Δύο απαντήσεις στο άρθρο του Στάθη Καλύβα για τις συγκλονιστικές εικόνες των 200 στην Καισαριανή

Σκέψεις για το κείμενο του συγγραφέα που αφορούν στις εικόνες της εκτέλεσης των κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944

Parallaxi
δύο-απαντήσεις-στο-άρθρο-του-στάθη-καλ-1436034
Parallaxi

Δύο απόψεις με αφορμή το άρθρο του συγγραφέα Στάθη Καλύβα που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή για τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944. 

Οι 200 δεν εκτελέστηκαν τυχαία, ούτε επειδή συμμετείχαν σε κάποια αφηρημένη «πολιτική σύγκρουση»

Λέξεις: Λάμπρος Φλιτούρης

Διάβασα το κείμενο του Στάθη Καλύβα για τις φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων στην Καισαριανή και ομολογώ πως, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μου προκάλεσε την αίσθηση μιας συνειδητής μετατόπισης. Η μετατόπιση δεν γίνεται από την εικόνα στην ουσία, όπως δηλώνεται, αλλά από την ιστορική πραγματικότητα σε ένα σχήμα ερμηνείας που σχετικοποιεί το ίδιο το έγκλημα. Οι φωτογραφίες αυτές δεν είναι ένα υλικό που προκαλεί «συγκινησιακή φόρτιση» αλλά αποτελούν πρωτογενές ιστορικό τεκμήριο ενός εγκλήματος πολέμου. Και γιατί δεν θα πρέπει όμως ένα τέτοιο υλικό να προκαλεί και την συγκίνηση; Ο ιστορικός δεν μπορεί ή δεν πρέπει να συγκινηθεί;

Οι 200 δεν εκτελέστηκαν τυχαία, ούτε επειδή συμμετείχαν σε κάποια αφηρημένη «πολιτική σύγκρουση». Εκτελέστηκαν ως αντίποινα από τις κατοχικές δυνάμεις στο πλαίσιο μιας συστηματικής πολιτικής τρομοκράτησης ενός λαού υπό κατοχή. Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο. Όταν αυτό υποβαθμίζεται και αντικαθίσταται από συζητήσεις περί «πολιτικής χειραγώγησης», δημιουργείται ένα επικίνδυνο αποτέλεσμα. Μετατοπίζεται το βάρος από τους θύτες στους νεκρούς και στη μνήμη τους.

Αναφέρεται επανειλημμένα το ΚΚΕ, υπονοώντας πως η ανάδειξη των φωτογραφιών εξυπηρετεί μια πολιτική στρατηγική. Αλλάζει η ιστορική φύση της εκτέλεσης ανάλογα με το ποιος τη θυμάται ή τη δημοσιοποιεί; Οι άνθρωποι αυτοί ήταν κρατούμενοι, πολλοί από το 1936, πριν καν υπάρξει ένοπλη αντίσταση. Εκτελέστηκαν από έναν στρατό κατοχής. Η πολιτική τους ταυτότητα δεν αναιρεί, ούτε σχετικοποιεί, το γεγονός της εκτέλεσης. Αντίθετα, επιβεβαιώνει τις ιδεολογικές συνιστώσες του αγώνα κατά του φασισμού.

Επιπλέον, επιχειρείται μια σύγκριση με άλλες μορφές και γεγονότα, όπως το Κοντομαρί ή τη δολοφονία του Ψαρρού από τον ΕΛΑΣ. Κι εδώ όμως υπάρχει μια ιστορική διάκριση που το κείμενο έντεχνα θολώνει. Η βία μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης του κράτους και εμφύλιας σύγκρουσης δεν μπαίνει και δεν μπορεί να μπει στο ζυγι με τη μαζική εκτέλεση κρατουμένων από μια δύναμη κατοχής ως πράξη αντιποίνων. Η εξίσωση αυτών των διαφορετικών μορφών βίας οδηγεί σε πλήρη σχετικοποίηση. Αλλά παλιά μου τέχνη κόσκινο.

Το πιο προβληματικό σημείο του κειμένου, όμως, είναι αλλού. Είναι η υπόρρητη ιδέα ότι η ανάδειξη της θυσίας αυτών των ανθρώπων αποτελεί εμπόδιο για την ιστορική κατανόηση. Σαν να πρέπει να αποστειρώσουμε το παρελθόν από κάθε ηθική διάσταση για να το κατανοήσουμε «αντικειμενικά». Όμως η ιστορία δεν είναι λογιστικός πίνακας. Είναι και πεδίο ανθρώπινης εμπειρίας και ηθικής κρίσης. Η αναγνώριση ότι κάποιοι άνθρωποι εκτελέστηκαν από ένα καθεστώς κατοχής εξαιτίας και/ή κυρίως της κομμουνιστικής τους ταυτότητας στο πλαίσιο αντιποίνων των ναζί για την αντιστασιακή δράση κομμουνιστών αντιστασιακών πατριωτών δεν είναι «πολιτική χειραγώγηση» αλλά αντίθετα αποτελεί ιστορική ακρίβεια. Δεν είναι οι φωτογραφίες που απλουστεύουν την ιστορία. Είναι η προσπάθεια να αποσπαστούν από το πλαίσιο της κατοχής και να ενταχθούν σε μια αφήγηση όπου όλα είναι απλώς συμμετρική «βία». Δεν ήταν. Υπήρχε κατακτητής και κατακτημένος λαός. Υπήρχε εξουσία και υπήρχαν κρατούμενοι. Τι να κάνουμε που οι περισσότεροι ήταν κομμουνιστές; Κάτι σημαίνει κι αυτό. Υπήρχαν εκτελεστές και υπήρχαν εκτελεσμένοι. Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι να «αφήσουμε την εικόνα». Είναι να την κοιτάξουμε κατάματα και να αποδεχτούμε τι πραγματικά δείχνει. Δείχνει ανθρώπους που οδηγούνται στον θάνατο από μια δύναμη κατοχής. Και στα μάτια τους φαίνεται ξεκάθαρα ότι αψηφούν το παρόν τους. Είναι περήφανοι για το παρελθόν τους. Έχουν κάνει το χρέος τους.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο λόγος του Καλύβα κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις μοιάζουν να εντάσσονται σε μια ευρύτερη διαδρομή, όπου ο ίδιος επιλέγει τον ρόλο ενός οργανικού διανοούμενου στην υπηρεσία μιας αναθεωρητικής -με την αρνητική έννοια- και, γιατί όχι, στρατευμένης οπτικής. Μιας οπτικής που, κατά τη γνώμη μου, δεν στοχεύει τόσο στην ουσιαστική αναθεώρηση μέσω νέων τεκμηρίων ή ερμηνειών, αλλά στην πρόκληση, στην προβοκάτσια και τελικά στην αυτοπροβολή μέσω της αντίδρασης που προκαλεί. Και σε αυτό το επίπεδο, πράγματι, φαίνεται να επιτυγχάνει τον στόχο του, αφού ακόμη και αυτές οι σκέψεις μου αποτελούν μέρος αυτού του κύκλου αντίδρασης που ο ίδιος ενεργοποιεί. Δεν γνωρίζω αν αντλεί ικανοποίηση από αυτή τη διαδικασία.Ομως είναι δύσκολο να μη διαπιστώσει κανείς ότι, όταν η ιστορική συζήτηση μετατρέπεται σε μηχανισμό πρόκλησης και προσωπικής ανάδειξης, το επίκεντρο μετατοπίζεται από την ιστορία στον συντάκτη/αρθρογράφο και αυτό, τελικά, δεν υπηρετεί ούτε την ιστορική γνώση ούτε τη συλλογική μνήμη.

*Ο Λάμπρος Φλιτούρης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Η εικόνα και η ουσία

Λέξεις: Δ.Α.

Διάβασα το κείμενο του Στάθη Καλύβα. Μερικές σκέψεις όχι από τη θέση του ιστορικού, αλλά από τη σκοπιά κάποιου που ενδιαφέρεται για το πώς συγκροτείται η ιστορική γνώση και για τα ερμηνευτικά σχήματα με τα οποία διαβάζουμε το παρελθόν.

1. Αν πράγματι, όπως προτείνει ο Στάθης Καλύβας, «μας ενδιαφέρει η κατανόηση» και θέλουμε να «απομακρυνθούμε από απλουστευτικές, ασπρόμαυρες θεωρήσεις», τότε η συζήτηση για την Αντίσταση δεν μπορεί να οργανώνεται γύρω από ερωτήματα που προϋποθέτουν μονοσήμαντες προθέσεις. Το ερώτημα «ηρωισμός και αυτοθυσία για ποιον σκοπό;» μεταφέρει την ανάλυση από το ιστορικό πεδίο στο πεδίο της ιδεολογικής αποτίμησης κινήτρων, σαν να κινούνταν οι ιστορικοί δρώντες μέσα σε καθαρές κατηγορίες τύπου «πατρίδα» ή «επανάσταση».

Η κοινωνική ιστορία της Αντίστασης έχει δείξει ότι η ένταξη δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ δεν εξηγείται με την υπόθεση ενός ενιαίου σχεδίου σοβιετοποίησης, αλλά με μια πολλαπλότητα εμπειριών και προσδοκιών: την επιβίωση μέσα στην Κατοχή, την τοπική αυτοάμυνα, τον πατριωτισμό, την κοινωνική κινητοποίηση, την ελπίδα μιας διαφορετικής μεταπολεμικής τάξης. Η αναγωγή αυτής της πολυπλοκότητας σε έναν ενιαίο «επαναστατικό σκοπό» αποτελεί ακριβώς εκείνη την ερμηνευτική ισοπέδωση που υποτίθεται ότι το άρθρο του Καλύβα γράφτηκε για να αποφύγει.

2. Οι φωτογραφίες της Καισαριανής δεν είναι απλώς ένα υλικό που προκαλεί συγκίνηση· αποτελούν πρωτογενή ιστορικά τεκμήρια μιας μαζικής εκτέλεσης στο πλαίσιο κατοχικών αντιποίνων. Οι 200 δεν εκτελέστηκαν επειδή συμμετείχαν σε μια αφηρημένη «πολιτική σύγκρουση», αλλά ως αντίποινα από τον γερμανικό στρατό κατοχής για την ενέδρα εναντίον του στρατηγού Κρεχ στους Μολάους, ενταγμένα στη ναζιστική και κατοχική πολιτική τρομοκράτησης. Η μεγάλη πλειονότητά τους ήταν πολιτικοί κρατούμενοι – κυρίως μέλη του ΚΚΕ – που είχαν συλληφθεί ήδη από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές πρώτα στους Ιταλούς και στη συνέχεια στους Γερμανούς μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Η πολιτική τους ταυτότητα δεν μπορεί να σχετικοποιεί την εκτέλεση· εξηγεί ιστορικά γιατί βρίσκονταν φυλακισμένοι επί χρόνια και γιατί επιλέχθηκαν ως όμηροι προς εκτέλεση. Όταν αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο υποβαθμίζεται και αντικαθίσταται από γενικές αναφορές περί «χειραγώγησης της μνήμης», το βάρος μετατοπίζεται από το έγκλημα και τους θύτες στους νεκρούς και στον τρόπο με τον οποίο τους θυμόμαστε. Έτσι, η ιστορική ανάλυση απομακρύνεται από τη δομή της εξουσίας που παρήγαγε το γεγονός και εγκλωβίζεται σε μια συζήτηση για τις χρήσεις της μνήμης, όπου το συγκεκριμένο έγκλημα χάνει τη σαφήνειά του..

3. Η προτροπή του «να αφήσουμε την εικόνα και να στραφούμε στην ουσία» σημαίνει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τη χρονικότητα των ιστορικών επιλογών. Η περίοδος της Κατοχής δεν μπορεί να διαβάζεται αναδρομικά. Το ΕΑΜ συμμετείχε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, αφού είχε υπογράψει τη Συμφωνία του Λιβάνου και τη Συμφωνία της Καζέρτας, αποδέχθηκε την υπαγωγή των δυνάμεών του στο συμμαχικό στρατηγείο και υποδέχθηκε τις βρετανικές δυνάμεις στην απελευθερωμένη Αθήνα. Αν ο άμεσος στόχος ήταν η εγκαθίδρυση ενός σοβιετικού καθεστώτος, αυτές οι επιλογές θα ήταν ιστορικά ακατανόητες.

Η εστίαση μόνο στην εικάζουσα μελλοντική πολιτική προοπτική και η παρουσίασή της ως μοναδικής κινητήριας δύναμης δεν είναι εμβάθυνση αλλά “ηθελημένη άγνοια” των γεγονότων και της ιστορικής πραγματικότητας.

4. Το ίδιο ισχύει και για το επιχείρημα ότι «δεν ήταν όλοι οι αντιστασιακοί κομμουνιστές». Πρόκειται για μια αυτονόητη διαπίστωση που δεν απαντά στο πραγματικό ερώτημα, το οποίο είναι η κοινωνική και στρατιωτική κλίμακα. Η αριθμητική και οργανωτική υπεροχή του ΕΑΜ αποτελεί ιστορικό δεδομένο.

5. Η σύγκριση της εκτέλεσης των 200 με την Καλαμάτα ή τη δολοφονία του Ψαρρού δεν φωτίζει αλλά συγχέει. Πρόκειται για φαινόμενα που ανήκουν σε διαφορετικά ιστορικά επίπεδα: άλλο η συστηματική ναζιστική πολιτική αντιποίνων από μια δύναμη κατοχής απέναντι σε κρατούμενους–ομήρους και άλλο η βία που εκδηλώνεται μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης του κρατικού μονοπωλίου της βίας και ενδοαντιστασιακής ή εμφυλιακής σύγκρουσης. Όταν αυτά τοποθετούνται στο ίδιο ερμηνευτικό ζύγι, η διαφορά ανάμεσα στην κατοχική τρομοκρατία και στην εσωτερική σύγκρουση εξαφανίζεται και το αποτέλεσμα είναι η σχετικοποίηση της ίδιας της φύσης του εγκλήματος. Στην Καισαριανή έχουμε μια κάθετη σχέση εξουσίας – έναν στρατό κατοχής που εκτελεί πολιτικούς κρατούμενους ως αντίποινα για να τρομοκρατήσει έναν πληθυσμό. Αυτή η διάκριση ανάμεσα στον κατακτητή και στον κατακτημένο, στον όμηρο και στον εκτελεστή είναι το ιστορικό πλαίσιο και δεν μπορεί να θολώνει σε συμψηφισμούς.

6. Στο επίπεδο της δημόσιας μνήμης, η περίπτωση της Λέλας Καραγιάννη δείχνει μάλλον το αντίθετο από αυτό που υπονοείται στο άρθρο του Στάθη Καλύβα. Η μορφή της αναγνωρίστηκε πολύ νωρίς από το μεταπολεμικό κράτος: τιμήθηκε επίσημα ως εθνική αγωνίστρια, δόθηκε το όνομά της σε δρόμους, ανεγέρθηκε προτομή της στον δημόσιο χώρο και η δράση της εντάχθηκε στο κυρίαρχο αφήγημα της αντίστασης ήδη από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Όλα αυτά συνέβησαν σε μια περίοδο κατά την οποία οι Εαμικοί αγωνιστές παρέμεναν αποκλεισμένοι από το δημόσιο τομέα, χωρίς αναγνώριση της αντιστασιακής τους ιδιότητας και συχνά υπό καθεστώς διώξεων. Η θεσμική αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης ήρθε μόλις το 1982, δηλαδή σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά το τέλος της Κατοχής. Αν, λοιπόν, υπήρξε ασυμμετρία στη συγκρότηση της συλλογικής μνήμης, αυτή λειτούργησε ιστορικά εις βάρος των εαμικών και όχι των μη εαμικών οργανώσεων.

Η σημερινή ισχυρή παρουσία τους στον δημόσιο χώρο δεν αποτελεί ένδειξη κάποιας μεταγενέστερης «ηγεμονικής επιβολής», αλλά αποτέλεσμα μιας καθυστερημένης ιστορικής εξισορρόπησης και, ταυτόχρονα, αναγνώρισης ενός εμπειρικού δεδομένου που καταγράφεται σε όλες τις πηγές: ότι το ΕΑΜ αποτέλεσε τη μαζικότερη μορφή οργάνωσης της Αντίστασης.

7. Οι φωτογραφίες της Καισαριανής δεν προκάλεσαν συγκίνηση επειδή «ενεργοποιήθηκαν» πολιτικά από κάποιον πολιτικό φορέα, αλλά επειδή φέρουν μια σπάνια και άμεση οπτική μαρτυρία της ίδιας της στιγμής πριν από την εκτέλεση. Δεν δείχνουν απλώς το αποτέλεσμα μιας εκτέλεσης· δείχνουν τους ανθρώπους καθ’ οδόν προς αυτήν: σε παράταξη, με τα πρόσωπα ορατά, με στάσεις σώματος που αποπνέουν αξιοπρέπεια, επίγνωση, περηφάνεια. “Ο ηρωισμός τους ήταν βγαλμένος από μύθο”….είπε ο Σακκάτος στον Guardian και εμείς είδαμε “αυτό το θάρρος με τα ίδια μας τα μάτια”. Η εικόνα κατάργησε την απόσταση ανάμεσα στον θεατή και στο γεγονός: και μετέτρεψε την αφηρημένη ιστορική γνώση σε άμεση οπτική εμπειρία. Τεράστια η δύναμή τους.

8. Στο άρθρο του Καλύβα γίνεται λόγο για «συναισθηματισμό», «τοξικότητα» και «χειραγώγηση». Η συναισθηματική συγκίνηση δεν είναι το αντίθετο της κριτικής σκέψης· η ιστορία δεν είναι λογιστικά αρχεία χωρίς συγκινησιακή διάσταση. Η αναγνώριση ότι οι 200 εκτελέστηκαν από έναν στρατό κατοχής κ.ά. δεν είναι πολιτική χρήση της μνήμης αλλά ιστορική ακρίβεια.

9. Η μετάβαση, λοιπόν, από την εικόνα στην ουσία δεν προϋποθέτει την αποστείρωση του παρελθόντος από τη συγκίνηση ούτε τη σχετικοποίηση του εγκλήματος. Προϋποθέτει να εντάξουμε την εικόνα στο συγκεκριμένο ιστορικό της πλαίσιο: στις σχέσεις εξουσίας της Κατοχής, στη λογική των γερμανικών ναζιστικών αντιποίνων, στη διαδρομή που μετέτρεψε αυτούς τους ανθρώπους σε ομήρους – από τις συλλήψεις του καθεστώτος 4ης Αυγούστου και τα χρόνια των φυλακών και των εξοριών έως την παράδοσή τους από το τότε ελληνικό αντικομμουνιστικό κράτος στις κατοχικές δυνάμεις. Μόνο μέσα σε αυτή τη χρονικότητα και αυτή τη δομή βίας η εικόνα αποκτά το πραγματικό της νόημα. Τότε παύει να λειτουργεί ως υλικό συμψηφισμού ή ως αφορμή για συζητήσεις περί «χρήσεων της μνήμης» και μετατρέπεται σε αυτό που είναι: τεκμήριο που παράγει ιστορική γνώση.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα