(your) SILENCE IS SEXY
Η Σύνθια Σάπικα αποχαιρετά το Θόδωρο Παπαδόπουλο και μια εποχή
Λέξεις: Σύνθια Σάπικα
Πόσα πράγματα μου έλεγε και τα αψηφούσα. Για την πολιτική, για το Ποτάμι, για τη ΝΔ για την υποψηφιότητα μου. Τα αψηφούσα επειδή πάντα τα έλεγε μεταξύ αστείου και σοβαρού και δεν μπορούσες να τον αγνοήσεις, μπορούσες μόνο να τον αψηφίσεις.
Και πόσα άλλα μου έλεγε και τα ξεχνούσα. Διότι η ζωή του, που μου την διηγόταν ήταν σαν ιστορία sex and drugs and roll με απόλα μέσα. Ένα γεμάτο περιέργεια αγόρι από την Πτολεμαίδα, που δούλευε στη Μύκονο ήρθε στη Θεσσαλονίκη, πήγαν να τον κοροϊδέψουν με μία δουλειά ή με ένα ακίνητο και τελικά πήρε το Berlin που το ονόμασε έτσι εξαιτίας του Lou Reed. Διότι ο Θόδωρος ήταν αστικός μύθος. Τον έβρισκες παντού και όλες τις ώρες. Στις πιο αβάνγκάρντ και στις πιο mainstream συναυλίες. Στην αρχή μπροστά, αργότερα πίσω, στο τέλος σε σκαμπό πίσω, πάντα μόνος, πάντα με όλους. Διότι τι να του πουν του Θόδωρου οι συναυλίες που μετά από αυτές όλα τα γκρουπ πήγαιναν στο Θόδωρο.
Ποιοι Cramps, ποιος Nick Cave, ποια Siouxsie and the Banshees, ποιος Marc Almond, οι ροκάδες Green on Red, ακόμα και οι Echo & The Bunnymen και οι Einstürzende Neubauten με το Silence Is Sexy που μου λεγε ο Τεό πώς είναι κομματάρα. Τον έβρισκες σε όλα τα καφέ, άκυρες ώρες. Στο Berlin για πρωινό, στο de facto για καφέ, στο μαγαζί με τα βιολογικά για κρασί. Και πάντα μιλούσε με κάποιον περαστικό. Κι εγώ περαστική ήμουν.
Κάθε κουβέντα μας, κάθε συνάντηση μας, τυχαία ή όχι είχε μέσα και από τα 3. Και σεξ, διότι πάντα ήταν ερωτευμένος και πάντα κάτι μου έλεγε για κάποιο κορίτσι του και μουσική πάντα, κάποια συναυλία που εγώ δεν πήγα και εκείνος πήγε και πολιτική με επίκεντρο το Μητσοτάκη και την ματιά του που ήταν βελούδινη και αιχμηρή μαζί.
Στο σπίτι του στο Πανόραμα πήγα μία φορά φρεσκοχωρισμένη και ερωτευμένη. Παντού βινύλια. Στο κρεβάτι στο μπάνιο στο πάτωμα, στο ράφι, στην είσοδο στο διάδρομο στη σκάλα. Άπειρα στερεοφωνικά, άπειρα ηχεία. Μου έλεγε ο Παύλος ο Παυλίδης ότι την φορά που είχε πάει σπίτι του Θόδωρου είχε πάθει πλάκα με τα ηχεία. Εγώ σημασία δεν έδινα στα ηχεία ούτε στα συλλεκτικά βινύλια αμύθητης αξίας που μου λέγανε με τον άντρα μου, έδινα σημασία μόνο στην ατμόσφαιρα, που ήταν σαν να ζω πρωταγωνίστρια λίγο σε ταινία του Τζάρμους λίγο σε ταινία του Βέντερς.
Και μετά ήταν οι πρωτοχρονιές. Μετά το 2015 ερχόταν μόνος, πάντα κομψός, δεν έπινε πολύ και πάντα έπιανε κουβέντα με τη θεία μου τη Μαίρη στον άσπρο καναπέ. Με εκείνο του τρυφερό και έκφυλο χαμόγελο που έλεγε θέλω και αυτή τη χρονιά να τη ζήσω. Τις δύο τελευταίες ήρθε με τη σύντροφο του τη Στέλλα παραμονή πρωτοχρονιάς στο πατρικό μου. Μου είχε πει ένα μήνα νωρίτερα πως είναι άρρωστος και πως οι γιατροί του δίνουν δύο χρόνια ζωή. Δεν το σχολίασε. Τον ρώτησα εάν έχει κάποιον άνθρωπο να τον φροντίζει. «Αστειεύεσαι; μου λέει «έχω το κορίτσι μου με τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου». Ήρθε με τη Στέλλα του που είχε ένα θέμα ορθοπεδικό και ήταν και οι δύο με το μπαστούνι. Στις 3 το πρωί φύγαμε μαζί με το Ντένη και τη Στέλλα και τους συνοδεύσαμε ως το Μπερλίν πάνω από το οποίο ήταν και το σπίτι τους. Φορούσε ένα παλτό, μαύρο, καπέλο καουμπόικο, μαύρο και κρατούσε ένα μαύρο μπαστούνι. Ο ορισμός του καλτ με τη Στέλλα δίπλα. Σε εκείνη τη διαδρομή ήθελα να τον βγάλω φωτογραφία, το περίγραμμα του, αλλά δεν το έκανα. Όπως δεν θέλουμε να χάσουμε ένα ηλιοβασίλεμα βγάζοντας το φωτογραφία.
Υ.Γ. Τελικά, όπως καταλαβαίνω Θόδωρε, σ’ έναν κόσμο που είμαστε περαστικοί δεν μας παίρνει να κάνουμε καμία υποχώρηση.
*Η Σύνθια Σάπικα είναι δημοσιογράφος


