Αντίνοος Αλμπάνης: «Ζω για τις αλλαγές, έχω δυσανεξία στο στάσιμο και στο μόνιμο»
Ο αγαπημένος ηθοποιός μιλά στην Parallaxi για το Βυσσινόκηπο, το Maestro, τα Άγρια Παιδιά και τη Θεσσαλονίκη που χαρακτηρίζει δεύτερη πατρίδα
Ένα ανήσυχο πνεύμα, ένας ευαίσθητος, ευγενής και γενναίος άνθρωπος, ένας ταλαντούχος και πολυδιάστατος ηθοποιός.
Ο Αντίνοος Αλμπάνης είναι ένας καλλιτέχνης που αρέσκεται στο να ψάχνεται, να δοκιμάζει και να ισορροπεί ανάμεσα στην εμπορική επιτυχία και την ποιότητα, διατηρώντας το αυτοσαρκαστικό του χιούμορ, αλλά και επιδεικνύοντας μια ιδιαίτερη ικανότητα έκφρασης και χρήσης των λέξεων, με ένα τρόπο που συμπυκνώνει νοήματα και εκφράζει συναισθήματα.
Η συζήτηση μαζί του ξεκινά από το Βυσσινόκηπο, στον οποίο αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί μαζί με πολύ σημαντικούς ηθοποιούς, ως Λοπάχιν, στο Βασιλικό Θέατρο, σε μια παράσταση που ανέβασε το Κρατικό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας και ήδη γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.
Και αγγίζει πολλά ζητήματα, όπως η αλλαγή, η ασθένεια, την οποία αντιμετώπισε με γενναιότητα, η κριτική, φυσικά το Maestro, αλλά και την Θεσσαλονίκη, που για τον ίδιο δεν είναι απλά μια πόλη, αλλά μια δεύτερη πατρίδα, στην οποία πριν από μερικά χρόνια «αναγεννήθηκε» καλλιτεχνικά, εξηγώντας μου πλήρως τους λόγους.

Αρχικά τον ρωτώ από… ανθρώπινο ενδιαφέρον γιατί ως Λοπάχιν δεν έκανε πρόταση γάμου στη Βάρια και… έμεινε μόνο σην προσπάθεια αγοράς του Βυσσινόκηπου.
«Αυτός ο άνθρωπος στη φάση αυτή της ζωής που βρίσκεται, έχει αποφασίσει να πετύχει, να προχωρήσει και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να κάνει δικό του το Βυσσινόκηπο, στο έπακρο. Όσο και αν υπάρχουν κάποιες συναισθηματικές ανάγκες, επιλέγει να τις προσπεράσει, να μην ασχοληθεί καθόλου με αυτό το κομμάτι και νομίζω ότι το ενδιαφέρον που προκύπτει από αυτήν την επιλογή ή τη μη επιλογή είναι το ότι ενώ βλέπουμε έναν ήρωα να πετυχαίνει, στ’ αλήθεια έρχεται αντιμέτωπος με το κενό.
Έρχεται αντιμέτωπος με κάτι ανεκπλήρωτο, με κάτι μισό, με κάτι που καμία επιχειρηματική κίνηση δεν θα είναι σε θέση να του καλύψει μια τέτοια ανάγκη».
Και φαίνεται σαν να εκδικείται για τον παππού του και τον πατέρα του, που ήταν δουλοπάροικοι στον Βυσσινόκηπο. Δεν ξέρω βέβαια αν η λέξη εκδίκηση είναι η σωστή.
«Η λέξη εκδίκηση είναι κάπως μονοδιάστατη. Ο Λοπάχιν είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έζησε μεγάλωσε μέσα στο Βυσσινόκηπο κι όσο κι αν ερχόταν αντιμέτωπος με το ταξικό ζήτημα και το γεγονός ότι ο παππούς του ο πατέρας του ήταν σκλάβοι, δουλοπάροικοι και δεν είχαν τις ελευθερίες των υπολοίπων, ο ίδιος σαν παιδί μέσα στο Βυσσινόκηπο έζησε την αγάπη της Λιουμπόφ.
Έζησε τη φροντίδα της και μάλιστα έχοντας έναν κακοποιητικό πατέρα -έχει και πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ότι δεν κάνει την παραμικρή αναφορά στη μητέρα του ο Λοπάχιν- η Λιουμπόφ λειτουργούσε σαν μια μητρική προστατευτική φιγούρα για τον ίδιο και είναι και ο λόγος που επί τρεις πράξεις και για πολλούς μήνες από την επάνοδο των ξεπεσμένων αυτών αριστοκρατών από το Παρίσι στη Ρωσία, προσπαθεί να τους πείσει να κάνουν αυτό στο οποίο καταλήγει να κάνει ο ίδιος.
Προσπαθεί με όλη του την ενέργεια, με όλες του τις δυνάμεις να τους ανοίξει τα μάτια και να τους δώσει να καταλάβουν ότι η προσκόλληση στο παρελθόν, ότι αυτή η εμμονική στασιμότητα σε μια εποχή που ήδη έχει πεθάνει, θα τους συμπαρασύρει στον πάτο. Αυτοί οι άνθρωποι επειδή έχουν άρνηση να αντιληφθούν την πραγματικότητα και να προσαρμοστούν στη νέα τάξη πραγμάτων καταλήγουν να τα χάσουν όλα.
Αλλά ο στόχος του δεν ήταν σε καμία περίπτωση να εκδικηθεί. Παρ΄ότι προσπαθεί να τους πείσει, αυτοί τον ειρωνεύονται, τον χλευάζουν, θεωρούν ότι αυτά τα οποία τους περιγράφει είναι ποταπά».
Γιατί κάποιοι άνθρωποι μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν; Είναι βολεμένοι ή απλά πολύ ρομαντικοί;
«Είναι σύνθετο, ψυχολογικό και υπαρξιακό φαινόμενο. Υπάρχει μια ανάγκη ασφάλειας σε σχέση με το παρελθόν, γιατί είναι γνωστό και προβλέψιμο ενώ αντίθετα το μέλλον δημιουργεί μια αβεβαιότητα. Στρέφεται το μυαλό μας σε εμπειρίες που έχουν ήδη δοκιμαστεί.
Απ’ την άλλη, οι άνθρωποι έχουν μια τάση να συγκροτούν την αίσθηση του εαυτού τους μέσα από αναμνήσεις. Αυτά τα συναισθηματικά βιώματα που όλοι κουβαλάμε, οι τύψεις μας, οι επιθυμίες μας, είτε αυτές έχουν εκπληρωθεί είτε είναι ανεκπλήρωτες.
Είναι τραύματα, για τα οποία πολύ συζητάμε τα τελευταία χρόνια.
Είναι και ο φόβος της αλλαγής. Η αλλαγή είναι ένα ρίσκο. Και φέρει και μια ευθύνη η αλλαγή. Σε οδηγεί στο να δράσεις κάτι για το οποίο δεν έχουν όλοι το ψυχικό απόθεμα. Ειδικά από μια ηλικία και μετά».

Δεν σε ρωτάει κιόλας η αλλαγή για να έρθει, πολλές φορές. Μπορεί να μην το αντιλαμβάνεσαι όταν μια αλλαγή είναι σε εξέλιξη, όπως στο τέλος του έργου.
«Ο Λοπάχιν πρεσβεύει την αλλαγή, βάζει όλη την ενέργεια προς αυτή την αλλαγή, αλλά αγνοεί πλήρως ότι έρχεται η Οκτωβριανή Επανάσταση που θα τα διαλύσει όλα. Αυτή του η κίνηση αν το δούμε εμείς από απόσταση και ιστορικά, πώς συνέβησαν τα πράγματα, έχει μια απίστευτη ματαιότητα».
Εσύ με τις αλλαγές πώς πας; Σ’ αρέσουν;
«Εγώ ζω για τις αλλαγές.
Με ποια έννοια: Η δουλειά που κάνω με αναγκάζει να αλλάζω συνέχεια, να αλλάζω περιβάλλοντα, συνεργάτες, τόπους και πόλεις εργασίας, χαρακτήρες, να αλλάζω αντικείμενο, να αλλάζω τη σπουδή μου.
Έχω τόσο μεγάλη δυσανεξία στο στάσιμο, στο μόνιμο, στο σταθερό, που ειλικρινά αν δεν έκανα τη δουλειά που κάνω, δεν ξέρω ποια άλλη δουλειά θα με έκανε ευτυχισμένο.
Μου δίνει ζωή η αλλαγή. Σε κάποιους λειτουργεί προστατευτικά, σταθερά, ήσυχα. Εγώ μπορεί να ζοριστώ πάρα πολύ με το στάσιμο».
Την αλλαγή στον Αντίνοο την αντιλαμβάνεσαι με την πάροδο των ετών; Και ως άνθρωπο, αλλά και ως ηθοποιό; Π.χ. σε βλέπεις σε παλιές σειρές;
«Καταρχάς δεν απολαμβάνω να με παρακολουθώ.
Εμένα μου αρέσει το στιγμιαίο, το εφήμερο. Μια παράσταση που συμμετέχω δεν έχω τη δυνατότητα να την παρακολουθήσω, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τις ταινίες ή με τις σειρές. Δηλαδή θα δω μία φορά το προϊόν και μετά δεν θα κάτσω ποτέ να το ξαναδώ. Γιατί δεν έχει νόημα να με κρίνω κατά αυτόν τον τρόπο.
Έπαιξα με τον τρόπο που έπαιξα τη δεδομένη χρονική στιγμή για την ηλικία που ήμουν, με τα εφόδια που είχα τότε και από εκεί και πέρα προχώρησα. Οπότε μόνο μουσειακά έχει κάποια αξία να το δω και να πω ‘Αχ, βρε κακομοίρη, πώς γέρασες!’».
Ένα συνταρακτικό γεγονός στη ζωή σου μπορεί να σε αλλάξει; Όπως για παράδειγμα μια ασθένεια; Εσένα, ας πούμε, ήταν ένα γεγονός που σε άλλαξε; Και θα ήθελα να σου πω και συγχαρητήρια για το ότι μίλησες δημόσια γι΄αυτό.
«Θα σου πω κάτι. Έχουμε ξεχάσει, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι μεγαλώνουμε με ένα φορτηγό προνομίων και τα θεωρούμε δεδομένα.
Μιλάω για τα βασικά προνόμια. Και μόνο το γεγονός ότι μένουμε σε σπίτια τα οποία έχουν ζεστό νερό, να κάνουμε μπάνιο ή να πιούμε. Κάπως τα έχουμε θεωρήσει αυτονόητα και δεδομένα και ότι έχουμε ελευθερία. Όχι πολλά χρόνια πριν, ο παππούς μου, η γιαγιά μου, δεν τα είχαν αυτά. Δεν είχαν ζεστό νερό στο σπίτι. Δεν είχαν ψυγείο.
Δεν είχαν τέτοιες ανέσεις, τέτοιες ευκολίες. Οπότε έτσι όπως είναι πια δομημένες οι κοινωνίες μας, αν δεν μας έρθει κάτι να μας ταρακουνήσει σε κάποια φάση της ζωής μας, αρχίζουμε και γινόμαστε πολύ αγνώμονες. Αρχίζουμε και θεωρούμε τα πάντα εύκολα, αυτονόητα και ότι μας οφείλονται.
Ότι δεν πρέπει να τα διεκδικούμε, δεν πρέπει να τα κυνηγάμε, δεν πρέπει να παλεύουμε για αυτά. Και είναι αυτό που συζητούσαμε και πριν, ότι αυτό μας οδηγεί σε μια στασιμότητα και χαρακτήρα και σκέψης και συναισθηματικής καλλιέργειας. Οπότε είναι χρήσιμο όταν συμβαίνει κάτι έντονο, δύσκολο στη ζωή ενός ανθρώπου, αυτό να προσπαθεί να το μετουσιώνει σε μάθημα και να μην βουλιάζει στη δυστυχία αυτού που του συνέβη».
Όταν συμβαίνει κάτι πρέπει να το κοιτάξεις στα μάτια και να πεις τι κάνω τώρα με αυτό; Γονατίζω ή περπατάω;».

Στη σύγχρονη εποχή πάντως ζούμε κι άλλες αλλαγές, την ακρίβεια, το ότι πολλοί δεν βρίσκουν σπίτι να μείνουν, τα ενοίκια έχουν πάει στο θεό. Βλέπεις δηλαδή κάποιες αλλαγές στην εποχή μας και λες ότι θα προτιμούσες την προηγούμενη;
«Είναι πολλά τα οποία έχουν αλλάξει. Οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουμε πάντα αναπολούμε τις παλιές εποχές γιατί είναι δικό μας βίωμα που συνοδεύεται από δικές μας αναμνήσεις.
Από την άλλη, όμως, οι νέες γενιές διαμορφώνουν το τώρα και το σήμερα με βάση το πώς οι ίδιες θέλουν να φτιάξουν τις ζωές τους. Είναι στενάχωρο πολύ.
Οι νέες γενιές διαμορφώνουν οι ίδιες το πώς θέλουν να είναι η ζωή τους. Το στενάχωρο βέβαια με κάθε γενιά είναι ότι κάτι παραλαμβάνουν από τους προηγούμενους και αυτό το οποίο εμείς έχουμε δώσει στα νέα παιδιά δεν μπορώ να πω ότι είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να είμαστε και πάρα πολύ περήφανοι. Και απαιτούμε από τα νέα παιδιά άλλες συμπεριφορές. Απαιτούμε άλλη αισθητική. Απαιτούμε άλλα ενδιαφέροντα. Στα αλήθεια όμως δεν κοιτάζουμε τους εαυτούς μας να δούμε τι είναι αυτό το οποίο παραδώσαμε εμείς.
Υπάρχει μια παγκόσμια κατάσταση αυτή τη στιγμή η οποία είναι δύσκολα μεταβλητή.
Τα κέντρα αποφάσεων δεν είναι στη χώρα μας. Και εμείς ακολουθούμε το χώρο αυτής της παγκοσμιοποίησης για προφανείς λόγους.
Οι άνθρωποι δεν πρέπει να σταματήσουν να διεκδικούν, δεν πρέπει να σταματήσουν να παλεύουν, δεν πρέπει πάντα να διεκδικούν το καλύτερο δυνατό για τους ίδιους, αλλά εγώ πάντα θα έχω πίστη στη νέα γενιά, θα έχω πίστη στα νέα παιδιά.
Και όσο και αν θεωρούν κάποιοι ότι είναι κάποια άμυαλα παιδιά τα οποία ασχολούνται μόνο με το TikTok, εγώ βλέπω κάτι άλλο στα μάτια τους, το οποίο πρέπει να θες να το δεις και να μην τα αντιμετωπίζεις σαν κάτι φαιδρό».
Βλέπεις να αλλάζει κάτι και στο θέατρο; Υπάρχει μια νέα γενιά που αρχίζει και πάλι να γεμίζει τα θέατρα;
«Αυτό που αντιλαμβάνομαι εγώ είναι ότι μέσα σε αυτά τα χρόνια της Τεχνητής Νοημοσύνης, του περιεχομένου στα social media κλπ., οι παραστατικές τέχνες φέρουν κάτι το οποίο είναι αναντικατάστατο και είναι άξιο θαυμασμού.
Είναι πολύ μοναδικό, πολύ σπουδαίο και εξαιρετικά μεγάλη πολυτέλεια να μπορείς να κάθεσαι σε μια θέση με μια σκηνή απέναντι και να βλέπεις τέχνη να συμβαίνει μπροστά σου ζωντανά, για σένα.
Οπότε για όλους εμάς, που ασχολούμαστε με τις παραστατικές τέχνες, το να βλέπουμε τα θέατρα να γεμίζουν, το να βλέπουμε νέα παιδιά τα οποία τα έχουμε κατηγορήσει πολύ στο παρελθόν ότι έχουν διάσπαση προσοχής, ότι δεν μπορούν να παρακολουθήσουν κάτι το οποίο έχει μεγαλύτερη διάρκεια από ένα βίντεο στο youtube, ότι δεν ενδιαφέρονται για κλασικό ρεπερτόριο και ξαφνικά να βλέπουμε από την πανδημία και μετά μια τεράστια παγκόσμια τάση των ανθρώπων να θέλει να βρίσκεται σε σκηνές θεατρικές χορευτικές, μουσικές και να παρακολουθεί αυτά τα θεάματα τα οποία δεν μπορούν να υποκατασταθούν με κανέναν τρόπο, από κανένα μέσο, είναι σπουδαίο».
Εσύ φοβάσαι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να σου πάρει τη δουλειά; Εγώ μάλλον ως δημοσιογράφος φοβάμαι περισσότερο…
«Το θέατρο, το μπαλέτο, ο χορός γενικά η μουσική, η όπερα, οι ζωντανές performances, δεν μπορούν να αντικατασταθούν, δεν μπορούν να υποκατασταθούν, δεν μπορούν να πάψουν να υπάρχουν. Και μιλάμε για μορφές τέχνης, οι οποίες έχουν αντέξει αιώνες και άντεξαν αιώνες γιατί υπήρχε η ανάγκη του κόσμου να τις έχει στη ζωή του.
Στη δική μου δουλειά δεν μπορώ να πω ότι είναι κάτι στο οποίο μπορώ να καταφύγω για να βοηθηθώ με κάποιο τρόπο. Στο κομμάτι της έρευνας ενδεχομένως ή στην προετοιμασία μιας παράστασης, που μπορεί να θες να κάνεις μια πολύ συνδυαστική αναζήτηση για ένα πολύ συγκεκριμένο ζήτημα, εκείνο μπορεί να φανεί χρήσιμο.
Αλλά συνολικά δεν μπορώ να πω ότι στη δική μου δουλειά μπορεί να αποτελέσει εργαλείο».
Την τελευταία δεκαετία υπάρχουν και θετικές αλλαγές ως προς τα δικαιώματα των ανθρώπων, την διεκδίκησή τους, την καλύτερη ενημέρωση συνολικά πάνω σε συμπεριφορές που παλαιότερα θεωρούνταν αποδεκτές, αλλά ήταν κακοποιητικές. Γενικά ζούμε σε μια πιο «προσεκτική» εποχή.
«Συμβαίνει, αλλά από εκεί και πέρα όμως δεν θα πρέπει να χαϊδεύουμε και πολύ τα αυτιά μας ότι ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι υπάρχει ένας ουρανός, ο οποίος κάποτε σκοτεινιάζει, κάποτε βρέχει κάποτε έχει ήλιο.
Το να είμαστε σωστοί άνθρωποι στη ζωή μας, στην κοινωνία, στη δουλειά δεν είναι κάτι που πρέπει να το ανακαλύψουμε επειδή έχουν γίνει κάποιες καταγγελίες. Έπρεπε να μεγαλώνουμε με αυτό, έπρεπε να το γνωρίζουμε εξαρχής και έπρεπε να ξέρουμε και το όριο της παραβατικότητας. Άλλωστε, η άγνοια νόμου δεν συγχωρείται.
Εγώ δεν μπορεί να φερθώ κακοποιητικά σε κάποιον και να πω στο δικαστήριο ‘α δεν το ήξερα ότι αυτό είναι παράνομο’ και να πει ‘α, το ήξερε ο κύριος Αλμπάνης’, τέλεια ας τον αθωώσουμε.
Οφείλουμε να μην κοιμίζουμε τη σκέψη μας, να θυμίζουμε στους εαυτούς μας ότι είμαστε κομμάτι ενός τεράστιου ψηφιδωτού, που πρέπει να επικοινωνούμε, να συνεννοούμαστε, να συνεργαζόμαστε, να συνυπάρχουμε και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τον σεβασμό, μόνο με την αποδοχή και μόνο με την κατανόηση.
Αν σταματήσουμε να θεωρούμε ότι ο κόσμος έχει φτιαχτεί για να μας μοιάζει, θα έχουμε μια καλύτερη ζωή».
Θεωρείς γενικά ότι η εποχή μας είναι λίγο πιο μοναχική σε σχέση με τον παρελθόν; Ότι είμαστε πιο μόνοι; Και τι ρόλο παίζουν σε αυτό τα social media;
«Δεν ξέρω αν ένα νέο παιδί που έχει μεγαλώσει με τα social media νιώθει αυτό που μπορεί να νιώθω εγώ σήμερα, που εγώ την επαφή την επικοινωνία την είχα αλλιώς στο μυαλό μου.
Εννοώ ότι μεγάλωσα σε γειτονιές με παιδιά που παίζαμε, που έπρεπε να περιμένεις τον κολλητό κάτω από το παράθυρό του για να τελειώσει το μάθημα, να βγει και εσύ προσμονούσες. Δηλαδή ήταν μια άλλη συνθήκη. Για τα δικά μου δεδομένα και τον τρόπο που εγώ μεγάλωσα, ναι, φαντάζει πιο μοναχική εποχή, όμως στ’ αλήθεια για ένα παιδί που έχει μεγαλώσει με αυτή τη συνθήκη μπορεί να λειτουργεί διαφορετικά. Οπότε ναι μεν εγώ βιώνω την εποχή σαν πιο μοναχική, αλλά δεν θεωρώ ότι είναι και ο κανόνας».

Η επιλογή της υποκριτικής και η παράσταση που άλλαξε τα δεδομένα
Σε ποια ηλικία αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός και πώς πήρες αυτή την απόφαση;
«Στα 16-17. Είχα μία μαμά η οποία νοιαζόταν πολύ να μας φέρνει σε επαφή με την κουλτούρα, με τις τέχνες, οπότε πηγαίναμε πάρα πολύ στα θέατρα, στο Μέγαρο Μουσικής, στην Εθνική Λυρική Σκηνή, σε παιδικές παραστάσεις και αυτό κάπως λειτουργούσε μέσα μου όσο μεγάλωνα και εκεί, μετά, στην εφηβεία, να το δοκιμάσω.
Για σένα πώς κύλησαν τα πράγματα; Ήταν πιο εύκολα απ’ ό,τι περίμενες; Το ρωτώ γιατί πολλά παιδιά μετά τις σπουδές τους απογοητεύονται από το χώρο. Είχες δυσκολίες;
«Ήρθαν στιγμές τέτοιες, παρόλο που δεν μπορώ να πω ότι ταλαιπωρήθηκα ιδιαίτερα, αλλά ξέρεις το βάσανο ενός καλλιτέχνη έχει πολύ να κάνει με το να βρει την ταυτότητα την καλλιτεχνική, να μπορέσει να συνειδητοποιήσει με ποιο τρόπο θέλει να εκφράζεται, τι κείμενα είναι αυτά που τον απασχολούν, πώς θέλει να επικοινωνεί τη δουλειά του, τι συνεργασίες θέλει να κάνει, δηλαδή πέρα από τα αμιγώς πρακτικά που έχουν να κάνουν με το βιοπορισμό και με τις αμοιβές, με το πόσο δύσκολα μπορεί να επιβιώσει ένας νέος καλλιτέχνης, υπάρχει και το βαθιά καλλιτεχνικό ζήτημα, το οποίο είναι δύσκολο.
Οπότε σίγουρα και εγώ είχα δυσκολίες. Βγήκα σε μία εποχή όπου υπήρχε υπερπληθώρα παραγωγών, πολλά σίριαλ, πολλές παραστάσεις στο θέατρο, υπήρχε γενικά και προσφορά και ζήτηση.
Όταν όμως ξεκίνησα τη δουλειά και έκανα τον πρώτο μου πρωταγωνιστικό ρόλο σε τηλεόραση, ξαφνικά ήρθε η οικονομική κρίση και ήμουν σε σημείο μηδέν και έπρεπε χωρίς δουλειά να φτιάξω εγώ τη δουλειά μου.
Βρεθήκαμε τότε με τον Γιώργο Παπαγεωργίου και τον Γιάννη Σαρακατσάνη και είπαμε να κάνουμε μια δική μας παραγωγή εδώ στη Θεσσαλονίκη. Ήταν μια μαγική στιγμή, άνοιξαν οι ουρανοί.
Είχε ο Γιώργος την ιδέα αυτή, κάτσαμε γράψαμε το κείμενο οι τρεις μας και πήγαμε με τα μπογαλάκια μας στο θέατρο Σοφούλη, στο Καραμπουρνάκι, σε ένα off θέατρο, το οποίο δεν ήταν πιάτσα εκείνα τα χρόνια, και ξαφνικά έγινε τεράστιο μπαμ, με μια διαδραστική, σουρεαλιστική, μαύρη κωμωδία, που παίξαμε τρία χρόνια σχεδόν, την αγάπησε τόσο πολύ το κοινό, μας έφερε υποψηφιότητες για το βραβείο Χορν και δεν το φανταζόμασταν ποτέ.
Η δυσκολία της εποχής εμάς, μας κίνησε να κάνουμε κάτι, το οποίο μας άνοιξε δρόμους».
Οπότε η Θεσσαλονίκη για σένα δεν είναι απλά μια πόλη..
«Επίσημα πια μπορώ να πω ότι είναι η δεύτερη πατρίδα μου, είναι ο πέμπτος χειμώνας μου εδώ, νομίζω.
Ησυχάζει η ψυχή μου όταν έρχομαι να παίξω θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Και μάλιστα, 90% των φορών που είμαι εδώ πέρα, δεν είμαι με μια παράσταση μετακλητή.
Είμαι σε παραγωγές που έχουν φτιαχτεί για την πόλη. Και το επισημαίνω αυτό με την έννοια ότι δεν αντιμετωπίζω εγώ τη Θεσσαλονίκη διαφορετικά από την Αθήνα.
Δεν είναι πάρεργο για μένα η Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα πολύ αυστηρό κοινό και έχει πολύ απαιτητικές σκηνές».
Στην προηγούμενη συνέντευξή σου στην Parallaxi είχες πει ότι το κοινό της Θεσσαλονίκης είναι case study. Θες να μου το εξηγήσεις αυτό λίγο περισσότερο;
«Οι άνθρωποι εδώ, ενώ έχουν πολύ αυστηρό κριτήριο καλλιτεχνικό, δεν θα καταναλώσουν οτιδήποτε τους σερβίρεις. Είναι εκπαιδευμένο κοινό.
Την ίδια στιγμή έρχονται ολάνοιχτοι στην παράσταση. Και αυτό είναι το πολύ εντυπωσιακό.
Γιατί στην Αθήνα το αντίστοιχο κοινό πάντα έχει μια βαθιά καχυποψία. Και μέχρι να χαλαρώσει, μέχρι να αρχίσει να αφήνεται και να ταξιδεύει με την παράσταση, χρειάζεται ο διπλάσιος χρόνος, μπορεί και τριπλάσιος από το θεσσαλονικιώτικο κοινό».
Με την σκηνοθέτιδα του Βυσσινόκηπου, Αθανασία Καραγιαννοπούλου έχετε κι άλλες συνεργασίες, ήταν και καθηγήτριά σου στη σχολή.
«Είναι μια σχέση ζωής με την Αθανασία. Είναι από τους σκηνοθέτες που σέβεται απόλυτα τους συγγραφείς στην εποχή, προσπαθεί να είναι πάρα πολύ συνεπής με την αισθητική, την ίδια στιγμή, όμως, θέλει αυτές οι παραστάσεις να μην είναι μουσειακές. Θέλει να είναι στο σήμερα. Να αφορούν το σήμερα, τους ανθρώπους, τις αγωνίες τους, τις ανησυχίες τους.
Και φροντίζει με τέτοιο τρόπο τη δουλειά, που να βρίσκουν όλοι κάτι με το οποίο θα ταυτιστούν. Είτε αυτό θα είναι μια μουσική επιλογή, είτε θα είναι ένας τρόπος που έχει φωτίσει μια σκηνή. Και έχει αναδείξει ένα χαρακτήρα, που άλλοι σκηνοθέτες μπορεί να έκοβαν αυτό το χαρακτήρα. Για την Αθανασία όλα έχουν σημασία και λόγω ύπαρξης».
«Ρωτώντας με για το Maestro είναι σαν να με ρωτάς για την οικογένειά μου»
Και τώρα θα σε ρωτήσω για το Maestro. Βασικά, τελειώσατε τα γυρίσματα ή ακόμα είναι σε εξέλιξη ο τέταρτος κύκλος;
«Δεν έχουμε ολοκληρώσει ακόμα. Υπολείπονται δύο επεισόδια. Έχουμε γυρίσει τα τέσσερα πρώτα επεισόδια του τελευταίου κύκλου. Και είναι άλλα δύο για να φτάσουμε στο φινάλε».

Αν ήξερες το φινάλε, θα μου το έλεγες; (γέλια)
«Ακόμα δεν το ξέρουμε. Χτες παρέλαβα το πέμπτο επεισόδιο, το προτελευταίο. Οπότε το έκτο επεισόδιο ακόμα δεν το έχουμε παραλάβει. Αλλά θα σου πω και το άλλο. Δεν είμαι και 100% σίγουρος ότι και να πάρω το φινάλε, θα έχω όλο το κείμενο του φινάλε. Σε προηγούμενο κύκλο είχαμε πάρει στα χέρια μας ολοκληρωμένες σκηνές μόνο οι ηθοποιοί που παίζαμε σε αυτές τις σκηνές».
Ο Φάνης ο Μουρατίδης μου είχε πει πέρυσι ότι δίπλα στον Χριστόφορο δεν βάζει κανέναν σκηνοθετικά και ότι αυτό που έκανε τέλος είναι μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα. Εσύ πώς το κρίνεις, τώρα, το Maestro;
«Είναι σαν να με ρωτάει κάποιος να του μιλήσω για την οικογένειά μου. Είναι τόσο προσωπική υπόθεση για όλους εμάς. Έχουμε έρθει τόσο κοντά. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως ο ένας τον άλλον. Ξέρουμε τα προβλήματά μας, τις αγωνίες μας, τις στεναχώριες μας, τα κουσούρια μας. Έχουμε περάσει… στρατό στους Παξούς. Γιατί είναι και πολύ μακριά από τη βάση μας. Όταν είσαι εκτός έδρας για μεγάλα χρονικά διαστήματα, επικοινωνείς αλλιώς με τον άλλον. Αρχίζεις και δένεσαι μαζί του με έναν διαφορετικό τρόπο.
Το Maestro είναι μια σπουδαία παραγωγή, ήταν μια πολύ ευτυχής συγκυρία για όλους εμάς, το ότι είχαμε τη φροντίδα που είχαμε, όχι μόνο σε επίπεδο παραγωγής, που είναι πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά και σε επίπεδο δημιουργού. Το ότι ο Χριστόφορος έχει αυτή τη μαγική δυνατότητα να καλλιεργεί αυτό το κλίμα το οικογενειακό, να μας κάνει παρέα, να μας κάνει φίλους, να μας κάνει οικογένεια και να φτάνουμε στο σημείο να τελειώνουμε τα γυρίσματα στο νησί και να μην θέλουμε να φύγουμε.
Δηλαδή 9-10 ηθοποιούς, αν δεν έχουμε υποχρεώσεις πίσω στην Αθήνα, μια βδομαδούλα την τρενάρουμε στο νησί. Κι αυτό όχι για να κάνουμε διακοπές μόνοι μας, αλλά για να πάμε στο γύρισμα και να βλέπουμε τους άλλους να παίζουν και να τους περιμένουμε να τελειώσουν για να πάμε να φάμε μαζί».
Έτσι μου είχε μπει και ο Φάνης, ότι δεν ξέρω αν θα με βάλει στον τέταρτο κύκλο, εγώ θα πάω μόνος μου! (γέλια).
«Εξυπακούεται! (γέλια). Του είπα κι εγώ του Χριστόφορου, κακομοίρη μου, δεν έχω πάρει τα δύο επεισόδια, δεν ξέρω πόσο παίζω στους Παξούς, εγώ την έχω έτοιμη τη βαλίτσα, ε; (γέλια)».
Η διεθνής, πια, αναγνωρισιμότητα, είναι κάτι πρωτόγνωρο;
«Είναι πρωτόγνωρο, απ’ την άλλη είναι και λίγο στενάχωρο ότι είμαστε η μοναδική ελληνική παραγωγή στην παγκόσμια πλατφόρμα. Εγώ, ας πούμε, επειδή έχουν περάσει πια και αρκετά χρόνια από τότε που μπήκαμε στο global, θα φανταζόμουν ότι θα γινόντουσαν κάποιες κινήσεις σε επίπεδο παραγωγών, θα επενδύονταν κάποια παραπάνω χρήματα και σε άλλες δουλειές για να μπορέσουν να προταθούν, να συστηθούν σε αυτές τις διεθνείς αγορές».
Εσύ με την κριτική πώς τα πας γενικά;
«Έχω αναπτύξει ένα φίλτρο να προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που θέλει να κρίνει ο άλλος και τι εννοεί.
Θα σου πω κάτι για παράδειγμα:Εγώ που δεν γνωρίζω από μαγειρική και ξέρω μόνο τα βασικά, αν πάω σε ένα εστιατόριο να φάω και μου πει κάποιος να κρίνω αυτό το οποίο έφαγα, θα αρχίσω να περιφράζω, να λέω περίπου πράγματα, να χρησιμοποιώ λάθος ορολογίες γιατί δεν γνωρίζω το craftmanship της δουλειάς.
Αντίστοιχα λοιπόν, ένας άνθρωπος ο οποίος δεν ξέρει τη δική μου δουλειά, όταν αρχίσει να λέει για τη δική μου δουλειά και μάλιστα να χρησιμοποιεί και τεχνικούς όρους, εκεί προσπαθώ λίγο να καταλάβω τι μπορεί να θέλει να πει, τι μπορεί να εννοεί και τι είναι αυτό poy μπορεί να τον έχει ενοχλήσει.
Γιατί κάποια θέματα στη δική μας δουλειά είναι αμιγώς τεχνικά και αυτά δεν επιδέχονται συζήτηση. Δηλαδή αν κάτι είναι καλό τεχνικά, είναι καλό τεχνικά. Τώρα, στο καλλιτεχνικό κομμάτι εκεί υπάρχει μια τεράστια κουβέντα, μια τεράστια συζήτηση που μπορούμε να πούμε ό,τι θέλουμε».
Άρα υπάρχουν κάποια αντικειμενικά κριτήρια και κάποια υποκειμενικά., αυτό αντιλαμβάνομαι.
«Ναι, απλώς παρατηρώ κάτι στον κόσμο που έχει πολύ ενδιαφέρον για εμάς που κάνουμε τη δουλειά που κάνουμε.
Λένε ας πούμε «Αχ τι ωραίο το Maestro, γιατί δεν είναι καθημερινό». Όταν ακούς λοιπόν αυτό το «γιατί δεν είναι καθημερινό», αυτομάτως τι αντιλαμβάνεσαιq Ότι ο άνθρωπος που σου λέει αυτό δεν κατανοεί την κατασκευή της δουλειάς σου.
Δεν κατανοεί ότι το κάθε επεισόδιο θέλει από 12 με 14 μέρες για να γυριστεί.
Μετά θέλει ένα μήνα να είναι post-production για την επεξεργασία της εικόνας, για το μοντάζ, για την επεξεργασία του ήχου. Ότι αυτό είναι ένα προϊόν το οποίο για να μπορέσει να έχει την εικόνα που έχει, ασχέτως σεναρίου, ασχέτως αποτέλεσματος καλλιτεχνικού, είναι ένα προϊόν το οποίο απαιτεί πάρα πολύ χρόνο για να γυριστεί και κατά συνέπεια και πάρα πολλά χρήματα.
Συνεπώς, δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να είναι καθημερινό αυτό. Και λες, α, άρα αυτό είναι κάτι που ο κόσμος δεν το καταλαβαίνει απαραίτητα ή δεν το ζυγίζει με τον τρόπο που εμείς θέλουμε να το επισημαίνουμε.
Και έχει αυτό το ενδιαφέρον του. Οπότε, πάντα προσπαθείς λίγο να καταλάβεις τι θα ήθελε να σου πει και όχι τι πραγματικά σου λέει. Γιατί δεν είναι ότι δεν αναγνωρίζει την ποιότητα της δουλειάς, απλώς μπορεί να μην έχει αντίληψη 100% του κόπου που έχει αυτή η δουλειά για να φαίνεται ποιοτική».
Έχει τύχει ποτέ να μετανιώσεις για κάποια δουλειά που έκανες;
«Βέβαια, όχι όμως με την έννοια του άμα γύριζα πίσω το χρόνο αν θα το ξανάκανα. Γιατί κάθε δουλειά που έχω κάνει, την έχω κάνει με πλήρη συνειδήση.
Αλλά έχω στεναχωρεθεί που είδα σε δουλειά να μας συμπαρασύρει μια ένδεια παραγωγής, budget εννοώ, προϋπολογισμού, και να μην μπορούμε να σηκώσουμε το ανάστημά μας και να βάλουμε κάποια όρια καλλιτεχνικά που να απαγορεύει σε κάποιον να δείξει κάτι τόσο φτηνό στον κόσμο».
«Τα Άγρια Παιδιά ήταν σταθμός, ήμασταν μαύρο προβατάκι μέσα σε λευκά πρόβατα»
Θα ήθελα να μου πεις λίγο και για τα Άγρια Παιδιά, για το Σπάικ περισσότερο, γιατί όπως, γνωρίζεις, η σειρά πριν γυριστεί ήταν στήλη στην Parallaxi.
«Είναι σταθμός στην καλλιτεχνική μου διαδρομή και θα είμαι πάντα ευγνώμων στους ανθρώπους της Ενόρασης, τον Χρήστο Νικολέρη, τον Παναγιώτη Ιωσηφέλη, τον Γιάννη Εξηντάρη, όλους τους ανθρώπους που σκεφτήκαν να φέρουν ένα τόσο εναλλακτικό προϊόν από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, να το προτείνουν στο Mega, σε εποχές που το κανάλι είχε άλλου τύπου μυθοπλασία.
Να επιμείνουν σε αυτό. Η Φρόσω Ράλλη να μπει μπροστά και με νύχια και με δόντια, να επιβάλλει πράγματα, να επιβάλλει πρόσωπα, να πει έτσι θα γίνει αυτή η δουλειά, με αυτά τα λεφτά, με αυτούς τους ηθοποιούς, με αυτούς τους συντελεστές, ήμασταν ένα μαύρο πρόβατάκι μέσα σε ένα λιβάδι με λευκά πρόβατα!
Και για μας, το ότι ήταν μια σειρά δρόμου και γυρνούσαμε σε όλο το λεκανοπέδιο, μεταμεσονύκτια κατά κύριο λόγο, με πολύ ενδιαφέροντες συνεργάτες, μας ενηλικίωσε πολύ ωραία και μας διαμόρφωσε και σε πολύ μεγάλο βαθμό, την ταυτότητά μας την καλλιτεχνική εκείνα τα χρόνια».
Υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τον Σπάικ με τον Μιχάλη του Maestro; Και συνολικά τους ρόλους που υποδύθηκες;
«Νομίζω ότι όλοι συνδέονται με κάποιο τρόπο. Αν μπορώ να βρω κάτι κοινό ανάμεσα στον Μιχάλη και τον Σπάικ, είναι ότι και οι δύο είναι πολύ υπεύθυνοι άνθρωποι. Είναι πολύ του καθήκοντος και της δικαιοσύνης».

Αγαπημένο μέρος στη Θεσσαλονίκη ποιο έχεις, Αντίνοε;
«Κοίταξε, εγώ πάντα όταν έρχομαι εδώ μένω στο κέντρο.
Όταν λέω κέντρο, εννοώ πολύ κέντρο. Δεν σου κρύβω ότι τα παλαιότερα χρόνια απολάμβανα πολύ την βόλτα στην παλιά παραλία. Απλώς τώρα όλα αυτά τα τόσο πολύ μεγάλα μαγαζιά που έχουν ανοίξει με κάνουν να νιώθω ότι κάπως έχει χαθεί λίγο μια ταυτότητα άλλης εποχής που υπήρχε.
Δηλαδή αυτά τα μαζικά μαγαζιά που ξέρεις ο κόσμος στοιβάζεται μέσα και είναι δίπλα η θάλασσα και δεν την κοιτάνε τη θάλασσα. Δεν τους απασχολεί η θάλασσα.
Οπότε κάπως έχω αποτραβηχτεί.
Καλά στη Νέα Παραλία δεν το συζητώ, πάντα θα την απολαμβάνω αυτή η διαδρομή γιατί έχει αυτή την ανοιχτωσιά, έχει τα νέα παιδιά, έχει τους σκεϊτάδες, έχει παρέες με ηχεία που ακούνε, σκυλιά που παίζουν. Είναι απόλαυση για μένα το κομμάτι δηλαδή προς το Μέγαρο.
Αλλά από εκεί και πέρα τα τελευταία χρόνια μ’ αρέσει πάρα πολύ η περιοχή πάνω από τα Λαδάδικα. Εκεί δηλαδή μου αρέσει να κυκλοφορώ».
Το σκυλί σου, η Μπλου, είναι εδώ;
«Ο κανονισμός των αεροπορικών δυστυχώς λέει ότι το σκυλί για να ταξιδέψει στην καμπίνα πρέπει να είναι 8 κιλά με το κλουβί. Εμένα η δικιά μου είναι 11 χωρίς κλουβί. Οπότε δεν γίνεται. Μόνο στο τρένο είναι πιο ευέλικτα τα πράγματα».
Απλά δεν ξέρω πόσοι ταξιδεύουν πια με τρένο… Μετά τα Τέμπη…
«Νομίζω πιο δύσκολο είναι να μπει άνθρωπος σε τρένο, παρά σκυλί. Λόγω φόβου, εννοώ».
Πώς εισέπραξες όλο αυτό που έγινε μετά το τραγικό δυστύχημα;
«Είναι λυπηρό σε μία σύγχρονη χώρα, πολιτισμένη, που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπόκειται σε ελέγχους, σε έρευνες, που πρέπει να συμβαδίζει με κανονισμούς, να συμβαίνουν αυτά είναι αδιανόητα.
Είναι βαθύς ο πόνος και για την κοινωνία και για τους γονείς όλων αυτών των παιδιών.
Από την άλλη, η εργαλειοποίηση του συμβάντος για πολιτικούς λόγους, κι αυτή από ένα σημείο και μετά γίνεται πρόστυχη.
Από πίσω υπάρχουν οικογένειες που ακόμα πενθούν. Ακόμα πονάνε και δεν είναι εύκολο να βλέπουν συνέχεια αυτό το ζήτημα να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη, γιατί η κοινωνία πια έχει αρχίσει και χάνει την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς.
Θα πρέπει κάποια στιγμή κάποιος να πληρώσει για κάτι σε αυτή τη χώρα. Ας είναι τώρα τουλάχιστον. Να νιώσουν λίγο καλύτερα, να ανακουφιστούν οι άνθρωποι που είχαν τις απώλειες».

Θα μου πεις και για τα μελλοντικά σου σχέδια κάτι;
«Με το τέλος των παραστάσεων εδώ στο Κρατικό, θα φύγω για τα γυρίσματα στους Παξούς. Θα προσπαθήσω να ξεκουραστώ το καλοκαίρι, γιατί έρχεται ένας χειμώνας προετοιμασίας μιας νέας θεατρικής παραγωγής στην Αθήνα με την Αθανασία Καραγιαννοπούλου στο τιμόνι, αλλά θα μπορούμε να πούμε πιο πολλά πράγματα από την επόμενη σεζόν που θα είναι ανακοινώσιμα. Τηλεοπτικά όχι κάτι ακόμη».
Τι αγαπάς λίγο περισσότερο, το σινεμά, το θέατρο, την τηλεόραση;
«Όσο ήμουν πιο μικρός, αγαπούσα το σινεμά πιο πολύ.
Τώρα που μεγαλώνω, εντυπωσιάζομαι κι εγώ ο ίδιος από τη ζωντανή performance. Οπότε, δεν μπορώ να το αλλάξω το θέατρο με κανένα άλλο είδος.
Περνάω πάρα πολύ ωραία στα γυρίσματα, ειδικά στις ταινίες που έχουν ένα πολύ πιο σφιχτό χρονοδιάγραμμα από ό,τι μία σειρά.
Αλλά το θέατρο δεν θα το άλλαζα.
Στο θέατρο οφείλεις να έχεις μια ετοιμότητα, που δεν υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη να την έχεις στις άλλες δουλειές.
Το κοινό δεν μπορεί να σε περιμένει να είσαι έτοιμος. Το κοινό οφείλει να δει αυτό που πρέπει να δει. Και εσύ οφείλες σε κάθε παράσταση να παίζεις με τον ίδιο τρόπο.
Γιατί είναι η ίδια παράσταση και την ίδια παράσταση οφείλουν να βλέπουν όλοι οι θεατές. Και να είσαι έτοιμος πάντα, ανά πάσα στιγμή, να έχεις πλήρη έλεγχο των εκφραστικών σου μέσων. Να είσαι πολύ καλά εκπαιδευμένος, πολύ καλά προπονημένος και συνεπής στην τέχνη σου».




