«Είμαι εγώ, με λένε Κώστα Θωμαΐδη: Αυτό που με συγκινεί, θέλω να το εκφράζω»
Ο απέραντος ακροατής που έγινε η φωνή των μεγάλων δημιουργών, αφηγείται μια ζωή γεμάτη εικόνες, λυτρωτικές ερμηνείες και "πλανώδιες μουσικές"
Τι να πρωτοπεί κανείς για τον Κώστα Θωμαΐδη. Από τη σύντομη κουβέντα μας, σκέφτομαι πως είναι ένας άνθρωπος της εποχής του, και όχι μόνο, ένας άνθρωπος της εποχής που ζει.
Αναγνωρίζει τις αλλαγές που υφίστανται στην εποχή, αναλογιζόμενος πάντα τις νέες γενιές που έρχονται. Σημαντικό. Ακόμα σημαντικότερο όμως, γίνεται όταν κανείς γίνει ακροατής των όσων έχει βιώσει. Στάθηκε δίπλα από τους μεγάλους του ελληνικού τραγουδιού, μου μίλησε για αυτούς με το μικρό τους.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή που μιλήσαμε στο τηλέφωνο, ζήτησε να του απευθύνομαι στον ενικό. Του είπα εντάξει, μα ως συνήθως δυσκολεύομαι και την υπόσχεσή μου αυτή την αθετώ – την επόμενη κιόλας στιγμή. Τον συνάντησα στο καφέ Μπαζάρ, στο δρομάκι μας που προσφάτως έχει γίνει ολοφώτιστο. Ήξερα ότι το μαγαζί παίζει ωραία μουσική και, για να είμαι ειλικρινής, είχα το άγχος της επιλογής.
Σύντομα η κουβέντα μας οδηγήθηκε στο επερχόμενο live του στη Ζώγια, κι εκεί άρχισα να αντιλαμβάνομαι πώς βλέπει τον χώρο και τον χρόνο. Για έναν καλλιτέχνη που σχεδόν ποτέ δεν επέλεγε τα βραδινά προγράμματα, η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία.
Συζητώντας για το πόσο έχουν εκλείψει πια οι χώροι που ευνοούν την ουσιαστική ακρόαση, η Ζώγια στάθηκε στο κέντρο της σκέψης του.
Πήγε στην αρχή να μου πει πως την επέλεξε γιατί του θυμίζει κάτι από τα παλιά, αλλά αμέσως σταμάτησε και διορθώθηκε, λες και δεν ήθελε να παγιδευτεί σε μια στείρα νοσταλγία.
Σε ένα καφενείο, το «γεγονός» της μουσικής ξεφεύγει από τα όρια της σκηνής και απλώνεται στα τραπέζια, μετατρέποντας μια απλή βραδιά σε μια συλλογική εμπειρία που δεν μπορεί να επαναληφθεί. Αυτή η εγγύτητα είναι το ιδανικό σκηνικό για το πρόγραμμα που ετοίμασαν, αφιερωμένο στον Θάνο Μικρούτσικο.
Η δυσκολία, όπως μου εξηγεί, δεν είναι στο τι θα πεις, αλλά στο τι θα αφήσεις απέξω από ένα τόσο απέραντο έργο. Μόνο η θεατρική του διαδρομή ξεπερνά τις εκατό παραστάσεις – ένας κόσμος ολόκληρος όπου ο Κώστας και ο Θάνος ταυτίστηκαν απόλυτα. Σε αυτή τη σκηνική επιστροφή στη Θεσσαλονίκη, δεν θα είναι μόνος. Στο πλάι του θα βρίσκεται ο Δημήτρης Νικολούδης, μια συνεργασία που για τον Κώστα έχει μια ιδιαίτερη, σημασία:
«Έφυγα μικρός από τη Θεσσαλονίκη. Δεν έχω πια φίλους εδώ. Στην Αθήνα σπούδασα, εκεί έκανα παρέες, εκεί ερωτεύτηκα. Όμως, πριν από 10-15 χρόνια, βρήκα στον Δημήτρη έναν φίλο σε αυτή την πόλη. Εκτός από ταλαντούχος τραγουδιστής, μας συνδέει η μουσική, αλλά μας συνδέει και κάτι άλλο, βαθύτερο.»
Όταν δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις μια ιστορία, η καλύτερη λύση είναι να αφεθείς στον ρυθμό εκείνου που την έζησε. Ο Κώστας Θωμαΐδης, με την πραότητα ενός ανθρώπου που έχει υπάρξει «απέραντος ακροατής», πήρε το νήμα από τα χέρια μου και άρχισε να το ξετυλίγει μόνος του.
Μιλώντας για τους φίλους, τους δασκάλους και τους συνοδοιπόρους του, κατάφερε –όπως είχε παρατηρήσει εύστοχα ο Τάκης Σιμώτας– να μιλήσει με τον πιο καθαρό τρόπο για τον ίδιο του τον εαυτό.
Όλα ξεκίνησαν στα 14 του χρόνια με μια φωτογραφική μηχανή, μια φτηνή Instamatic Kodak που του αγόρασε ο πατέρας του.
Ήταν ένα απλό κουτί χωρίς διαφράγματα, όπου «απλά πατούσες και έβγαινε», όμως αυτή η πρώτη επαφή στάθηκε αρκετή για να του γεννήσει ένα ψώνιο που τον ακολουθεί πιστά μέχρι σήμερα.
Λίγο αργότερα, μαζί με την παιδική και αδελφική του φίλη, την Τάνια Τσανακλίδου, αγόρασαν μια ρωσική Lubitel και άρχισαν να πειραματίζονται με το format 6×6, αποτυπώνοντας τις δικές τους πρώτες εικόνες.
Αυτή η αγάπη για το κάδρο και το φως τον οδήγησε, τελειώνοντας το σχολείο στη Θεσσαλονίκη, να κατέβει στην Αθήνα και να γραφτεί στη Σχολή Σταυράκου.
Επιλέγοντας το τμήμα των οπερατέρ για να εμβαθύνει στη φωτογραφία, βρέθηκε μαθητής του Παντελή Βούλγαρη, ο οποίος διέκρινε το ενδιαφέρον του και τον έστειλε να δουλέψει δίπλα σε ένα «ιερό τέρας» του ελληνικού κινηματογράφου, τον Νίκο Καβουκίδη.
Για δυόμισι χρόνια, θήτευσε στα κινηματογραφικά συνεργεία, μαθαίνοντας την τέχνη της εικόνας δίπλα στον μαθητή του Γιώργου Αρβανίτη, μια εμπειρία που καθόρισε την αισθητική του ματιά.
Ωστόσο, παρά την τεχνική κατάρτιση πίσω από τον φακό, η καρδιά του παρέμενε πάντα στραμμένη στο σανίδι, το οποίο αγάπησε πολύ περισσότερο από τον κινηματογράφο. Ήδη από τα οκτώ του χρόνια βρισκόταν σταθερά πάνω στη σκηνή, μια πορεία που συνεχίστηκε ανελλιπώς μέχρι την εφηβεία και μπόλιασε το τραγούδισμά του με μια μοναδική θεατρικότητα.
Αυτή η κοινή ρίζα τον συνδέει μέχρι σήμερα με την Τάνια Τσανακλίδου. Mαζί διδάχθηκαν, μαζί ανακάλυψαν πως για εκείνους η τέχνη δεν ήταν ποτέ μια στεγνή μαθητεία, αλλά το παιδικό τους παιχνίδι.
Μια από τις πιο καθοριστικές στιγμές αυτού του «παιχνιδιού» γράφτηκε όταν ήταν μόλις δεκαπέντε ετών. Το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για μια περιοδεία στο θέατρο Χατζώκου, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Ολύμπιον. Ήταν ένας χώρος μαγικός, στον τρίτο όροφο, με μια σκεπή που άνοιγε και μετέτρεπε την αίθουσα σε θερινή.
Εκεί, ανάμεσα σε ονόματα-θρύλους όπως ο Γιώργος Λαζάνης, η Μάγια Λυμπεροπούλου και ο Μίμης Κουγιουμτζής, ο Κώστας Θωμαΐδης βρέθηκε να παίζει στο έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα του Πιραντέλλο. Ήταν «το παιδάκι» που χρειάζονταν για την παράσταση, μια επιλογή της στιγμής που μετατράπηκε σε μια εμπειρία ζωής την οποία θα συνειδητοποιούσε πολύ αργότερα.
Καθώς ξετυλίγει αυτές τις μνήμες, γίνεται σαφές πως ο καλλιτεχνικός δρόμος ήταν μονόδρομος, όχι ως επαγγελματική επιλογή, αλλά ως μια φυσική προέκταση της ύπαρξής τους. Μέσα από αυτή τη θεατρική μύηση κατανόησε πως η άρθρωση και ο λόγος είναι το άλφα και το ωμέγα. Καθώς μου αναφέρει χαρακτηριστικά:
Ένας από τους λόγους που αισθάνεται περήφανος είναι ότι έκανε ορθοφωνία ήδη από τα δέκα του χρόνια. Αυτή είναι μια κατάκτηση που επιτρέπει σε κάθε ακροατή να καταλαβαίνει και την παραμικρή συλλαβή του τραγουδιού του. Αυτό το κοινό γνώρισμα, αυτή η «καθαρότητα», είναι που τον συνδέει οργανικά και με την Τάνια Τσανακλίδου.
Για έναν καλλιτέχνη που το έργο του επικεντρώνεται στην ηχογράφηση μελοποιημένης ποίησης, η κατανόηση του λόγου αποτελεί απαράβατο κανόνα. «Αν δεν καταλάβεις τη λέξη, μην την τραγουδήσεις», μου λέει χαρακτηριστικά. Στη μελοποιημένη ποίηση, οι ισορροπίες δεν είναι ποτέ μοιρασμένες στη μέση. Για τον Κώστα, η σχέση στίχου και μουσικής ορίζεται από μια λεπτή αλλά σαφή ιεραρχία:
«Στη μελοποιημένη ποίηση τα πράγματα δεν είναι 50-50. Είναι 51% ο στίχος και 49% η μουσική. Κι αυτό γιατί η μουσική δεν γεννιέται στο κενό· εμπνέεται από τον στίχο, τρέφεται από αυτόν. Ο συνθέτης καλείται να διαβάσει σωστά το κείμενο, να αισθανθεί τη δόνησή του και να καταγράψει τη δική του συγκίνηση σε νότες.»
Αυτή η διαδικασία δεν είναι μια απλή πρόσθεση δύο τεχνών, αλλά η γέννηση ενός ενιαίου έργου. Για εκείνον, η μουσική κουβαλάει τη δική της ποίηση και το ποιητικό κείμενο έχει τον δικό του εσωτερικό ρυθμό και μελωδία. Τελικά, στίχος και μουσική δεν είναι ξένα σώματα, αλλά μέλη της ίδιας οικογένειας που αναπνέουν μαζί.
Αν η ζωή του εκείνη την περίοδο ήταν μια κινηματογραφική μπομπίνα που ξετυλιγόταν στα πλατό του Καβουκίδη, η μοίρα αποφάσισε να κάνει ένα απότομο cut.
Μετά από δυόμισι χρόνια πίσω από τις κάμερες, ο «προβολέας» της πορείας του στράφηκε ξανά εκεί όπου όλα είχαν ξεκινήσει: στη μουσική.
Αυτή η «επιστροφή» δεν ήταν μια απλή αλλαγή επαγγέλματος, αλλά μια νομοτελειακή συνάντηση. «Επέστρεφε», λοιπόν – όχι μόνο στον Καβάφη που έμελλε να σφραγίσει τη φωνή του, αλλά στην ίδια του την ουσία, όταν η ζωή τού σύστησε τον Θάνο Μικρούτσικο.

«Ο Θάνος άλλαξε ολόκληρη τη ζωή μου», μου εξομολογείται. «Υπήρξε για μένα τα πάντα: μέντορας, φίλος, πατέρας, αδελφός. Όταν έναν άνθρωπο τον κουβαλάς στη σκέψη σου με τέτοια ένταση, δεν φεύγει ποτέ από κοντά σου.»
Μέχρι και πρόσφατα συνέχιζε τις μουσικές του σπουδές, δεν το έκανε για την τυπική αναγνώριση ενός διπλώματος. Το κίνητρό του ήταν βαθιά αισθητικό: ήθελε να αποκτήσει τα εργαλεία για να διαβάζει τη μουσική βαθύτερα. Ήθελε να μπορεί να ανοίγει μια παρτιτούρα ενός συμφωνικού έργου και να ακούει τις εσωτερικές του δομές, να αναλύει τη σκέψη του συνθέτη και να εισχωρεί στο «γιατί» πίσω από κάθε νότα.
Για τον Κώστα, η Ελλάδα είναι ένας γεωγραφικός παράδοξος. Μια μικρή κουκίδα στον χάρτη που, εντελώς δυσανάλογα με το μέγεθός της, γέννησε γίγαντες.
Η μελοποιημένη ποίηση δεν υπήρξε απλώς ένα είδος τραγουδιού, αλλά το έδαφος όπου η υψηλή διανόηση συνάντησε το λαϊκό αίσθημα.
Όλα άλλαξαν όταν ο Μίκης Θεοδωράκης πήρε τον Επιτάφιο του Ρίτσου και τον έφερε στα χείλη των απλών ανθρώπων. Ξαφνικά, η ποίηση του Ελύτη και του Σεφέρη δεν βρισκόταν μόνο στα ράφια των βιβλιοπωλείων, αλλά στα καφενεία και στις πορείες.
Στην άλλη όψη του νομίσματος, ο Μάνος Χατζιδάκις δημιουργούσε τον Μεγάλο Ερωτικό, μια ανατομία της ερωτικής ποίησης από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
«Η κορυφαία στιγμή, κατά τη γνώμη μου, είναι το κλείσιμο του έργου: “Κραταιά ως θάνατος αγάπη” από το Άσμα Ασμάτων. Η Φλέρυ Νταντωνάκη και ο Δημήτρης Ψαριανός άγγιξαν εκεί το θείο»
Για τη Φλέρυ μιλά με δέος, την περιγράφει ως ένα «αερικό» που μεταμορφώθηκε στα χέρια του Χατζιδάκη, αποκαλύπτοντας μια λυρική πλευρά που ξεπερνούσε τα γήινα όρια.
Η ιστορία όμως δεν σταματά στον θαυμασμό. Ο καλλιτέχνης πιστεύει πως για να γίνει κάποιος δημιουργός πραγματικά «μεγάλος», πρέπει να τολμήσει μια τομή.
Η Μαρία Δημητριάδη: Μια φωνή δραματική –με την έννοια της δραματουργίας– που μπορούσε να είναι ταυτόχρονα λυρική και επική, δίνοντας πνοή στην Καντάτα για τη Μακρόνησο.
Ο Θάνος Μικρούτσικος: Εμφανίστηκε στα 23 του χρόνια, εν μέσω Μεταπολίτευσης, όταν ο κυρίαρχος ήχος ήταν η λαϊκή ορχήστρα του Μίκη. Ο Θάνος έφερε κάτι εντελώς διαφορετικό: πνευστά, συγκλονιστικές ενορχηστρώσεις και μια νέα αισθητική πρόταση που δεν έμοιαζε με τίποτα προηγούμενο.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος: Επίσης στα 23 του, έγραφε ήδη κινηματογραφική μουσική που έμελλε να μείνει αθάνατη.
Καθώς μου περιγράφει αυτές τις «ιερές στιγμές» του ελληνικού τραγουδιού, αντιλαμβάνομαι πως ο Κώστας Θωμαΐδης δεν μιλά ως ένας εξωτερικός παρατηρητής, αλλά ως ένας άνθρωπος που βούτηξε μέσα σε αυτά τα «Ευαγγέλια».
Πολύ σύντομα, το παιδί που κοίταζε με θαυμασμό αυτούς τους θρύλους, θα βρισκόταν να μοιράζεται μαζί τους την ίδια σκηνή:
Το 1986, όταν βρέθηκε στο Βερολίνο, στο εμβληματικό Berliner Ensemble, για να παρουσιάσει έργα του Θάνου Μικρούτσικου, ένιωσε την ανάγκη να συμπεριλάβει τον Επιζώντα του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου. Η κίνησή του να ζητήσει επίσημα την άδεια από τον Μίκη, μέσω της Μαρίας Δημητριάδη, αποκάλυψε το ήθος του.
«Γέλασε ο Μίκης τότε», θυμάται. «Μου είπε πως ήμουν ο πρώτος που του ζητούσε άδεια – συνήθως κανείς δεν το έκανε. Έτσι γνωριστήκαμε.»
Αυτή η γνωριμία οδήγησε το 1993 σε μια πρόσκληση-πρόκληση: την ερμηνεία της «Κατάστασης Πολιορκίας». Πρόκειται για ένα «έργο-ποταμό», γραμμένο μέσα στη Δικτατορία από τη Ρένα Χατζιδάκι (τότε υπέγραφε ως Μαρίνα), ένα μεγαλειώδες πολυρυθμικό οικοδόμημα.
Η περιοδεία στην Αυστραλία με τη συμφωνική ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Θεοδωράκη παραμένει μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις του. Το έργο ήταν τρομακτικά δύσκολο: 138 μουσικά μέτρα με εναλλαγές 5/8, 8/8 και άλλων σύνθετων μέτρων που «τρέλαιναν» ακόμα και τους έμπειρους συμφωνικούς μουσικούς.
«Είχα τρομερή αγωνία», μου εξομολογείται. «Το ήξερα το έργο από τα 14 μου, με είχε συγκινήσει βαθιά ως παιδί, αλλά δεν το είχα τραγουδήσει ποτέ. Στην τζενεράλε το είπαμε μόλις μία-δύο φορές. Ο Μίκης μου είπε: “Μην φοβάσαι τίποτα, απλά θα με κοιτάς”».
«Τι μου λέει τώρα, σκέφτηκα. Είχα την παρτιτούρα μπροστά μου, αλλά με το ένα μάτι κοιτούσα τις νότες και με το άλλο έβλεπα τη σκιά του που διηύθυνε. Συνέβαινε μια μαγεία. Μου έδινε σε κλάσματα δευτερολέπτου την είσοδο, το συναίσθημα, την ένταση. Δεν το πίστευα. Στην πρώτη συναυλία έγινε το θαύμα· μετά πήρα τον αέρα μου.»
Καθώς μου περιγράφει αυτή τη μαγεία, ο Κώστας γυρίζει τον χρόνο ακόμα πιο πίσω, σε μια εικόνα που τον ακολουθεί ακόμα: στο παιδικό θέατρο Παλλάς στη Θεσσαλονίκη, απέναντι από τον Λευκό Πύργο.
«Ήμουν έντεκα-δώδεκα χρονών. Γινόταν σκοτωμός για ένα εισιτήριο, αλλά παρακάλεσα τους τεχνικούς και με έβαλαν μέσα. Στεκόμουν αριστερά στο πάλκο, ακουμπισμένος στο ξύλο.
Έβλεπα με τα παιδικά μου μάτια τον Μίκη σαν αετό να ανοίγει τα φτερά του και να διευθύνει τον Μπιθικώτση και τη Φαραντούρη. Θυμάμαι τη σκηνή και τρέμω ακόμα από συγκίνηση.»
Εκείνη τη μέρα, το παιδικό του μυαλό έκανε μια σκέψη που τότε φάνταζε ακατόρθωτη: «Να μην ήμουν μεγάλος τώρα, να βρισκόμουν εκεί ανάμεσά τους και να με διευθύνει ο Μίκης;»
Χρόνια μετά, στην Αυστραλία, η σκέψη εκείνη έγινε πραγματικότητα. Ο Μίκης ήταν απέναντί του, η Μαρία Φαραντούρη δίπλα του.
Όταν του εξομολογήθηκε εκείνη την παιδική επιθυμία, ο Θεοδωράκης συγκινήθηκε βαθιά και του έγραψε μια αφιέρωση στο πρόγραμμα της συναυλίας — ένα κειμήλιο που ο Κώστας φυλάει μέχρι σήμερα σαν «Ευαγγέλιο».
Η ίδια ιερή αγωνία τον κατέλαβε όταν κλήθηκε να ερμηνεύσει τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» σε μελοποίηση Θάνου Μικρούτσικου. Ένα έργο 13 λεπτών για πιάνο και φωνή, εξαιρετικά απαιτητικό.
«Την πρώτη φορά που το τραγούδησα, ο Γιάννης Ρίτσος ήταν από κάτω», λέει και η φωνή του χαμηλώνει. «Έτρεμα. Ο Θάνος με καθησύυχαζε: “Εδώ είμαι, είμαστε μαζί”». Μετά το τέλος, ο Ρίτσος σηκώθηκε, του έδωσε μια μεγάλη αγκαλιά και έτσι ξεκίνησε μια άλλη, προσωπική μαθητεία.
«Με καλούσε στο σπίτι του. Πήγαινα, αλλά δεν μιλούσα. Τον άκουγα. Ήταν ο πιο ευγενής και γενναιόδωρος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Ένας δάσκαλος που σου δίδασκε τη ζωή χωρίς να προσπαθεί.»
Αυτή η μετάβαση από το «Ευαγγέλιο» των μεγάλων δασκάλων στην πεζή πραγματικότητα του σήμερα, απαιτεί μια ειλικρίνεια που μόνο ένας άνθρωπος με τη διαδρομή του Κώστα Θωμαΐδη μπορεί να διατυπώσει χωρίς να ακουστεί αφοριστικός.
Για εκείνον, οι βάσεις και οι σπουδές είναι απαραίτητες, αλλά δεν αποτελούν το παν.
«Γνώρισα συνθέτες με συγκλονιστικές περγαμηνές, ανθρώπους που “δεν πιάνονταν” στην τεχνική κατάρτιση, αλλά κατέληξαν δέσμιοι της τεχνοτροπίας τους. Τους έλειπε το βασικό: η έμπνευση.»
Σήμερα, αναγνωρίζει πως η νέα γενιά διαθέτει εξαιρετικούς μουσικούς, όμως η δυσπιστία του δεν αφορά τις μελωδίες.
Το πρόβλημα, για εκείνον, εντοπίζεται στον στίχο. Αν και δέχεται πως κάθε γενιά έχει τις δικές της αγωνίες —τις οποίες ο ίδιος, ως μεγαλύτερος, δεν μπορεί να οικειοποιηθεί— στέκεται κριτικά απέναντι στον τρόπο που αυτές αρθρώνονται.
Βρίσκει συχνά κοινότοπο και απλοϊκό τον λόγο. Θα ήθελε να δει τις σύγχρονες υπαρξιακές αναζητήσεις να «ντύνονται» με έναν λόγο πιο βαθύ, λιγότερο προβλέψιμο.
Σε μια σπάνια κίνηση αυτοκριτικής για τη γενιά του, ο Κώστας Θωμαΐδης αρνείται να υιοθετήσει το κλασικό αφήγημα του «εμείς τότε, εσείς τώρα». Θεωρεί αυτόν τον ελιτισμό ως μια μορφή εγωισμού που υποβαθμίζει τα ίδια μας τα παιδιά.
«Έχουν αναρωτηθεί ποτέ οι άνθρωποι της γενιάς μου ποια είναι η καθημερινότητα ενός νέου παιδιού σήμερα; Ποιες είναι οι αγωνίες του για το αύριο; Οι γονείς δεν πρέπει να πλάθουν τα παιδιά καθ’ ομοίωσιν, αλλά να γίνονται συμπαραστάτες στα όνειρά τους, αφήνοντάς τα να ανοίξουν τα δικά τους φτερά.»
Παρά τις ενστάσεις του για το στιχουργικό κομμάτι, ο Κώστας εντοπίζει μια τεράστια ποιοτική διαφορά στη μουσική κατάρτιση. Τα Μουσικά Λύκεια έχουν δημιουργήσει μια νέα στρατιά ταλέντων που, αντίθετα με τη δική του γενιά, έχουν την παρτιτούρα στο «τσεπάκι» τους.
«Στην εποχή μου, ήμουν από τους λίγους τραγουδιστές που μπορούσαν να διαβάσουν παρτιτούρα. Σήμερα, αυτό είναι το ελάχιστο», λέει με ικανοποίηση.
Αυτή η εξοικείωση με τη μουσική γραφή δεν είναι απλώς μια τεχνική δεξιότητα, αλλά το εργαλείο που επιτρέπει στον νέο μουσικό να εισχωρήσει στη δομή του έργου, όπως έκανε και ο ίδιος κάποτε, προσπαθώντας να καταλάβει το «γιατί» πίσω από τις νότες του Μικρούτσικου και του Θεοδωράκη.
Αυτή η άρνηση του να εγκλωβιστεί σε έναν στείρο ελιτισμό, τον οδηγεί συχνά έξω, στον δρόμο. Για εκείνον, οι μουσικοί του δρόμου δεν είναι απλώς περαστικοί, αλλά φορείς μιας εξαιρετικής κουλτούρας που ομορφαίνει την πόλη.
«Βλέπω αυτά τα εξαιρετικά παιδιά που βγαίνουν και τραγουδάνε. Έχουν μια αγωνία, φτιάχνουν τα τραγούδια τους με έναν τρόπο που αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό για να μπει λίγο φως. Τους μαζεύω και τους παίρνω συνεντεύξεις. Αναρωτιέμαι συχνά: πώς αυτά τα παιδιά δεν θα τα παρατήσουν; Πώς θα αντέξουν να μην ψάξουν μια άλλη δουλειά όταν η καθημερινότητα πιέζει;»
Με την αγάπη για τη φωτογραφία, τους απαθανατίζει στις γωνιές της πόλης, προσπαθώντας να καταλάβει τη δική τους αλήθεια. Για τον ίδιο, η στήριξη αυτών των παιδιών δεν είναι φιλανθρωπία, αλλά ανάγκη να μην χαθεί η φλόγα της δημιουργίας στη «ζούγκλα» της ψηφιακής εποχής.
Αυτή η ανάγκη να αναδεικνύει το ταλέντο και να μοιράζεται ό,τι αγαπά, βρήκε το απόλυτο καταφύγιο στο ραδιόφωνο. Ως ραδιοφωνικός παραγωγός αντιμετωπίζει το μικρόφωνο όχι ως επαγγελματικό εργαλείο, αλλά ως ένα μεγάλο κεφάλαιο ζωής που συνδέεται άρρηκτα με τη μουσική του ιδιότητα.
Ο τίτλος της εκπομπής του, «Πλανόδιες Μουσικές», δεν είναι ένα απλό, εύηχο λογοπαίγνιο. Είναι η αποτύπωση μιας βαθιάς πολιτιστικής πεποίθησης: πως η τέχνη δεν αντέχει τις κάθετες γραμμές και τους περιορισμούς.
«Δεν σταματάω ποτέ να ψάχνω, να ανακαλύπτω. Η μουσική δεν θέλει σύνορα να την κλείνουν, με μια άλλη τέχνη να στέκει παραδίπλα μόνη της. Η μία μπαίνει μέσα στην άλλη. Δεν μπορεί μια γραμμή να οριοθετήσει τον πολιτισμό. Όσο υπάρχει συναίσθημα, οι άνθρωποι θα βρίσκουν τρόπο να εκφράζονται.»
Για τον Κώστα, η θέση του ραδιοφωνικού παραγωγού είναι μεγάλη ευθύνη. Θεωρεί την εκπομπή του προέκταση της μουσικής του δουλειάς και τη «σκηνοθετεί» καθημερινά με 30 τραγούδια που έχουν λόγο ύπαρξης και θεματική ενότητα. Αυτή η χειροποίητη διαδικασία έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με τη σημερινή πραγματικότητα των περισσότερων σταθμών.
Καυτηριάζει το «προνόμιο» των playlists, όπου τα ραδιόφωνα ανακυκλώνουν μόλις 350 τραγούδια τον χρόνο σε μια ατέρμονη επανάληψη. Αυτή η πρακτική, για εκείνον, «λερώνει» την ουσία του μέσου.
Φέρνει ως παράδειγμα τον σπουδαίο συνοδοιπόρο του, Ξενοφώντα Ραράκο. Θυμάται την πίκρα του όταν του εξομολογήθηκε πως «ξέχασε να κάνει ραδιόφωνο» επειδή του επέβαλαν μια λίστα τραγουδιών. «Ευτυχώς τον έχουμε στο Δεύτερο Πρόγραμμα», σημειώνει, τονίζοντας πως η αγωνία για το ελληνικό τραγούδι παραμένει ζωντανή.
Η φιλοσοφία του είναι ξεκάθαρη. Το ελληνικό τραγούδι πρέπει να παρουσιάζεται σε όλο του το φάσμα. Δεν υπάρχουν «στεγανά» ανάμεσα στο παλιό, το χθεσινό και το καινούργιο. Ο κάθε παραγωγός οφείλει να είναι εξειδικευμένος, να σκύβει πάνω από τις νέες παραγωγές και να τις συστήνει στο κοινό με τον σεβασμό που τους αναλογεί.
Καθώς τον άκουγα να μιλά για αυτή την πολυδιάστατη διαδρομή, μου γεννήθηκε η επιθυμία να τον ρωτήσω αν ένιωσε ποτέ την ανάγκη, όπως στην ταινία του Jodorowsky «Poesia Sin Fin», να φωνάξει «Soy un poeta», να ορίσει δηλαδή ποιος είναι πάνω από όλα.
«Φωτογράφος δεν είμαι», μου απάντησε, «έχω προχωρήσει πολύ σε αυτό το μονοπάτι, αλλά μουσικός είμαι.»
«Πρόσεξε, έχω γράψει και εγώ τραγούδια, όμως κατάλαβα γρήγορα ότι το φόρτε μου είναι η ερμηνεία.
Αν ο τραγουδιστής δεν έχει προσωπικό στίγμα, γιατί να τον ακούσεις; Ο καθένας είναι μια διαφορετική προσωπικότητα: οι ευαισθησίες, οι ανησυχίες, οι θέσεις του.
Είμαι εγώ, με λένε Κώστα Θωμαΐδη και αυτό που με συγκινεί θέλω να το εκφράζω. Μα κι αυτή δεν είναι η ουσία της Τέχνης;».
Μου εξήγησε πως η θεατρικότητα που κουβαλά από παιδί είναι η περιουσία του, αυτή που τον βοηθά να ερμηνεύει βαθύτερα, βάζοντας πάντα την ουσία πάνω από το επάγγελμα.
«Θέλω να είμαι πιο πολύ ερασιτέχνης και λιγότερο επαγγελματίας, αλλά πρέπει να τα παντρέψεις. Είναι η ανάγκη να βγεις στη σκηνή και να λυτρωθείς. Ξέρεις πόσες φορές βρέθηκα σε καταστάσεις ακραίες, από απώλειες, και το ίδιο βράδυ τραγουδούσα γιατί το είχα ανάγκη; Για να ξελαφρώσω»




