Parallax View

Τα μεταξωτά βρακιά, οι επιδέξιοι πισινοί και η χαμένη δημοκρατία της παραλίας

Η δημοκρατία του καλοκαιριού πέθανε εδώ και χρόνια. Στα απόνερα του μνημοσύνου της κολυμπάμε σήμερα. Και είναι δυσώδη...

Γιώργος Τούλας
τα-μεταξωτά-βρακιά-οι-επιδέξιοι-πισιν-1191277
Γιώργος Τούλας

Μέρες τώρα έχει ξεσηκωθεί ένας κουρνιαχτός στα social, με αφορμή την απόφαση ενός μπιτσόμπαρου στη Χαλκιδική που επιβάλλει dresscode στους θαμώνες του τα απογεύματα. Θέλει στην παραλία το φαίνεσθαι. 

Ο τρόπος, η ανακοίνωση, τα λόγια, μοιάζουν εξαιρετικά κυνικά, μοιάζουν το νέο όριο ανάμεσα στον καθωσπρεπισμό, το φαίνεσθαι, τη χαλαρότητα, το δήθεν, την αληθινή ουσία του καλοκαιριού, που χάθηκε από χρόνια.

Άνθρωποι οργισμένοι εκφράζουν αγανάκτηση για τον αποκλεισμό όσων δεν έχουν καμιά διάθεση να συμμορφωθούν με μια νόρμα, που από τη φύση της είναι κόντρα στη λογική του τοπίου, το φτιασίδωμα δηλαδή για τις ανάγκες μιας κοινωνικής σύμβασης, που μεταφέρεται από την πόλη στην ακτή. Εκεί που για αιώνες το συλλογικό φαντασιακό προέβλεπε χαλαρότητα. 

Άλλοι πάλι, κάτι του ντεμέκ καθωσπρεπισμού υπερασπίζονται με ατυχείς αναρτήσεις το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέβει για μπάνιο το απόγευμα ντυμένος κάπως καλά και κρατώντας ένα ποτήρι σαμπάνια στους 40 βαθμούς που ο λίβας καίει τα σπαρτά. Κάθιδρος, αλλά σικ.

Την πρώτη στιγμή που διάβασα την ανακοίνωση, οφείλω να πω ότι εκνευρίστηκα και γω. Σκέφτηκα όλα τα αυτονόητα, πως δηλαδή αγγίζει τα όρια του γελοίου να απαιτείς comme il faut συμπεριφορές σε ένα τόπο, την αμμουδιά που πάντα αντιπροσώπευε τη συμφιλίωση του σώματος με το τοπίο. Το να δημιουργείς σκηνογραφία που βιάζει το ωραιότερο σκηνικό του κόσμου, που με σοφία η φύση εποίησε, το να εισάγεις κοστούμια σε ένα μέρος που η συνθήκη το σώμα το προόριζε πάντα να εμφανιστεί με σχεδόν αδαμιαία περιβολή.

Κατόπιν άρχισα να το σκέφτομαι λίγο παραπάνω. Θυμήθηκα πότε ήταν η πρώτη φορά που με εξόργισε έντονα μια εικόνα παραλίας. Το καλοκαίρι του 2000 στο Βαραδέρο της Κούβας, εμείς, οι ξένοι, ξαπλωμένοι στις σεζλονγκ του ισπανικών συμφερόντων πεντάστερου απολαμβάναμε τον ήλιο και τις χάρες της Καραϊβικής, χαλαροί και με την αίσθηση του άρχοντα και πίσω από ένα συρματόπλεγμα, στην άκρη της ακτής, δεκάδες Κουβανοί, στοιβάζονταν σε ελάχιστα μέτρα άμμου που τους είχαν επιτρέψει να κατεβαίνουν, σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλον. Μια εικόνα αρκούντως σοκαριστική που σχεδόν ξεχνούσες μετά από τρία μοχίτο. Ξεχνούσες όμως όντως; 

Είχα ήδη ξεχάσει μια άλλη εικόνα το 1993 στο Κοπαγκάν της Ταϊλάνδης. Εκεί που απολαμβάναμε στην ξαπλώστρα ένα φρεσκοστυμμένο χυμό καρύδας σε μια ονειρική αμμουδιά και ο υπάλληλος του ριζόρτ έπαιρνε μεροκάματο λιγότερο από το κόστος του χυμού.

Τρία καλοκαίρια αργότερα από την Κούβα, στο δρόμο από το παλαιό αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης προς την πόλη, είδα την ακριβώς αντίθετη εικόνα. Ήταν η εποχή που στην Ελλάδα έτρεχαν τα σκυλιά με τα λουκάνικα και τα πάρτι στη Μύκονο ήταν θρησκεία, είχαμε αρχίσει να κάνουμε κρατήσεις σε ξαπλώστρες και οι πρώτες σειρές ομπρέλες ήταν ακριβότερες, στην τηλεόραση έπαιζαν ρεπορτάζ με ανθρώπους που υστερικά ούρλιαζαν: ”περνάμε υπέροχα!!!”.

Μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στον παράλιο δρόμο της Πόλης, είδα λοιπόν οικογένειες και παρέες πολυπληθείς ανθρώπων, να έχουν στρώσει τραπεζομάντηλα, να έχουν απλώσει φαγητά, να κοιμούνται κάτω από δέντρα στην ακτή, να απολαμβάνουν, όπως περίπου θυμάμαι να κάνουν οι γονείς μου, τη δημοκρατία της παραλίας. Το μαζί. 

Η εικόνα με είχε συνεπάρει, ήταν η απόλυτη αντίθεση με την εικόνα των περίβλεπτων ελληνικών παραλιών εκείνη την εποχή της ματαιοδοξίας. Με το κοίτα με λάμπω…

Από τότε πέρασαν είκοσι χρόνια. Ο τρόπος που ενηλικιωθήκαμε μέσα στις αλλεπάλληλες κρίσεις, το τέλος των ψευδαισθήσεων, τα απανωτά σοκ, το γκρέμισμα της αίσθησης της εκτόξευσης μιας χώρας στα αστέρια, ο κυνισμός της επικράτησης ενός νέου κόσμου, που σαφώς και δεν χωράνε όλοι με όρους πλησιάσματος, η διαρκής αύξηση του χάσματος ανάμεσα σε τάξεις, που δεν ανησυχεί πια μόνο τους χαμένους, αλλά και τους κερδισμένους, μόλις χθες βράδυ σε μια κουβέντα, ένας συνειδητοποιημένος βιομήχανος που εκτιμώ πολύ και συνάντησα τυχαία, μου είπε επί λέξει: με ανησυχεί βαθιά η απώλεια της μέσης τάξης.

Όλα αυτά μαζί τα αλλεπάλληλα επεισόδια στο δρόμο για την απώλεια όχι μόνο της δημοκρατίας της παραλίας αλλά και κάθε έννοιας ισότητας απέναντι στους φυσικούς πόρους και αγαθά, τρομάζουν.

Το καλοκαίρι, ο ονειρικός τόπος των αναγνωσμάτων μας, των ωραιοποιημένων αναμνήσεων, είναι κλινικά νεκρό από χρόνια. Σήμερα η επιτακτική ανάγκη για dress code στην ξαπλώστρα που κοστίζει όσο ένα μεροκάματο, είναι η εμφατική υπενθύμιση της θηριώδους παραδοχής πώς το δικαίωμα στην απόλαυση δεν εξαρτάται από τη διάθεση σου αλλά από τον προκλητικό αποκλεισμό από κάθε πιθανότητας ελπίδας.

Καθώς όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, μια βουτιά στη θάλασσα θα είναι η στιγμιαία πολαρόιντ της αδικίας, της οργής, της απλοϊκής πια απόδειξης πως η δημοκρατία του καλοκαιριού πέθανε εδώ και χρόνια. Στα απόνερα του μνημοσύνου της κολυμπάμε σήμερα. Και είναι δυσώδη…ENJOY, που λένε και στα μοδάτα εστιατόρια.

Όσα ζούσε η Ταϊλάνδη το 1993 και η Κούβα το 2000 είναι η νέα δική μας πραγματικότητα. Αυτό κυρίως πονάει. Η αίσθηση ότι νομίζαμε πώς πάντα θα αφορά άλλους…

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα