close search results icon

Πέθανε ο σπουδαίος Μπάμπης Αργυρίου

Υπήρξε σημαντικό μέρος της νεώτερης μουσικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης.

Πέθανε ο σπουδαίος Μπάμπης Αργυρίου
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Μια μεγάλη απώλεια για την μουσική κουλτούρα της Θεσσαλονίκης είχαμε απόψε. Ο Μπάμπης Αργυρίου δεν είναι πια μαζί μας. Έφυγε χτυπημένος από covid καθώς νοσούσε από σοβαρό υποκείμενο νόσημα εδώ και χρόνια.

Ο Μπάμπης Αργυρίου είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία της μουσικής κουλτούρας της πόλης.

Δημοσιογράφος μουσικής, μουσικοκριτικός, εκδότης, παραγωγός και λογοτέχνης.

Χάραξε τη δική του πορεία μαζί με τον Γιάννη Πλόχωρα και άνοιξε ορίζοντες στην μουσική μας κουλτούρα και στο άνοιγμα των οριζόντων μας. Με τα σπουδαία του κείμενα τη δημιουργία του Rollin Under fanzine, της Lazy Dog Records, τις μουσικές που πρότεινε και βοήθησε στη δημιουργία μιας ολόκληρης γενιάς μουσικών παραγωγών.

Σε σαράντα χρόνια δημιουργίας βρέθηκε πίσω από τη γέννηση των Ράδιο Free (1980-87), Rollin Under fanzine (1985-91), Lazy Dog Records (1985-2005), MiC Books (2013-) και  MiC.gr (2000-). Διατηρούσε και ιστότοπο με τα κείμενα του

Εγραψε δυο σπουδαία μυθιστορήματα με ήρωες παθιασμένους με τη μουσική (“Έχω όλους τους δίσκους τους” (2013) και “Προτιμώ τα παλιά τους” (2015)) κι ένα με διηγήματα, το “Άλμπουμ διασκευών” (2019).

Εικονα: Ολγα Δέικου

To 2013 είχε αφηγηθεί στην parallaxi την ζωή του.

Τότε γράφαμε για κεινον: Ο Μπάμπης Αργυρίου είναι σημαντικό μέρος της νεώτερης μουσικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Το δισκάδικο του αποτέλεσε τόπο συνάντησης κορυφαίων προσωπικοτήτων της μουσικής σκηνής και ένα κανονικό σχολείο για χιλιάδες ακροατές.  Ο Μπάμπης Αργυρίου είναι website administrator στο μουσικό πόρταλ mic.gr. Στην ζωή του έχει κάνει τον ξυλουργό, πωλητή, τεχνίτη γύψινων διακοσμήσεων, ηλεκτροσυγκολλητή, εισπράκτορα συνδρομών σε επαρχιακή εφημερίδα, εκδότη φανζίν, ιδιοκτήτη εταιρείας δίσκων και δισκάδικου. Αντίο σπουδαίε Μπάμπη.

Διάβασα το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο μου στο δημοτικό και μια δεκαετία περίπου αργότερα δοκίμασα να γράψω κι εγώ ένα. Όταν γέμισα διακοσαριά σελίδες, το ονόμασα «Κάτω απ’ τη σκιά των γεγονότων», ζωγράφισα κάτι πρόχειρο για εξώφυλλο (ο Reiser θα το ενέκρινε, νομίζω) και το έκρυψα σε δυσπρόσιτο σημείο όπου και αναπαύεται μέχρι σήμερα.

Τη δεκαετία του ’80 η μουσικόφιλη πλευρά μου υποχρέωσε τον φέρελπι συγγραφέα να γράφει και να δημοσιοποιεί με φωτοτυπίες και αργότερα με τυπωμένα τεύχη περιοδικών (αφού δεν υπήρχαν blogs τότε) αφιερώματα σε συγκροτήματα, τοπικά και διεθνή, συνεντεύξεις, κριτικές αλλά και μικρά διηγήματα, όπως εκείνο με ήρωα κάποιον που συρρικνωνόταν μέχρι που έφτασε να μην μπορεί να ανεβεί στα πεζοδρόμια. Καταγγέλλω την εκμετάλλευση του συγγραφέα απ’ τον μουσικόφιλο και συνεχίζω.

Έκανα εκπομπές και ήρθα σε επαφή με πολλά συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης, πράγμα που με επηρέασε ποικιλοτρόπως. Έκανα φίλους μου πολλούς μουσικούς. Είδα πως γράφονται, βελτιώνονται και ηχογραφούνται τα τραγούδια. Προσπάθησα να παίξω κι εγώ μουσική, αλλά ανακάλυψα ότι «έχει πάρα πολλές νότες» (όπως τραγούδησαν και οι Replacements) τις οποίες δεν είχα διάθεση να στρωθώ για να μάθω.

Στην πορεία παρασύρθηκα από τον ενθουσιασμό μου και όχι μόνο έγραφα κείμενα για τη μουσική τους αλλά άρχισα να κυκλοφορώ και δίσκους τους. Φυσικά κατέθετα το βδομαδιάτικο στα δισκάδικα του κέντρου και έτρεχα στα live σαν ασθενής που χρειαζόταν ηχοκάθαρση. Επηρεασμένος από το ποίημα «Αιμομιξίας παιδιά λατρεμένα» μιας συνεργάτιδάς μου, δήλωσα ότι θα γυρίσω το 1999 μια ταινία μ’ αυτόν τον τίτλο. Δεν το έκανα και το έχω βάρος.

Μεσολάβησαν κι άλλα που ο χώρος δεν επιτρέπει να αναφέρω, μέχρι που, λίγα χρόνια πριν, άκουσα τον Stephen King να με προτρέπει (μέσα από τις σελίδες του «Περί συγγραφής») να καθίσω και να γράψω μια όμορφη ιστορία· να μη σκάσω πολύ με περιγραφές και αλληγορίες, αλλά να γράψω μια ιστορία που ο αναγνώστης θα απολαύσει και θα θυμάται για καιρό.

Κάθισα λοιπόν και δημιούργησα έναν κόσμο με κεντρικό ήρωα τον Σίμο Μπάνση, ο οποίος ζει στο κέντρο της πόλης μας και κινείται μεταξύ Φιλίππου και Νίκης, Κολόμβου και Λευκού Πύργου, αγαπάει ιδιαίτερα τη μουσική του ’80 και ονειρεύεται να γυρίσει ένα πανκ ριμέικ των «Κουρελιών που τραγουδάνε ακόμα».

Γοητεύεται από νεαρή με την οποία τον χωρίζουν πολλά και τον ενώνουν περισσότερα. Ο αδερφός της παίζει σε συγκρότημα, ο δικός του, που είναι και μεγαλύτερος, ζει εκτός Θεσσαλονίκης και έχει πολλά να θυμηθεί από την εποχή που ξεκινούσαν οι τακτικές συναυλίες των ξένων συγκροτημάτων στη χώρα μας και οι ανεξάρτητες κυκλοφορίες δίσκων. Ο Σίμος τα κάνει όλα καλύτερα από μένα και έχει κολλήματα που θαυμάζω. Άρχισε κιόλας να με επηρεάζει. Π.χ. εξαιτίας του έγινα κι εγώ blogger. Του εύχομαι να γίνει πιο γνωστός από μένα και να ζήσει πολύ περισσότερο.

Ο αναχώρηση του περιγράφεται έξοχα από ένα δικό του κείμενο που ανέβηκε στο δικό του mic.gr

«Πόσα χρόνια τον ήξερες»; «Εγώ ήμουν στη μετακόμιση του 89». «Εγώ έχω όλους τους Γδούπους». «Εγώ έγραφα στο περιοδικό που είχε κάποτε στο δίκτυο». «Απ’ αυτόν έμαθα τον Ish Marquez». «Κάπως κλειστός τύπος, δεν τον πλησίαζες εύκολα». «Είχε πολλή οργή μέσα του, τον χαλούσαν πολλά πράγματα». «Πολύ καλός άνθρωπος, δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα στη γειτονιά»…
Επειδή δεν ανακάλυψα κανένα εμβόλιο που σώζει ζωές, δεν συνέθεσα καμιά «Περιμπανού», δεν έγραψα το «Πόλεμος και ειρήνη» (ούτε το διάβασα είναι η αλήθεια), δεν ανακάλυψα κάτι επαναστατικό όπως το φερμουάρ ή το καζανάκι που θα έκανε τη ζωή των ανθρώπων πιο εύκολη, οι μόνοι που έχουν λόγο να με θυμούνται είναι οι κοντινοί μου.
Και στις κοντινότερες των κοντινών αποστέλλω το παρακάτω μπουκέτο στίχων μήπως και υγρανθεί η παρειά τους.

«For the days when we smiled, and the hours that ran wild, with the magic of our eyes and the silence of our words. And sometimes I wonder, just for a while. Will you remember me?»
(Συγκινούμαι κι εγώ αλλά εδώ που ήρθα δεν υπάρχουν δάκρυα)

 

Πώς έφτασα να έχω «όλους τους δίσκους τους»

Η Θεσσαλονίκη σε ασφυξία