«Μην πιστεύετε ό,τι βλέπετε»: Πώς η τεχνητή νοημοσύνη αποδομεί την έννοια της «τέλειας» εικόνας
Ο φωτογράφος Λάμπρος Καζάν μιλάει στην Parallaxi για την οπτική αυθεντία της φωτογραφίας στα social media, την εποχή του AI
«Μην πιστεύετε ό,τι βλέπετε»· Χιλιοειπωμένη ατάκα για τα social media. Την έχουμε ακούσει σε σχολεία, τηλεοράσεις, ακόμα και από τους ίδιους τους influencers που βγάζουν βίντεο μιλώντας για «αυταπάτες», με φόντο τη θέα από άλλο ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο.
Μέχρι πριν λίγο καιρό, αυτή η προτροπή είχε μια περισσότερο μεταφορική εξήγηση, σχετικά με την ωραιοποίηση του τρόπου ζωής που παρουσιάζεται διαρκώς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τους δημιουργούς περιεχομένου.
Σήμερα ωστόσο, με την τεχνητή νοημοσύνη να έχει μπει για τα καλά στην αναζήτηση της πλειοψηφίας, η «αναξιοπιστία» της ψηφιακής ύλης έχει λάβει και τον κυριολεκτικό της χαρακτήρα.
Στην αρχή οι νεότεροι, όντας πιο εξοικειωμένη με το περιεχόμενο, κορόιδευε τους μεγαλύτερους σε ηλικία χρήστες, που αδυνατούσαν να καταλάβουν την επέμβαση της τεχνητής νοημοσύνης. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα όμως, ακόμα και οι πιο έμπειροι χρήστες, ίσως δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν το «αληθινό» από την «αυταπάτη».
«Απίστευτα» βίντεο με δεκάδες σχόλια που αναρωτιούνται εάν πρόκειται για AI, διαδικτυακά προφίλ που έχουν πλάσει «ανθρώπους» και τις ζωές τους. Άλλοτε φανερά και άλλοτε δυσεύρετα, το μόνο σίγουρο είναι πως στις αρχικές μας πετάγονται σε μεγάλο βαθμό AI slop.
Λίγους μήνες πριν, ο CEO του Instagram, Άνταμ Μοσερί, αναφέρθηκε στο ατελές περιεχόμενο ως ένα προσωρινό σημείο εγκυρότητας του αυθεντικού, μιας και η τεχνολογία ολοένα και βελτιώνεται, με τα συστήματά της να μπορούν να μιμηθούν άψογα την πραγματικότητα.
Ο φωτογράφος Λάμπρος Καζάν αρχικά αναφέρει στην Parallaxi: «Θεωρητικά η ατέλεια μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο αυθεντικότητας στη φωτογραφία, αλλά πλέον όχι από μόνη της.
Για πολλά χρόνια, η ατέλεια λειτούργησε ως ένδειξη ανθρώπινης παρουσίας: το στραβό κάδρο, ο “λάθος” φωτισμός, το απρόβλεπτο της στιγμής. Σήμερα όμως βρισκόμαστε σε ένα παράδοξο σημείο όπου ακόμη και η ατέλεια μπορεί να αντιγραφεί. Το ΑΙ δεν παράγει μόνο “τέλειες” εικόνες. Μπορεί να παράξει και σκόπιμες αστάθειες, κόκκο, παραμορφώσεις, στραβά κάδρα, ατημέλητα μαλλιά, λάθη που μιμούνται πειστικά τον ανθρώπινο παράγοντα. Άρα, από τη στιγμή που “η ατέλεια μπορεί να κατασκευαστεί”, δεν μπορεί πια να θεωρείται από μόνη της εγγύηση αυθεντικότητας.
Επειδή το εργαλείο αυτό είναι ακόμη στα σπάργανα ως προς τη μαζική του κατανόηση, οι περισσότεροι το χρησιμοποιούν κυρίως ως μέσο “ωραιοποίησης”, συχνά αλλοιώνοντας πρόσωπα, χαρακτηριστικά και εκφράσεις. Έχω εντοπίσει εδώ και χρόνια ένα παράδοξο αλλά αποκαλυπτικό φαινόμενο: οι κινηματογραφιστές πληρώνουμε μεγάλα ποσά για εξοπλισμό σταθεροποίησης της εικόνας, ενώ την ίδια στιγμή όσοι παράγουν 3D animation πληρώνουν plugins για να «χαλάσουν» την σταθερότητα της αποστειρωμένης εικονικής κάμερας, να εισάγουν μικρο-αστάθειες, jitter, λάθη, ώστε το αποτέλεσμα να φαίνεται πιο αληθινό. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι ο ρεαλισμός -και κατ’ επέκταση η ατέλεια- δεν είναι πια φυσικό δεδομένο, αλλά αισθητική επιλογή που μπορεί να προσομοιωθεί.
Συνεπώς, δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για ατέλεια ως στοιχείο αυθεντικότητας με τον τρόπο που το κάναμε στο παρελθόν. Η αυθεντικότητα δεν βρίσκεται στο οπτικό αποτέλεσμα, αλλά στο πλαίσιο, στην πρόθεση και στη σχέση δημιουργού–θέματος–θεατή. Σήμερα, στην εποχή του ΑΙ, η αυθεντικότητα δεν αποδεικνύεται από το πώς “φαίνεται” μια εικόνα, αλλά από το αν μπορούμε να εμπιστευτούμε το ότι όντως προέρχεται από έναν άνθρωπο και μια συνάντηση με τον πραγματικό κόσμο».
Με τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας όμως, σύντομα η εμπιστοσύνη του κοινού θα χρειάζεται να βασίζεται περισσότερο σε μια κριτική αξιολόγηση του ποιος είναι αυτός που δημοσιεύει το περιεχόμενο, παρά στο περιεχόμενο αυτό καθεαυτό.
«Η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον δημιουργό και τον θεατή δεν χτίζεται πάνω στην απουσία επεξεργασίας, αλλά πάνω στη διαφάνεια της πρόθεσης. Η τελειότητα, με την έννοια της φροντισμένης εικόνας, δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε κάτι ύποπτο από μόνη της. Η τελειοποίηση μιας φωτογραφίας μέσα από διορθώσεις υπήρχε πάντα: με το Photoshop, αλλά και πολύ πριν από αυτό, στην εποχή του φιλμ. Οι σπουδαιότεροι φωτογράφοι που δούλευαν αναλογικά περνούσαν αμέτρητες ώρες στο σκοτεινό θάλαμο, παρεμβαίνοντας επιλεκτικά στο κάδρο. Η “αγνή” φωτογραφία χωρίς καμία παρέμβαση είναι περισσότερο μύθος παρά ιστορική πραγματικότητα.
Αυτό που αλλάζει σήμερα δεν είναι η ύπαρξη της επεξεργασίας, αλλά η αίσθηση υπερελέγχου και απρόσωπης τελειότητας. Οι λιγότερο “τέλειες” εικόνες συχνά αφήνουν χώρο στο τυχαίο, στο ανθρώπινο, στο μη προβλέψιμο και εκεί ακριβώς γεννιέται η εμπιστοσύνη. Όχι επειδή η εικόνα είναι ακατέργαστη, αλλά επειδή δεν προσποιείται κάτι που δεν είναι.
Όταν ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι μια εικόνα δεν προσπαθεί να τον εντυπωσιάσει πάση θυσία, αλλά να του επικοινωνήσει μια εμπειρία, μια στιγμή ή ένα βλέμμα, τότε μειώνεται η απόσταση. Η ατέλεια λειτουργεί ως ίχνος παρουσίας. Υπενθυμίζει ότι πίσω από την εικόνα υπάρχει ένας άνθρωπος, όχι ένας αλγόριθμος ή μια αισθητική συνταγή.
Έτσι, οι λιγότερο “τέλειες” εικόνες δεν ενισχύουν την εμπιστοσύνη επειδή είναι τεχνικά κατώτερες, αλλά επειδή συχνά είναι πιο ειλικρινείς ως προς τα όριά τους», εξηγεί ο κ.Καζάν.
Στην πραγματικότητα, οι χρήστες έχουν ξεκινήσει να ανεβάζουν πιο «πρόχειρο» περιεχόμενο. Κουνημένες, θολές φωτογραφίες, η επιστροφή στις φιλμ κάμερες, πιο αφιλτράριστες στιγμές, είναι μερικά από τα παραδείγματα που επαληθεύουν πως η πιο νέα γενιά μπούχτισε από το «τέλειο».
Άλλωστε, η Generation Z είναι η πρώτη γενιά που μεγάλωσε με τα social media και την «αυτοεικόνα» να αποτελεί ένα από τα μείζονα στοιχεία της ταυτότητας του καθενός. Όλοι ήθελαν το κινητό με την τέλεια κάμερα, το ιδανικό σποτ και ρούχα από μάρκες, σε έναν συνεχόμενο αγώνα για το ποιος φαίνεται στον φακό καλύτερος από τους υπόλοιπους.
«Γενικότερα προβλέπω μια τάση επιστροφής προς το αναλογικό, προς το φιλμ. Λόγω της ανάγκης για ριζική διαφοροποίηση από το ΑΙ. Αυτή η τάση υπάρχει και σε άλλους τομείς, σε μια προσπάθεια απελευθέρωσης από τα δεσμά του ψηφιακού κόσμου. Πολύς κόσμος έχει ξαναγυρίζει στα βιβλία, στο βινύλιο για την μουσική, καθώς και κάποιοι πολύ γνωστοί σκηνοθέτες έχουν επιστρέψει στο αναλογικό φιλμ για να γυρίσουν τις ταινίες τους (Christopher Nolan, Yorgos Lanthimos κ.α.)
Παράλληλα όμως, βλέπω τους περισσότερους φωτογράφους να αξιοποιούν όλο και πιο έντονα τα εργαλεία του ΑΙ για να ραφινάρουν τις εικόνες τους, να τις κάνουν πιο “καθαρές”, πιο εντυπωσιακές, πιο κοντά σε ένα ιδανικό που συχνά δεν υπήρξε ποτέ στο φυσικό φως.
Και εδώ ακριβώς κρύβεται ένας κίνδυνος. Όσοι φωτογράφοι έχουμε φτάσει σε ένα επίπεδο γνώσης όπου η εικόνα βγαίνει σωστή ήδη από τη μηχανή, SOOC, δεχόμαστε συχνά την ίδια ερώτηση: “είναι AI;” είτε πρόκειται για φωτογραφία είτε για βίντεο. Έχω δει συναδέλφους να αναγκάζονται να γράφουν σε κάθε post ότι τα μοντέλα είναι πραγματικά, ότι δεν υπάρχει από πίσω τεχνητή νοημοσύνη, και να παραπέμπουν στα σχόλια στους λογαριασμούς των ανθρώπων που απεικονίζονται για να το αποδείξουν. Αυτό, ακυρώνει την τεχνική και αισθητική κατάκτηση του φωτογράφου, αλλά διαβρώνει και την ίδια την εμπιστοσύνη στην εικόνα. Μπαίνουμε σε μια περίοδο όπου το άνω του μετρίου, ότι έχει παραχθεί με ακριβό εξοπλισμό, μοιάζει “ύποπτο”, και η δεξιοτεχνία παρεξηγείται ως τέχνασμα. Κι αυτό αλλάζει ριζικά τον τρόπο που ερμηνεύεται και κρίνεται η φωτογραφία», εξηγεί ο κ.Καζάν, συμπληρώνοντας στη συνέχεια:
«Η φωτογραφική αισθητική στα social media αλλάζει μέρα με τη μέρα, όχι ως αποτέλεσμα μιας ενιαίας τάσης, αλλά ως προϊόν πολλών παραγόντων που αλληλεπιδρούν συνεχώς. Ένας από τους πιο καθοριστικούς είναι η αλλαγή του ίδιου του μέσου λήψης. Το κινητό τηλέφωνο, ως βασικό εργαλείο παραγωγής εικόνας, έχει επιβάλει συγκεκριμένους περιορισμούς και ταυτόχρονα νέες “νόρμες”: μικρά εστιακά μήκη (συνήθως 24-27mm των βασικών φακών), μεγάλο βάθος πεδίου με την απουσία φυσικού bokeh, πιο άμεση σχέση με το θέμα. Αυτά τα τεχνικά χαρακτηριστικά δεν επηρεάζουν απλώς την ποιότητα της εικόνας, αλλά διαμορφώνουν ολόκληρη την οπτική γλώσσα.
Εξίσου σημαντική είναι και η αλλαγή του μέσου παρουσίασης. Η ίδια φωτογραφία λειτουργεί εντελώς διαφορετικά όταν εκτυπώνεται σε καμβά δύο μέτρων και εντελώς αλλιώς όταν προβάλλεται σε μια μικρή οθόνη έξι ιντσών κινητού τηλεφώνου. Επίσης στο κινητό, ο χρόνος θέασης είναι ελάχιστος, η προσοχή αποσπασματική και ο χώρος περιορισμένος. Εκεί ευνοούνται τα κοντινά πλάνα, τα καθαρά σχήματα, η άμεση αναγνωσιμότητα. Η λεπτομέρεια, η πολυπλοκότητα και η “σιωπή” της εικόνας συχνά χάνονται.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στροφή προς πιο αυθόρμητο και λιγότερο επεξεργασμένο περιεχόμενο δεν έρχεται ως αντίδραση στην αισθητική των αποστειρωμένων εικόνων που παράγει το ΑΙ, αλλά ως φυσική εξέλιξη. Η αυθεντικότητα, ή έστω η αίσθησή της, γίνεται κεντρική αξία. Όχι επειδή είναι αντικειμενικά ανώτερη, αλλά επειδή ταιριάζει καλύτερα στον ρυθμό, στο μέσο και στον τρόπο κατανάλωσης της εικόνας σήμερα.
Η φωτογραφική αισθητική στα social media, λοιπόν, δεν “υποβαθμίζεται” απαραίτητα, ούτε “απλοποιείται”. Μετασχηματίζεται. Και κάθε μετασχηματισμός κουβαλά μέσα του τις τεχνικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες της εποχής του».
Η φωτογραφία, ως διαδικασία, από την πιο απλή -μιας polaroid σε μια Κυριακάτικη μάζωξη- έως τη φωτογράφιση ενός γάμου, όταν αντιμετωπίζεται εξ αρχής ως προϊόν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, γίνεται με μια ιεροτελεστία που πολλές φορές μας κάνει να χάνουμε στιγμές, για χάρη του κλικ.
«Yπάρχει ο κίνδυνος, όχι μόνο να απομακρυνθεί η φωτογραφία από την έννοια της “στιγμής”, αλλά, και ίσως κάτι ακόμη πιο σημαντικό, να απομακρυνθεί από την έννοια της “ψυχής”. Και εδώ βρίσκεται, για μένα, το πραγματικό ενδιαφέρον της συζήτησης γύρω από το ΑΙ.
Μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες εμπειρίας στην φωτογραφία πορτραίτου και έχοντας φωτογραφίσει χιλιάδες ανθρώπους, μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα ότι τα τεχνικά ζητήματα έχουν πάψει πια να είναι για μένα το επίκεντρο της διαδικασίας. Όταν φωτογραφίζω στο στούντιο, φως, κάμερες, φακοί, διαφράγματα, τα χειρίζομαι πλέον σχεδόν με κλειστά μάτια. Το λέω συχνά —και το εννοώ— πως αν κάποτε τυφλωθώ, θα συνεχίσω να βγάζω πορτραίτα κανονικά, ίσως με τη βοήθεια ενός βοηθού δίπλα μου. Οι γωνίες, οι αποστάσεις, οι ρυθμίσεις είναι πλέον δεύτερη φύση μέσα μου. Δεν μοιάζουν πια με συνειδητές αποφάσεις, αλλά με ένστικτο. Όπως ένας σκακιστής μπορεί να παίξει χωρίς να βλέπει την σκακιέρα, ή ένας μουσικοσυνθέτης μπορεί να γράψει μουσική χωρίς πιάνο, χωρίς καν να ακούει. Ξέρω το αποτέλεσμα που θα πάρω, ήδη πριν το κλικ. Αυτό που έχει πλέον πραγματική σημασία στα πορτραίτα μου δεν είναι τόσο η στιγμή ως χρονικό κλάσμα, ο χρόνος δεν υπάρχει άλλωστε, όσο η εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου απέναντί μου. Η ψυχή του. Αυτό που νιώθει, αυτό που σκέφτεται εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αποτυπώνεται στο φακό. Και θα μπορούσε ένας θεατής να τα διακρίνει αυτά ακόμα και μετά από εκατό χρόνια, όταν η φωτογραφία θα έχει αποκοπεί πλήρως από το αρχικό της πλαίσιο.
Ο φωτογραφιζόμενος δεν έχει απέναντί του την κάμερά μου. Έχει εμένα τον ίδιο. Σε μένα πρέπει να αφεθεί, εμένα πρέπει να εμπιστευτεί. Αν δεν συμβεί αυτό, τότε η διαδικασία χάνει το νόημά της. Θα μπορούσα απλώς να αφήσω την κάμερα να τραβάει κάθε δέκα δευτερόλεπτα και να πω “κάνε ό,τι θες, έρχομαι σε μισή ώρα”. Τεχνικά, το αποτέλεσμα ίσως να ήταν άρτιο. Φωτογραφικά, όμως, θα ήταν κενό.
Το ΑΙ δεν θα καταφέρει ποτέ να αποτυπώσει την ψυχή του ανθρώπου. Μπορεί να μιμηθεί μορφές, εκφράσεις, φωτισμούς, ακόμα και αισθητικές σχολές. Δεν μπορεί όμως να σταθεί απέναντι σε έναν άνθρωπο, να τον διαβάσει, να τον νιώσει, να δημιουργήσει εκείνη τη σιωπηλή σχέση εμπιστοσύνης από την οποία γεννιέται μια εικόνα με βάθος και διάρκεια.
Και εκεί, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται όλη η διαφορά. Η τεχνολογία μπορεί να εξελίσσεται απεριόριστα. Πότε δεν θα μπορέσει όμως να εξομοιώσει όμως την ανθρώπινη επαφή, ούτε να καταγράψει την στιγμή, σίγουρα όχι να απαθανατίσει την ανθρώπινη ψυχή», εξηγεί ο φωτογράφος.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «η τεχνητή νοημοσύνη έχει επηρεάσει τη δουλειά των φωτογράφων σε πολλά επίπεδα, τεχνικά, αισθητικά, αλλά κυρίως εννοιολογικά».
«”Εν αρχή ην ο λόγος». Κάθε τέχνη, μουσική, σινεμά, ζωγραφική, φωτογραφία κτλ, αποκτά νόημα μόνο όταν κρύβει μέσα της μια ιστορία. Τα εργαλεία αφήγησης αλλάζουν μέσα στους αιώνες, αλλά η ανάγκη να ειπωθεί κάτι παραμένει σταθερή. Πιστεύω για παράδειγμα, πως για να γίνει κάποιος καλύτερος σκηνοθέτης, δεν αρκεί να μάθει από κάμερες, φακούς και πλάνα. Πρέπει να διαβάσει πολλά βιβλία. Να κατανοήσει χαρακτήρες, ρυθμό, σύγκρουση, σιωπή.
Το ΑΙ επαναφέρει την δύναμη και τη “μαγεία” των λέξεων στο επίκεντρο της δημιουργίας. Μέσα σε αυτό, οι λέξεις έχουν ξαναβρεί την αρχέγονη δύναμή τους, γιατί μέσα στις λέξεις κρύβεται ολόκληρος ο πολιτισμός μας. Εκεί, μπορούν, με τρόπο σχεδόν μαγικό, να μετατραπούν σε εικόνες, σε βίντεο, σε μουσική. Λέγεται “prompt” και τα μοντέλα αυτά τελειοποιούνται μέρα με τη μέρα. Όμως εδώ υπάρχει μια κρίσιμη αναλογία: το ΑΙ είναι σαν το μολύβι… Όλοι έχουν πρόσβαση σε αυτό, αλλά πόσοι είναι συγγραφείς; Όλοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ΑΙ, αλλά τι επικοινωνούν με αυτό; Τι ιστορίες αφηγούνται; Εκεί κρίνεται η ουσία.
Ζούμε ξεκάθαρα ένα έντονο hype γύρω από το ΑΙ, τόσο στη φωτογραφία όσο και στο βίντεο, στη διαφήμιση και γενικότερα σε κάθε τι εμπορικού ενδιαφέροντος. Βλέπουμε πλέον μεγάλες εταιρείες να παράγουν διαφημιστικό υλικό εξ ολοκλήρου με ΑΙ. Είναι εντυπωσιακό, της μόδας, γρήγορο και οικονομικά αποδοτικό. Και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, στο πεδίο του commercial, το ΑΙ δεν είναι μια παροδική τάση. Ήρθε για να μείνει.
Όμως προβλέπω και μια παράπλευρη συνέπεια: η πληροφορία, ειδικά μέσα στα social media, θα αρχίσει να χάνει την αξιοπιστία της. Όταν όλα μπορούν να παραχθούν, να προσομοιωθούν και να εντυπωσιάσουν με την ίδια ευκολία, το οπτικό σοκ παύει να σοκάρει. Η εικόνα αποδυναμώνεται ως τεκμήριο και μετατρέπεται κυρίως σε αφήγηση ή κατασκευή.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο ρόλος του φωτογράφου αλλάζει. Δεν είναι πια μόνο αυτός που χειρίζεται το φως και τον φακό, αλλά ο δημιουργός που μπορεί να δώσει νόημα, πλαίσιο και αφήγηση. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν ακυρώνει τη φωτογραφία, αλλά την ξεγυμνώνει. Αναγκάζει τον δημιουργό να απαντήσει στο πιο βασικό ερώτημα: έχεις κάτι να πεις ή απλώς κάτι να δείξεις; Και αυτή η ερώτηση, τελικά, είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η τέχνη», προσθέτει ο κ. Καζάν.
Η συζήτηση γύρω από το μέλλον της φωτογραφίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά αγγίζει βαθύτερα ερωτήματα για τη φύση της εικόνας, της δημιουργίας και του ανθρώπινου βλέμματος.
«Όταν εμφανίστηκε η φωτογραφία τον 19ο αιώνα, μεγάλο μέρος του καλλιτεχνικού κόσμου και ιδιαίτερα οι ζωγράφοι, δεν τη θεωρούσαν καν τέχνη, αλλά μια μηχανική αποτύπωση της πραγματικότητας. Κάτι σχεδόν “αυτόματο”, χωρίς ενέργεια, χωρίς εσωτερικό βλέμμα. Η τέχνη της ζωγραφικής για αιώνες ήταν άρρηκτα δεμένη με τη δεξιοτεχνία του χεριού, τα μυστικά της μίξης των χρωμάτων, την γνώση του φωτός, την παρατήρηση και τις σπουδές ετών. Και πολύ περισσότερο, την προϋπόθεση του ταλέντου. Η φωτογραφία έμοιαζε να παρακάμπτει αυτά τα θεμέλια.
Κι όμως, ακριβώς επειδή ήταν τόσο ισχυρό μέσο αναπαράστασης, άσκησε τεράστια πίεση στη ζωγραφική. Από τη στιγμή που η φωτογραφία μπορούσε να αποδώσει τον ρεαλισμό με ακρίβεια και ταχύτητα που κανένα ανθρώπινο χέρι δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί, η ζωγραφική βρέθηκε μπροστά σε ένα υπαρξιακό ερώτημα: ποιος είναι ο πραγματικός της ρόλος;
Η απάντηση δεν ήταν άμεση, αλλά σταδιακή. Η ζωγραφική άρχισε να μετακινείται από το “τι βλέπουμε” στο “πώς βλέπουμε”. Έτσι, βλέπουμε την εμφάνιση του Ιμπρεσιονισμού, όπου η υποκειμενική εμπειρία του φωτός και της στιγμής γίνεται κεντρική, και αργότερα του Εξπρεσιονισμού, όπου η εσωτερική κατάσταση υπερισχύει της εξωτερικής ακρίβειας. Στη συνέχεια, κινήματα όπως ο Κυβισμός διαλύουν την ενιαία οπτική γωνία, ενώ η Αφαίρεση εγκαταλείπει πλήρως την αναπαράσταση.
Με άλλα λόγια, η φωτογραφία δεν “σκότωσε” τη ζωγραφική, αλλά την απελευθέρωσε. Της επέτρεψε να ξεφύγει από το ρόλο του καθρέφτη της πραγματικότητας και να στραφεί προς τη σκέψη, τη μορφή, το συναίσθημα, την έννοια. Και αυτό το ιστορικό παράδειγμα λειτουργεί σήμερα σχεδόν σαν προφητεία: όπως τότε η φωτογραφία αμφισβήτησε τη ζωγραφική, έτσι σήμερα το ΑΙ αμφισβητεί τη φωτογραφία, όχι για να την εξαφανίσει, αλλά για να την αναγκάσει να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει ανθρώπινο βλέμμα και καλλιτεχνική πρόθεση», καταλήγει ο κ.Καζάν.






