίστηκε στο να αναστήσει μια ξεχασμένη μουσική γλώσσα πάνω στο πάλκο, ανέλαβε το χρέος να τη χαρτογραφήσει, να τη συστηματοποιήσει και να την παραδώσει ανέπαφη στις επόμενες γενιές, αποκτώντας έναν ακόμη τίτλο: αυτόν του Δασκάλου.

Από το 2001, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του Τμήματος Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου (στην Άρτα), διδάσκοντας λαϊκή κιθάρα, λαούτο και μουσικά σύνολα, ενώ από το 2014 διευρύνει το εκπαιδευτικό του έργο στο μεταπτυχιακό τμήμα της Σχολής Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

*Στη διασκευή του για το ιστορικό ρεμπέτικο «Τα δίστιχα του μάγκα» (1931) που ανέβασε πρόσφατα, το βίντεο λειτουργεί ως ένα μικρό, οπτικό μάθημα ιστορίας, προβάλλοντας παράλληλα facts για το ρεμπέτικο

Η ακαδημαϊκή αυτή πορεία δεν ήταν μια τυπική διδασκαλία, αλλά μια ριζοσπαστική πράξη για τα ελληνικά δεδομένα. Μέχρι τότε, η λαϊκή κιθάρα μεταδιδόταν σχεδόν εμπειρικά, «κλέβοντας» με το μάτι και το αυτί. Επομένως, βάζοντας κάτω τις δεκαετίες της δικής του εμπειρίας, κυκλοφορεί δύο πρωτοποριακά βιβλία-εγχειρίδια (ένα για το λαούτο και ένα για τη λαϊκή κιθάρα), με αποκορύφωμα το «Λαϊκή Κιθάρα, Τροπικότητα και Εναρμόνιση».

Ο Δημήτρης Μυστακίδης με τον Παντελή Χατζηκυριάκο & τον Μανώλη Πάππο

Αναφερόμενος σε εκείνη την περίοδο, ο ίδιος τονίζει το πόσο σημαντικό είναι να έχεις δίπλα σου άτομα που αγκαλιάζουν το όραμά σου σαν δικό τους:

«Τεχνοκράτες οι ίδιοι, μου πρότειναν να γίνει ένα τριήμερο με έκθεση οργάνων, συναυλίες, σεμινάρια, διαλέξεις κ.λπ., όλα σχετικά με τη λαϊκή κιθάρα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο να γίνει και η παρουσίαση του βιβλίου.

Αυτό εμένα μου φαίνονταν βουνό, αλλά με τη βοήθεια του Μπάμπη Μητσιόπουλου, του Γιάννη Ασπιώτη και της Θεοπούλας Αρβανιτίδου, αλλά και την αμέριστη συμπαράσταση από το Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής έγιναν όλα πολύ πιο εύκολα και κυρίως σωστά.

Ο οργανοποιός Τάσος Θεοδωράκης ανέλαβε την οργάνωση της έκθεσης και έγινε ένα ανοιχτό κάλεσμα σε όποιον ήθελε να συμμετέχει αφιλοκερδώς σε αυτή την προσπάθεια. Και ως εκ θαύματος η ανταπόκριση ήταν απίστευτη».

Το αποτέλεσμα δικαίωσε τον κόπο τους με τον πιο συγκινητικό τρόπο. Τον Μάιο του 2014, το Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη πλημμύρισε από ήχους, ξύλα και χορδές. Μαζεύτηκαν κιθάρες από κάθε γωνιά της Ελλάδας, δεκάδες μουσικοί δήλωσαν εθελοντικά παρόντες και, μέσα από παιξίματα και συζητήσεις, η λαϊκή κιθάρα γιόρτασε την επίσημη ακαδημαϊκή και κοινωνική της αναγνώριση σε ένα τριήμερο που άφησε εποχή.

Πηγαίνοντας τον χρόνο λίγο πιο πίσω, συναντάμε ακόμα ένα σπουδαίο δισκογραφικό ορόσημο που φανερώνει το εύρος της μουσικής του αναζήτησης. Το ημερολόγιο γράφει 2013, όταν ο Δημήτρης Μυστακίδης συμπράττει με τον Ευγένιο Βούλγαρη για τη δημιουργία του άλμπουμ «Ψιθυρίζοντας το Ρεμπέτικο».

Για πρώτη φορά, δύο όργανα με εντελώς διαφορετική καταγωγή και φιλοσοφία —η λαϊκή κιθάρα και ο ταμπουράς— συναντήθηκαν στο ίδιο πάλκο, γεφυρώνοντας τη Δύση με την Ανατολή.

Όπως χαρακτηριστικά περιγράφουν οι ίδιοι οι δημιουργοί στο σημείωμα του άλμπουμ:

«Το ρεμπέτικο δεν παύει ποτέ να συγκινεί τις ψυχές μας! Μουσικά πρότυπα/μοντέλα όπως αυτό είναι πάντα εκεί για να μας εμπνέουν, να μας συνδέουν με το παρόν και να ανοίγουν το πεδίο για τη συνάντηση του μουσικού με τον πραγματικό χρόνο – στο χώρο του αυτοσχεδιασμού και της “αναδημιουργίας”.

Δύο όργανα με διαφορετική προέλευση (κιθάρα & ταμπουράς) συναντιούνται για πρώτη φορά εδώ – στο πεδίο της μουσικής οικειότητας που δημιουργεί η ρεμπέτικη μουσική: από τη μια πλευρά η κιθάρα ως κλασσικό ρεμπέτικο όργανο αντηχεί τις δυτικές της επιρροές.

Από την άλλη, ο ταμπουράς ως εμβληματικό όργανο της μουσικής της Κωνσταντινούπολης αντηχεί τον ανατολίτικο ήχο του προπολεμικού ρεμπέτικου.

Αυτό που μας οδήγησε σε αυτό το έργο, ωστόσο, δεν ήταν η φιλοδοξία να παίξουν αυτά τα δύο όργανα μαζί για πρώτη φορά. Ούτε ήταν η φιλοδοξία μας να υιοθετήσουμε μια στενή, ξεπερασμένη – όπως τείνουμε να πιστεύουμε – προσέγγιση που βλέπει το ρεμπέτικο ως ένα είδος που υπάρχει απλώς για να αναζωογονηθεί.

Έχοντας ως οδηγό τη μουσικότητα αυτού του είδους, μια μουσικότητα που δεν επιτρέπει αξιώσεις για συλλογισμό, υποταχθήκαμε στην έμπνευσή του, συναντηθήκαμε σε φανταστικά υγρά, καπνισμένα και σκοτεινά, χαμηλά στέκια για να ψιθυρίσουμε τις ιστορίες με τη μουσική μας.»

«Εσπεράντο» ή αλλιώς αυτός που ελπίζει 

Δύο χρόνια μετά τον «ψίθυρο» του ταμπουρά και της κιθάρας, το 2015, έρχεται η στιγμή για ένα από τα πιο φιλόδοξα και πολυσυλλεκτικά projects: το «Εσπεράντο».

Στο άλμπουμ αυτό συγκεντρώνει σπουδαία μεταπολεμικά αρχοντορεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια, αλλάζοντας τους τον χάρτη μέσα από τις δικές του, ευρηματικές διασκευές.

Eπιλέγει να μην κρατήσει το μικρόφωνο του πρώτου ερμηνευτή, αλλά να περιοριστεί σε κάποιες δεύτερες φωνές, παραχωρώντας το πάλκο σε σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής μουσικής σκηνής. Με σειρά εμφάνισης, στο «Εσπεράντο» δίνουν την ψυχή τους οι: Αλκίνοος Ιωαννίδης, Δήμητρα Γαλάνη, Γιώτα Νέγκα, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Ελένη Βιτάλη, Φωτεινή Βελεσιώτου, Χρήστος Θηβαίος, Γιώργος Νταλάρας, Διονύσης Σαββόπουλος, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Ματούλα Ζαμάνη, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Κωστής Αβυσσινός, Φώτης Σιώτας, Χρήστος Μαστέλος και Μανώλης Πάππος.

Ακόμα πιο ξεχωριστό, είναι ότι άνοιξε ένα παράθυρο στα παρασκήνια αυτής της συνάντησης. Στο κανάλι του στο YouTube έχει αναρτήσει σπάνιο behind the scenes υλικό από τη δημιουργία των κομματιών, αποτυπώνοντας αυθεντικές, ανθρώπινες στιγμές των καλλιτεχνών.

Είναι εκείνες οι ανεκτίμητες λήψεις όπου η κάμερα συλλαμβάνει τη δημιουργική οικειότητα του στούντιο. Όπως τη στιγμή που ο σπουδαίος Μανώλης Πάππος, την ώρα που τραγουδάει, σταματάει για λίγο για να αφουγκραστεί τη μουσική, παίρνοντας μια γουλιά από το ποτό του.

Στο συγκεντρωτικό βίντεο με τίτλο «Μιλούν Εσπεράντο!», όπου οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες μοιράζονται τις σκέψεις τους για τον δίσκο και τον δημιουργό του ανάμεσά τους και ο Διονύσης Σαββόπουλος συμπυκνώνει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο τη θέση που κατέχει ο «Δημήτρης» στην καρδιά των συναδέλφων του:

«Τον Δημήτρη τον αγαπάμε όλοι ανεξαιρέτως, όσοι είμαστε στην οικογένεια του ελληνικού τραγουδιού. Πράγμα περίεργο. Περίεργο, γιατί όλοι ξέρουμε ότι η οικογένεια αυτή είναι μια προβληματική οικογένεια.

Λοιπόν, είναι μεγάλη δουλειά το ότι είναι αγαπητός από όλους. Είναι και προφέσορας, είναι και δεξιοτέχνης, είναι και ομορφόπαιδο – ε.. δεν υπάρχει περίπτωση να μην συνεργαστούμε σε αυτό το ωραίο τραγούδι «Η ώρα είναι τρεισήμισι»… σε οποιαδήποτε ώρα θα συνεργαζόμασταν δηλαδή..

Καλή επιτυχία Δημήτρη μου»

Στο ίδιο αυτό βίντεο, τη σκυτάλη στις αναμνήσεις, με τη Γιώτα Νέγκα να παίρνει τον λόγο και να ξετυλίγει τη δική της ιστορία πίσω από τη συμμετοχή της στον δίσκο, μιλώντας για μια συνεργασία που είχε ριζώσει από πριν μέσα στον χρόνο:

«Ο πασατέμπος δεν μας προέκυψε τώρα για αυτό το υπέροχο cd, που έκανε ο Δημήτρης και όλοι οι φίλοι του μαζί. Έχουμε μετρήσει πολλές συναυλίες ανά τον κόσμο… λέγοντας τον Πασατέμπο ζωντανά, λάτρεψα αυτή τη συνομιλία μας επάνω στη σκηνή και όταν μου είπε “θα πεις ένα τραγούδι στο δίσκο;” Του είπα “βεβαίως, ποιο;” Έτσι λέω τον Πασατέμπο… αλλοίμονο! και είναι το δικό μας τραγούδι, το αγαπώ πολύ».

Και κάπως έτσι, με τις φωνές των πιο δικών του ανθρώπων να αντηχούν ακόμα, το ταξίδι της επιστροφής συνεχίζεται, φτάνοντας στο 2017. Εκεί, στρέφει το βλέμμα του πέρα από τον Ατλαντικό, σε μια άλλη εποχή, και κυκλοφορεί το εμβληματικό άλμπουμ «Amerika».

Ο Μήτσος φέρνει στο φως το ρεμπέτικο fingerpicking, γνωστό στην παράδοσή μας ως τεχνική «τσιμπητή» κιθάρα. Πρόκειται για μια τεχνική που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ού αιώνα, κυρίως από σπουδαίους μετανάστες μουσικούς όπως ο Κώστας Δούσας και ο Γιώργος Κατσάρος, αλλά και στην Ελλάδα από τον αντισυμβατικό Κώστα Μπέζο (Α. Κωστής).

Η ευφυΐα και η προσαρμοστικότητα αυτών των λαϊκών οργανοπαιχτών τούς οδήγησαν σε ανεξερεύνητα μονοπάτια: επηρεασμένοι από το fingerpicking των Αφροαμερικανών μπλουζιστών, υιοθέτησαν τις ξεχωριστές ανοιχτές κουρδώσεις που βρήκαν στην Αμερική, παντρεύοντάς τις με τις μελωδίες της πατρίδας. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ολοκαίνουργιος, πρωτότυπος ήχος που πλημμύρισε τις γειτονιές του Νέου Κόσμου.

Ίδιο έργο, διαφορετικοί πρωταγωνιστές

Μέσα από τα τραγούδια του άλμπουμ, ο πόνος του χωρισμού, το μακρύ και επίπονο ταξίδι, ο αγώνας για επιβίωση, η περιθωριοποίηση, η νοσταλγία και το όνειρο της επιστροφής ξετυλίγονται σαν κινηματογραφικές εικόνες. Η μουσική, λιτή αλλά επιδέξια «υφασμένη», αποτυπώνει τη θλίψη και το πείσμα εκείνων των ανθρώπων.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, με την Ελλάδα της οικονομικής κρίσης να διώχνει ξανά τα δικά της, μορφωμένα παιδιά στο εξωτερικό, και ταυτόχρονα να μετατρέπεται σε εγκλωβισμένο σταθμό για χιλιάδες πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή, το «Amerika» πιο επίκαιρο από ποτέ…

«Είδα μια αβοήθητη χώρα να διώχνει τα παιδιά της, τον τεράστιο αγώνα για επιβίωση και προσαρμογή, τη δύναμη του ονείρου, την ελπίδα, την αλληλεγγύη, τη ξενοφοβία και τον ρατσισμό των εγκατεστημένων».

Μια δημιουργική σύγκρουση

Ο κύκλος των προσωπικών του αναγνώσεων πάνω στο ρεμπέτικο ρεπερτόριο ολοκληρώνεται δύο χρόνια αργότερα, το 2019, με την κυκλοφορία του άλμπουμ «Εδώ κι Εκεί».

Προκαλεί έτσι μια δημιουργική σύγκρουση. Το «Εδώ» της Ανατολής, που παραμένει ζωντανό και ανέπαφο στη μελωδική γραμμή της φωνής, παντρεύεται με το «Εκεί» της Δύσης μέσα από ένα ολοκαίνουργιο, σύγχρονο μουσικό περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι μια εντελώς φρέσκια, ανατρεπτική οπτική σε διαχρονικά ρεμπέτικα και παραδοσιακά κομμάτια.

Πέρα όμως από τον ηχητικό πειραματισμό, το «Εδώ κι Εκεί» ξεχωρίζει και για τη συμπαγή του δομή. Θεματολογικά, τα τραγούδια του δίσκου είναι έξυπνα διατεταγμένα ώστε να περιγράψουν ανάγλυφα την πορεία μιας ερωτικής σχέσης: από το πρώτο σκίρτημα και το φλερτ στο πάθος του έρωτα και η συνύπαρξη έως ότου επέλθει η φθορά, η απογοήτευση και ο τελικός χωρισμός.

Είναι η ιστορία δύο σημείων στον χώρο και τον χρόνο που γίνονται ένα, για να καταλήξουν τελικά ξανά ξένα. Η απόλυτη σύγκλιση και η αναπόφευκτη απόκλιση. Το εδώ και το εκεί.

Παράλληλα με τις δισκογραφικές του αναζητήσεις, η ανάγκη του να λειτουργεί ως γέφυρα γνώσης  βρήκε διέξοδο σε ακόμη ένα πρωτοποριακό project, αυτή τη φορά ψηφιακό.

Μέσα στη μοναξιά και την απομόνωση της καραντίνας, ο Δημήτρης Μυστακίδης είχε μια ιδέα που ήιελε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο μελετάται η αστική λαϊκή μας παράδοση. Έστησε έτσι το REDU, μια ονομασία που προκύπτει από τα αρχικά των λέξεων Rembetiko, EDUcational.

Από Μηχανής Μουσικοί: Η μελωδία των δύο τροχών στην ξεχασμένη Ελλάδα

Συνδυάζοντας τη μεγάλη του αγάπη για τη μουσική με το πάθος του για τα ταξίδια σε δύο τροχούς, ο «Μήτσος» έβαλε μπροστά το 2018 μια από τις πιο όμορφες, ρομαντικές και βαθιά κοινωνικές δράσεις για τη σύγχρονη ελληνική επαρχία: τους «Από Μηχανής Μουσικούς».

Όλα ξεκίνησαν από μια αυθόρμητη πρόσκληση στο Facebook, που έμελλε να γίνει θεσμός. Όπως εξηγεί ο ίδιος στην Athens Voice, η σπίθα άναψε από μια απλή ψηφιακή ανάρτηση:

«Οι “Από Μηχανής Μουσικοί” γεννήθηκαν από μια φωτογραφία και ένα κείμενο της φίλης μου Πέλας Σουλτάτου. Η φωτογραφία έδειχνε μια ξυλόσομπα σε ένα καφενείο κάπου στην επαρχία και μου θύμισε την εικόνα που αντίκριζα πολλές φορές στα ταξίδια μου στην επαρχία. Αυτή την αίσθηση μοναξιάς που αισθανόμουν να επικρατεί σε αυτούς τους χώρους, με τους ελάχιστους γερόντους – θαμώνες να κάθονται αμίλητοι γύρω από την σόμπα.

Σκέφτηκα τότε, αυτό που κάνω πολλές φορές με κάποιους φίλους, να το κάνουμε για περισσότερους φίλους. Να ταξιδέψουμε δηλαδή με τις μοτοσυκλέτες και τα όργανά μας και σε όποιο μέρος μας κάνει κλικ, να κάτσουμε και να γίνουμε όλοι μαζί μια παρέα. Με τους όρους όμως που το κάνουμε με την παρέα. Δηλαδή όλοι μοιραζόμαστε τις ευθύνες, όλοι μοιραζόμαστε τα προβλήματα, όλοι συμμετέχουμε εξίσου και όλοι βοηθάμε όλους».

Κανείς ξεχασμένος, μόνος κι έρημος

Το concept της δράσης είναι απλό, αλλά μεγαλειώδες: επαγγελματίες και ερασιτέχνες μουσικοί φορτώνουν τα όργανά τους στις μοτοσυκλέτες, αφήνουν πίσω τις ανέσεις της πόλης και ταξιδεύουν σε απομακρυσμένα, σχεδόν ερημωμένα χωριά που η πολιτεία έχει ξεχάσει. Εκεί, στήνουν ένα τριήμερο αυθόρμητο γλέντι στις πλατείες και τα καφενεία, δίνοντας ζωή και φωνή σε τόπους με ελάχιστους κατοίκους.

Στο «Μόρσο» (2022) το μουσικό του στίγμα μετατοπίζεται με τρόπο ανατρεπτικό αφού η ρεμπέτικη κληρονομιά, οι λαϊκές και οι παραδοσιακές μελωδίες μπλέκονται τολμηρά με ήχους από samples, industrial κρουστά και «παράδοξα» παντρέματα.

Δεν είναι όμως μόνο ο ήχος που σοκάρει και ανανεώνει, είναι και ο λόγος του. Όπως σημειώνει ο ίδιος:

«Το Μόρσο μιλάει για πράγματα που έχουν συμβεί στη καθημερινότητά μας και δείχνουν ότι σαν κοινωνία πρέπει να κάνουμε πολλά βήματα μπρος αν θέλουμε να λεγόμαστε σύγχρονη κοινωνία. Μιλάει για την λεκτική βία, την έμφυλη, για την αντίδραση που έχουμε στο διαφορετικό αλλά και για κάποια άλλα πράγματα που με απασχολούν όπως η δύναμη της παραδοσιακής μουσικής».

«Σκυτάλη»: Όταν το θηρίο της παράδοσης ορθώνεται μπροστά σου

Μέσα σε αυτό το κοινωνικά και μουσικά φορτισμένο περιβάλλον του δίσκου, υπάρχει ένα τραγούδι που κουβαλά μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία για τον ίδιο τον Μυστακίδη: η «Σκυτάλη». Πρόκειται για ένα κομμάτι-εξομολόγηση, που γεννήθηκε από την ανάγκη του να εκφράσει τα έντονα συναισθήματα που ένιωσε όταν είδε μπροστά του, σε πραγματικές συνθήκες και όχι θεωρητικά, την μαγεία του πανηγυριού.

Η ιστορία πίσω από το τραγούδι μάς μεταφέρει μερικά χρόνια πίσω, σε ένα καταπληκτικό πανηγύρι στο Ζαγόρι. Εκεί, παρά τη δεδομένη τριβή του με την παραδοσιακή μουσική, δεν είχε ξαναζήσει ποτέ κάτι παρόμοιο. Οι γλεντιστές του χωριού τού εξήγησαν την πραγματική ουσία του εθίμου, γεγονός που άλλαξε τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα:

«Το πανηγύρι δεν είναι γλέντι. Το πανηγύρι είναι συγχώρεση. Κι αυτό από μόνο του δίνει πολύ ιδιαίτερο βάρος και στις μουσικές που ακούς και στον τρόπο που βλέπεις να λειτουργεί το γλέντι. Μέσα από τη συνύπαρξη των ανθρώπων που ζουν σε ένα μικρό χωριό – έχει πάρα πολλές προεκτάσεις το θέμα»

Το να νιώσει αυτό το «θηρίο» να ορθώνεται μέσα του ήταν συγκλονιστικό. Και παρόλο που η εμπορευματοποίηση απειλεί συχνά τις παραδόσεις, η «Σκυτάλη» μένει εκεί για να μας θυμίζει τι εστί ρίζα. Γιατί, όπως πιστεύει και ο ίδιος, «για κάθε ένα πανηγύρι που χάνει τη γνησιότητά του, την καθαρότητά του ως προς το ζητούμενο που είναι η συγχώρεση, νομίζω ότι αναβιώνουν άλλα δέκα».

Τριάντα χρόνια μουσικής διαδρομής δεν χωράνε εύκολα σε λέξεις. Είναι οι ώρες στο «Αγροτικόν» πλάι στον Παπάζογλου, οι διονυσιακές ηχογραφήσεις με τον Μάλαμα και τον Θανάση, οι εξομολογήσεις στην «Πριγκηπέσσα», οι φοιτητές στα αμφιθέατρα, οι ψηφιακές γέφυρες του REDU και οι σκόνες από τις μηχανές στα ξεχασμένα χωριά της επαρχίας. Είναι μια ζωή γεμάτη «morso» — γεμάτη με εκείνες τις γερές συνδέσεις που κρατούν τα πράγματα ενωμένα όταν όλα γύρω μας τείνουν να διαλυθούν.

Φέτος, ο Δημήτρης Μυστακίδης παίρνει όλη αυτή την προικισμένη αποσκευή και επιστρέφει εκεί όπου άναψε το πρώτο φυτίλι. Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, στη δική του «Σαλονίκη», για μια μεγάλη επετειακή συναυλία-σταθμό.

Και εμείς δεν έχουμε παρά να είμαστε εκεί, για να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας και να του πούμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» για τα τριάντα χρόνια που μας κρατάει συντροφιά.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα