Μια άλλη άποψη για τον «Καποδίστρια» του Γιάννη Σμαραγδή
Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, η εύστοχη κριτική απαιτεί προσεκτική επιλογή και αξιολόγηση πηγών και στοιχείων και μια ευρύτερη καλλιτεχνική καλλιέργεια - Γράφει ο Λέανδρος Ζωίδης
Λέξεις: Λέανδρος Ζωίδης
Τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης αποτελούν τη «μυθολογία» των σύγχρονων Ελλήνων, ένα σημείο αναφοράς ανάλογο με τα ομηρικά έπη για τους αρχαίους. Είναι μια σύγχρονη μυθολογία, μικρότερης όμως εμβέλειας για τον παγκόσμιο πολιτισμό, καθώς η θέση του ελληνικού έθνους στη νεότερη ιστορία είναι περιορισμένη. Και οι δύο περίοδοι, μυθολογική και επαναστατική, παραμένουν σκοτεινές: η πρώτη λόγω του χρόνου, η δεύτερη λόγω της ιστορικής πολυπλοκότητας και της αμηχανίας που προκαλεί στο εθνικό αφήγημα, ανεξαρτήτως ιδεολογίας.
Οι ήρωες της αρχαίας μυθολογίας παρουσιάζονται ως υπεράνθρωποι με ανθρώπινα πάθη, ικανοί για λάθη και ύβρεις. Ορισμένοι από αυτούς, πιο ώριμοι και συνετοί, πρωταγωνιστούν στις τραγωδίες των κλασικών χρόνων. Κατά παρόμοιο τρόπο, η ιστορία του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, θα μπορούσε να σταθεί ως υπόθεση αρχαίας τραγωδίας. Η ζωή και η δολοφονία του προσφέρονται για δραματουργική ερμηνεία και έχουν ήδη αποτελέσει πηγή θεατρικής έμπνευσης,
Η ιστορία των πρώτων χρόνων του ελληνικού κράτους, όπως και η ευρωπαϊκή εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων, έχουν διαχρονικό ενδιαφέρον. Δεν είναι τυχαίο ότι το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι, που εκτυλίσσεται την περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων , θεωρείται κορυφαίο έργο παγκόσμιας λογοτεχνίας. Παρόλα αυτά, η περίοδος της διακυβέρνησης Καποδίστρια παραμένει ελλιπώς διδαγμένη στην εγκύκλια εκπαίδευση, για λόγους που προαναφέρθηκαν.
Η πρόσφατη ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή (2025) εντυπωσίασε το κοινό, γεμίζοντας τις αίθουσες, ενώ συνάντησε την περιφρόνηση των περισσότερων κριτικών και πολιτικών σχολιαστών. Οι επικρίσεις, συχνά άνευ τεκμηρίωσης, βασίστηκαν περισσότερο σε μια στάση «ανωτερότητας» παρά σε ανάλυση του έργου. Από την άλλη, ορισμένοι υποστηρικτές της –κυρίως πολιτικά πρόσωπα από τον συντηρητικό χώρο– την προσέγγισαν επιφανειακά, ως έργο εθνικής ανάτασης.
Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, η εύστοχη κριτική απαιτεί προσεκτική επιλογή και αξιολόγηση πηγών και στοιχείων και μια ευρύτερη καλλιτεχνική καλλιέργεια.

Η πρώτη ειδοποιός διαφορά του «Καποδίστρια» από τις άλλες σύγχρονες ελληνικές ταινίες που έχουμε συνηθίσει είναι το επίπεδο των ηθοποιών. Ο Αντώνης Μυριαγκός στο ρόλο του Καποδίστρια θυμίζει καλό πρωταγωνιστή διεθνούς παραγωγής. Το παίξιμό του είναι απλό και λιτό όπως αρμόζει σε έναν κινηματογραφικό πρωταγωνιστή. Η άρθρωση της ομιλίας του καθαρή ενώ μιλάει εντυπωσιακά καλά τα αγγλικά στις σκηνές που εξελίσσονται στην Ευρώπη (ο Μυριαγκός έχει ζήσει για χρόνια στο Μόντρεαλ του Καναδά). Tο ιδιαίτερα αξιόλογο καστ έρχονται να συμπληρώσουν ο ιρλανδός Finbar Lynch στο ρόλο του καγκελαρίου Μέτερνιχ, o Sean James Sutton στο ρόλο του βρετανού υπουργού εξωτερικών Mason και η Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη στο ρόλο της Ρωξάνδρα Στούρτζα.
Το στοιχείο της μυθοπλασίας είναι έντονο, με φανταστικούς χαρακτήρες όπως ο μοναχός Νικόδημος ή ένας εγγλέζος ονόματι Mason και την έμφαση του σκηνοθέτη να δίνεται στην εξωτερίκευση της ψυχικής κατάστασης των ηρώων. Ο Αντώνης Μυριαγκός στο ρόλο του Καποδίστρια εκφράζει έκδηλα έναν σκεπτικισμό και μια προσωπική σύγκρουση. Φαίνεται να γνωρίζει καλά την επικινδυνότητα του εγχειρήματος της βοήθειας στην ελληνική επανάσταση και κυρίως της διακυβέρνησης του υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους, προσπαθώντας για την υπέρβαση και ακολουθώντας τα ιδανικά του. Η προσωπική αυτοθυσία είναι κεντρικό στοιχείο του έργου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση του Καποδίστρια με τη Ρωξάντρα Στούρτζα, μια ιδιαίτερα θελκτική και τρυφερή παρουσία στην ταινία, όπου μεταδίδεται έντονα το αίσθημα του ανεκπλήρωτου έρωτα. Φιλιά και σαρκικός έρωτας απουσιάζουν, παρά το ιδιαίτερα ερωτεύσιμο της πρωταγωνίστριας. Πολύ πιθανόν σκόπιμα, για να ενταθεί το αίσθημα της στέρησης και του ανεκπλήρωτου. Η σχέση τους φαίνεται στο βλέμμα και τις εκφράσεις τους, στην έμπνευση που ασκεί ο ένας στον άλλο.
Μια αφηρημένη γυναικεία μορφή κάνει την παρουσία της μερικές φορές στην ταινία και φαίνεται να σχετίζεται με μια μαρτυρία ή θρύλο που αναφέρεται σε ατύχημα που είχε ο Καποδίστριας όταν έπεσε από το άλογό του και λέγεται πως τον έσωσε η Παναγία. Ο λαϊκός πίνακας που απεικονίζει το περιστατικό αποτέλεσε μόνο την αφορμή για την ιδέα του σκηνοθέτη που βίωσε πριν μερικά χρόνια την απώλεια της γυναίκας του, η οποία του στοίχισε συναισθηματικά. Η ανεκπλήρωτη σχέση Καποδίστρια-Στούρτζα και η απόδοσή της αλλά και η γυναικεία μορφή του οράματος είναι πιθανότατα, άσχετα αν έχει δηλωθεί ή όχι, αναφορά στη γυναίκα του σκηνοθέτη, Ελένη Σμαραγδή, και τη στέρηση που νιώθει με την απώλειά της. Το προσωπικό βίωμα του σκηνοθέτη φαίνεται να είναι έντονο στην ταινία και αποτελεί κεντρικό στοιχείο που ζωντανεύει την ταινία.
Η επιρροή από πίνακες ζωγραφικής που απεικονίζουν τα γεγονότα της εποχής είναι έκδηλη και στην αναπαράσταση του συνεδρίου της Βιέννης, που έλαβε χώρα μεταξύ 1814 και 1815 στο ανάκτορο του Χόφμπουργκ και απεικονίζεται στο έγχρωμο χαρακτικό του Jean-Baptiste Isabey (1819) (κεντρική εικόνα). Τα γυρίσματα στο εξωτερικό (Βιέννη και Βουκουρέστι) διακρίνονται από ροή, αξιόλογα σκηνικά και επαγγελματισμό. Ιδιαίτερα η σκηνή που ο Καποδίστριας συναντά τον Μέτερνιχ μπροστά σε ένα ερείπιο είναι ιδιαίτερα πετυχημένη.
Τα περισσότερα εσωτερικά χώρων στην ταινία είναι προσεγμένα, με χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται στην εποχή της ιστορίας όπως τα κηροπήγια με αναμμένα κεριά. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές σκηνές τις ταινίας φαίνεται να λαμβάνουν χώρα στο Ρουμανικό «Αθήναιο» στο Βουκουρέστι. Το κτίριο ολοκληρώθηκε το 1888 και συνδυάζει νεοκλασικό ύφος και νεορωμανικά στοιχεία. Είναι ένα εντυπωσιακό κτίριο, χαρακτηριστικό του εκλεκτικισμού των revival styles του β΄μισού του 19ου αιώνα που ξενίζει ελαφρώς ως σκηνικό των δεκαετιών του 1810 και 1820 1 όπου περιμένει να δει κανείς καθαρή μπαρόκ και ροκοκό αρχιτεκτονική καθώς και τον καθαρό νεοκλασικισμό, που είχε κάνει ήδη την εμφάνισή του από τα τέλη του 18ου αιώνα. Ο εκλεκτικισμός παρα ταύτα δεν είναι τόσο ξένος προς τα προηγούμενα στιλ όσο λ.χ. η πρόσφατη προσθήκη του Chipperfield που εμφανίζεται στο Neues Museum στον «Καζαντζάκη» (2017) του ίδιου σκηνοθέτη.

Το σκηνογραφικό στοιχείο της ταινίας που προκαλεί ωστόσο μια απορία είναι τα φωτιστικά σώματα. Στα πλάνα των εσωτερικών χώρων το συνηθέστερο μέσο φωτισμού είναι τα κεριά που βρίσκονται σε κηροπήγια. Ωστόσο κάποιες φορές εμφανίζονται στο βάθος φωτιστικά οροφής. Ήδη από το 1780 είχε εφευρεθεί από τον Argand η λάμπα λαδιού “Argand”, η οποία είχε πολλές ομοιότητες στην εμφάνιση με τα μεταγενέστερα ηλεκτρικά φωτιστικά. Τα περίτεχνα φωτιστικά στο κλιμακοστάσιο του Αθήναιου λοιπόν, με το κενό στο πάνω μέρος της σφαίρας θα μπορούσαν με λίγη φαντασία να είναι φωτιστικά Argand της περιόδου 1813-1831. Σαν γενική αίσθηση, η επιλογή του Ρουμανικού Αθηναίου για τα γυρίσματα της ταινίας είναι μια πολύ εύστοχη επιλογή που προσφέρει υψηλή αισθητική στην ταινία, με τα πλάνα από το κτίριο να είναι εντυπωσιακά.
Ένα άλλο στοιχείο που κάνει εντύπωση είναι η ομοιότητα των ευρωπαϊκών ιστορικών πόλεων με το σήμερα. Μετά από έρευνα διαπιστώνει κανείς ότι οι ευρωπαϊκές πόλεις άρχισαν να έχουν δαπεδοστρώσεις με τυποποιημένους φυσικούς γρανιτένιους κυβόλιθους 10Χ10εκ. ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα (Λονδίνο), ενώ πόλεις όπως η Γενεύη είχαν δάπεδα με κυβόλιθους 8Χ12εκ. (όμοιους με τους σημερινούς) ήδη από την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα 2.
Τα γυρίσματα στη Αγία Πετρούπολη ήταν λόγω διεθνοπολιτικών συγκυριών ανέφικτα, ωστόσο η χαρακτηριστική ατμόσφαιρα του μπαρόκ Χειμερινού Ανακτόρου (Hermitage) επιχειρήθηκε με ορισμένους τόνους του χρυσού και επιλογές που ίσως πυροδότησαν επιπόλαια σχόλια κατά της αισθητικής της ταινίας. Μια βάσιμη αισθητική παρατήρηση θα μπορούσε ωστόσο να σχετίζεται με τη μουσική επένδυση της ταινίας, σε μια εποχή όπου στην Ευρώπη της εποχής μεσουρανεί η κλασική μουσική. Η πρόθεση ωστόσο για απεύθυνση σε ένα ευρύτερο κοινό στην Ελλάδα δικαιολογεί την επιλογή πιο γνωστών λαϊκών μουσικών κομματιών όπως «η Πέρδικα».
Η απόδοση της Ύδρας του 1830 προκαλεί ωστόσο ερωτηματικά. H οικία Kουντουριώτη υπήρχε από τα τέλη του 18ου αιώνα, η αίσθηση της εμπόλεμης εκείνης εποχής πιθανότατα ωστόσο παρέκκλινε από τη σημερινή και ίσως επιδέχονταν λίγο παραπάνω πατινάρισμα τα πλάνα ως προς το κτίριο αλλά και το τοπίο. Ένα άλλο σημείο είναι κατά τον ερχομό του Καποδίστρια στην Ελλάδα, ένα πέτρινο ερείπιο μπροστά στη θέα. Το ερείπιο αυτό θα μπορούσε να έχει πιο τραχιά επιφάνεια ώστε η σκηνή να θυμίζει περισσότερο τον γνωστό πίνακα του C.D. Friedrich (Man Above the Sea of Fog, 1818) που ταιριάζει ιδιαίτερα στην ταινία και το ρόλο του Καποδίστρια. Ωστόσο παρόμοια ζητήματα παρατηρούνται σε πάρα πολλές διεθνείς ταινίες υψηλού μάλιστα προϋπολογισμού.
Η απόδοση του Ναυπλίου με ξύλινα σαχνισιά για σκηνικό και επίστρωση χαλικιού στο δάπεδο φαίνεται πετυχημένη, ωστόσο στη δεύτερη θέαση της ταινίας είναι αντιληπτά κάποια πανιά στον ουρανό -για τη ρύθμιση του φωτισμού- που προκαλούν ωστόσο απορία. Είναι αμέλεια ή σκόπιμη σύγχυση του θεατή όπως λ.χ. στα έργα του Ταραντίνο;
Το μόνο σοβαρό ίσως τεχνικό θέμα είναι το γεγονός ότι οι γραμματοσειρές είναι κάποιες φορές υπερβολικά μικρές για να διαβαστούν εύκολα και κάποιες φορές επικαλύπτονται. Δεν είναι ωστόσο ζήτημα μεγάλης σημασίας, και μπορεί εύκολα να βελτιωθεί σε κάποια επανέκδοση της ταινίας. Πόσα κλασικά αριστουργήματα έχουμε δει και απολαύσει με υπότιτλους σε λάθος σημεία…
Τέλος δεν πρέπει να παρασύρεται κανείς από τον αμερικάνικο κινηματογράφο, που προσφέρει υπερπαραγωγές υψηλών προϋπολογισμών και προσεγμένων σκηνικών συχνά όμως παραγκωνίζοντας πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά της ταινίας όπως ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας, η πνευματικότητα και το νόημα. Να σημειώσουμε ότι αμερικάνικες ταινίες υψηλών προϋπολογισμών έχουν πολύ σοβαρότερα λάθη στη σκηνογραφία, όπως λ.χ. η ταινία “Munich” του 2005 που παρουσιάζει ως «Αθήνα» αστικά τοπία της Μάλτας με τα χαρακτηριστικά έρκερ.
Ένα άλλο σημείο κριτικής αφορά την ιστορική ακρίβεια της ταινίας. Έχει μάλιστα επισημανθεί από ορισμένους ακαδημαϊκούς ότι η αναντιστοιχία του Καποδίστρια της ταινίας με τον πραγματικό Καποδίστρια. Εδώ εκδηλώνεται μια σχολαστικιστική και πουριτανιστική αντίληψη σχετικά με το πως μαθαίνει και «χτίζει»3 ο ανθρώπινος νους, η οποία δυστυχώς δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή και ίσως αποδειχθεί και επικίνδυνη. Ένας άνθρωπος που έχει μια τεχνική εκπαίδευση και ιστορικές γνώσεις από το σχολείο έχει ανάγκη να βάλει απλά σε τάξη κάποια βασικά γεγονότα μιας πολύ ενδιαφέρουσας περιόδου, να λάβει ένα ερέθισμα για να ψάξει ενδεχομένως κάτι παραπάνω. Ποιοι έμαθαν από τα σχολικά βιβλία ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της Ευρώπης; Δεν φωτίζει η ταινία αυτή τη σκοτεινή για το μέσο πολίτη πτυχή; Δεν παίρνει ο θεατής μια εικόνα για τις συντεχνιακού τύπου νοοτροπίες των τοπικών αρχόντων και αγωνιστών του 1821 ή για την αποικιοκρατική νοοτροπία των μεγάλων δυνάμεων; Δεν τοποθετεί υποτυπωδώς τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής; Όλα τα παραπάνω είναι αυτονόητα; Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών θα λάμβανε ένα σχετικό ερέθισμα αν δεν προβαλλόταν η συγκεκριμένη ταινία; Θα μπορούσαν οι πανεπιστημιακοί να επισημαίνουν ακριβέστερα την ιστορική πραγματικότητα και θα είχαν το ίδιο κοινό χωρίς το ερέθισμα της ταινίας; Θα ήταν τα επιστημονικά συγγράμματα για τον Καποδίστρια στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων;
Eπιπλέον, δύσκολα κατανοητά είναι ορισμένα ακόμα σημεία κριτικής που εκφράζονται από κάποιους. Ο χαμηλός προϋπολογισμός της ταινίας (5 εκατ. ευρώ) 4 δεν μπορεί να αποτελεί επιχείρημα κριτικής. Ίσα ίσα είναι τιμή για έναν σκηνοθέτη να περνάει τα μηνύματά του με τα μικρότερα δυνατά έξοδα. Ευτυχώς επίσης που η ταινία δεν έδειξε επικές μάχες και αίματα και εστίασε σε ένα πιο ανθρώπινο επίπεδο. Η κριτική ως προς τη μεταμφίεση είναι εστιασμένη στην εμπειρία ενός κινηματογράφου- κυρίως αμερικανικού- υψηλών προϋπολογισμών και αγνοεί την ποιότητα παλιότερων παραγωγών που παρά ορισμένες ξεπερασμένες τεχνικές έμειναν στην ιστορία για την ανθρωπιά και τα νοήματά τους.5
Τέλος, η κριτική στον ίδιο τον σκηνοθέτη και ίσως μια ενδεχόμενη γραφικότητα που εκφράζει για κάποιους και στις συνεντεύξεις του δύσκολα μπορεί να στοιχειοθετήσει κινηματογραφική κριτική καθώς πρώτα από όλα μιλάει το ίδιο το έργο, ενώ θα ήταν πιο λογικό να δούμε τον σκηνοθέτη σαν καλλιτέχνη και όχι σαν επιστήμονα και να «χωρέσουμε» ότι μας φαίνεται «τρελό» σε αυτόν. Ο διαλογισμός και η ηθοποιία είναι στενά συνδεδεμένα στη δουλειά πρωτοπόρων σκηνοθετών. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μυριαγκός έχει δουλέψει κυρίως με τον κορυφαίο έλληνα θεατρικό σκηνοθέτη, τον Θεόδωρο Τερζόπουλο, στο έργο του οποίου ο διαλογισμός και η γιόγκα φαίνεται να είναι στενά συνδεδεμένα με την υποκριτική.
Συμπερασματικά, ο «Καποδίστριας» του Σμαραγδή είναι μια αξιοπρεπής και αξιόλογη κινηματογραφική ταινία που έχει μεν ελαττώματα, τα πλεονεκτήματά της ωστόσο τα υπερβαίνουν σημαντικά. Τα ελαττώματά της είναι μικρής κλίμακας και η απόκλιση από την ιστορική πραγματικότητα είναι μικρότερη σε σχέση με ό,τι είθισται να συμβαίνει στο διεθνή κινηματογράφο. Σημαντικό της πλεονέκτημα είναι το επίπεδο των ηθοποιών, κυρίως των πιο πρωταγωνιστικών ρόλων. Βασικό της μήνυμα είναι να νιώσει κανείς το αίσθημα της αυτοθυσίας, της στέρησης της προσωπικής ευημερίας και ασφάλειας για χάρη των ιδανικών. Το πιο διαχρονικό και επίκαιρο ωστόσο μήνυμα της ταινίας είναι η έμφαση που δίνεται στο ρόλο της παιδείας των πολιτών για τη λειτουργία ενός κράτους και μιας δημοκρατίας. Το όραμα αυτό, που εκφράζει ο Καποδίστριας, ευοδώθηκε μόνο μερικώς και φυσικά ελλιπώς. Δεν είναι σήμερα για την Ελλάδα -αλλά και για πολλά μέρη του κόσμου- η έλλειψη ουσιαστικής παιδείας και κριτικής σκέψης ένα σοβαρό πρόβλημα που κλονίζει το υπόβαθρο των σύγχρονων δημοκρατιών; Μήπως θα έπρεπε να κρίνουμε ένα κινηματογραφικό έργο όχι πολύ βιαστικά, με βάση τη μόδα, αλλά πιο συγκρατημένα, σαν να βάζουμε ένα στοίχημα με τη διαχρονικότητα;
Η κινηματογραφική κριτική σήμερα προκαλεί έντονο προβληματισμό. Ταινίες περισσότερο ανθρώπινες – είτε πρωτοποριακές είτε πιο συμβατικές- δεν λαμβάνουν συνήθως το μερίδιο καλής κριτικής που τους αναλογεί. Την ίδια στιγμή ταινίες ιδιαίτερα επιφανειακές, απλά και μόνο επειδή αποτελούν ένα συνονθύλευμα από μοτίβα της τρέχουσας μόδας επαινούνται σκανδαλωδώς. Η περυσινή ταινία “The Brutalist” διαστρεβλώνει εντελώς την ιστορία και τα νοήματα της αρχιτεκτονικής και παρουσιάζει χαρακτήρες και καταστάσεις που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα, διεκδικώντας σκανδαλωδώς μερίδιο των Oscars 6.
Την ίδια χρονιά άλλες αξιόλογες ταινίες όπως το “Maria” με την αξιόλογη ερμηνεία της.
1 Και άλλα στοιχεία ξενίζουν όπως λ.χ. η γενειάδα του Τσάρου Αλέξανδρου του Α΄. Οι αριστοκράτες της εποχής ήταν ξυρισμένοι, μόνο με φαβορίτες. Ωστόσο στην ταινία υπάρχει η πρόθεση να διαφοροποιηθούν οι χαρακτήρες, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ο καθένας, ώστε η ταινία να παρακολουθείται πιο εύκολα από ένα ευρύ κοινό πολλών ηλικιών. (Στο ίδιο σκεπτικό και η για 18 χρόνια γκρίζα κόμη του πρωταγωνιστή).Επιπλέον, το καστ προέρχεται σε μεγάλο ποσοστό από το Και άλλα στοιχεία ξενίζουν όπως λ.χ. η γενειάδα του Τσάρου Αλέξανδρου του Α΄. Οι αριστοκράτες της εποχής ήταν ξυρισμένοι, μόνο με φαβορίτες. Ωστόσο στην ταινία υπάρχει η πρόθεση να διαφοροποιηθούν οι χαρακτήρες, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ο καθένας, ώστε η ταινία να παρακολουθείται πιο εύκολα από ένα ευρύ κοινό πολλών ηλικιών. (Στο ίδιο σκεπτικό και η για 18 χρόνια γκρίζα κόμη του πρωταγωνιστή).Επιπλέον, το καστ προέρχεται σε μεγάλο ποσοστό από το χώρο του θεάτρου όπου συνηθίζεται σήμερα π.χ. στις αρχαίες τραγωδίες να μην τηρείται ευλάβεια ως προς τα εμφανισιακά και ενδυματολογικά χαρακτηριστικά της εποχής που διαδραματίζεται ένα έργο.
2 Οι ευρωπαϊκές πόλεις βρίσκονταν στην αυγή του 19ου αιώνα πολύ πιο μπροστά από όσο φαντάζεται κανείς, σε πλήρη αντίθεση με την Ελλάδα.
3 Ο ανθρώπινος νους δε μπορεί να δημιουργήσει εξαρχής την τέλεια αναπαράσταση. Δημιουργεί αναπαραστάσεις σταδιακά μέχρι να προσεγγίσει μια αναπαράσταση που να ανταποκρίνεται σε επιστημονική ακρίβεια. Φανταστείτε ένα να μαθαίναμε σε ένα νήπιο την πραγματική λογοτεχνία και ιστορία και όχι μέσα από διασκευές. Δε βοηθάει όμως λ.χ. να γνωρίζει από μικρός την ιστορία του τρωϊκού πολέμου για να ενδιαφερθεί στο γυμνάσιο περισσότερο για τον Όμηρο αλλά και την ιστορία των Αρχαίων; Θα ήταν καλύτερα να μη γνωρίζει κανείς τίποτα μέχρι να του παρουσιαστεί η τέλεια αναπαράσταση; Θα είναι τότε έτοιμος να την αφομοιώσει;
4 Η ταινία «Ναπολέων» του Ρίντλεϊ Σκοτ κόστισε 130 εκατ. δολάρια και είναι πολύ κατώτερη του Καποδίστρια του Σμαραγδή, με πολλές ιστορικές ανακρίβειες. Παρά τη συγκεκριμένη αποτυχία ωστόσο ο Ρίντλεϊ Σκοτ είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης παγκοσμίου εμβέλειες, καθώς το συγκλονιστικό Blade Runner του 1982 αποτελεί σημείο αναφοράς στην ιστορία του κινηματογράφου.
5 Όπως οι ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού και του ιταλικού «μαγικού» νεορεαλισμού, π.χ. Το Θαύμα στο Μιλάνο του ΝτεΣίκα (1951). Επίσης αμερικανικές ταινίες όπως η Μαίρη Πόππινς της Ντίσνεϋ (1964)
6 Το 2024 είχαμε ευτυχώς σπουδαίες ταινίες όπως το τολμηρό και πρωτοποριακό “Poor Things” του Λάνθιμου που έλαβε την αναγνώριση που του άξιζε, αν το αντισυστημικό αριστούργημα «Perfect Days» του Wenders αγνοήθηκε από τις επιτροπές της ακαδημίας.
*πηγή κεντρικής εικόνας: Jean-Baptiste Isabey (1819), Το συνέδριο της Βιέννης, έγχρωμο χαρακτικό (Πηγή: meisterdrucke.ie)
***Ο Λέανδρος Ζωίδης είναι Αρχιτέκτων-Μηχανικός Msc.



