Παναγιώτης Ιωσηφέλης: Με ενδιέφερε μια πιο punk προσέγγιση στη “Μεγάλη Χίμαιρα” του Καραγάτση
Ο σεναριογράφος που μεταφέρει στην οθόνη τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά projects της χρονιάς, μιλά για την πολυπλοκότητα της διασκευής και την επιστροφή στις ρίζες του με το «Παιδί» – ένα feel-good παραμύθι από το μηδέν
Υπάρχουν δημιουργοί που τους γνωρίζεις μέσα από τους τίτλους αρχής και άλλοι που τους ανασκάπτεις απο παλιά περιοδικά ή ίσως ακόμα και εφημερίδες. Για μένα, η γνωριμία με τον Παναγιώτη Ιωσηφέλη ξεκίνησε από το ψηφιοποιημένο αρχείο της Parallaxi.
Εκεί, στις σελίδες των Άγριων Παιδιών, συνάντησα μια Ελλάδα της περιόδου 2006-2008 – μια χώρα σε μεταίχμιο, αποτυπωμένη με μια ωμότητα και μια τρυφερότητα που σπάνια έβρισκε τότε διέξοδο στη μικρή οθόνη, μέχρι που το MEGA μετέτρεψε εκείνα τα διηγήματα σε τηλεοπτική σειρά.
Σήμερα, επιστρέφει ως ο άνθρωπος που κρατά στα χέρια του το «βαρύ πυροβολικό» της ελληνικής μυθοπλασίας. Από τη μία, υπογράφει τη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση, την ακριβότερη και πιο φιλόδοξη παραγωγή που έχει επιχειρηθεί ποτέ για την ελληνική τηλεόραση, αναλαμβάνοντας το στοίχημα να μεταφέρει το δέος του κλασικού στο ευρύ κοινό. Παράλληλα, μας ταξιδεύει στις όχθες της Λένας Μαντά με το «Σπίτι δίπλα στο ποτάμι», μια σειρά που ήδη κερδίζει το στοίχημα της οθόνης.
Όμως, ανάμεσα στις μεγάλες διασκευές και τα ηχηρά projects, υπάρχει και το «Παιδί». Η προσωπική του καψούρα θα έλεγα, τουλάχιστον αυτό κατάλαβα ενώσω τον άκουγα να μιλάει. Ένα πρωτότυπο έργο, απαλλαγμένο από το βάρος της λογοτεχνικής προϋπηρεσίας, που επιστρέφει στις ρίζες της δικής του δημιουργικής ανάγκης: να πει μια ιστορία από το μηδέν.
Σε μια εποχή όπου η υπερεξειδίκευση των επαγγελμάτων τείνει να εγκλωβίζει τις νεότερες γενιές σε στενά, απομονωμένα πεδία, η πορεία του Παναγιώτη μοιάζει με μάθημα επιμονής. Η δυσκολία της επιλογής ενός και μόνο δρόμου, που πάντα υπήρχε αλλά σήμερα μοιάζει πιο ασφυκτική από ποτέ, έρχεται σε δημιουργική αντίθεση με τη δική του καθαρή απόφαση.
Σκεπτόμενος, λοιπόν, τα λόγια του σεναριογράφου Παναγιώτη Ιωσηφέλη, δεν μπορείς παρά να εντυπωσιαστείς από τη δύναμη της πρώτης εκείνης συνειδητοποίησης:
«Σπούδαζα Ιστορία Αρχαιολογία στα Γιάννενα και περίπου στην ηλικία των 19 με 20 χρονών ,συνειδητοποίησα ότι θέλω να ζήσω τη ζωή μου γράφοντας. Ότι η δουλεία αυτή είναι που μου άρεσε να κάνω»
Και ενώ οι γονείς του μπορεί να μην είχαν τη δυνατότητα να στηρίξουνε μια τέτοια επιλογή ζωής, καθώς όπως λέει και ο ίδιος για το επάγγελμα: «προϋπέθετε ότι θα είχα εξασφαλισμένη μια οικονομική άνεση» – δεν πτοήθηκε από το γεγονός αυτό.
Αντιθέτως, για να καταφέρει μέσω της γραφής να κερδίζει τα προς το ζην επέλεξε να έρθει στη Θεσσαλονίκη, ενώσω σπούδαζε στα Γιάννενα και να σπουδάσει παράλληλα σε μια ιδιωτική σχολή Δημοσιογραφίας – όπου και στην συνέχεια το εξάσκησε ως επάγγελμα:
«Ξεκίνησα οριστικά, με τον Τάσο Μιχαηλίδη, τον συγχωρεμένο, που ήταν από τις μορφές της δημοσιογραφίας στη Θεσσαλονίκη του τότε, να γράφω. Η συγγραφική μου πορεία ξεκίνησε από το περιοδικό “εξώστης”, ένα περιοδικό ελεύθερης διανομής – μετά συνέχισα να γράφω σε διάφορα περιοδικά και στην Αθήνα, όπως το “01” του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, στο “Κλικ” του Κωστόπουλου και μετά από εκεί διασταυρωθήκαμε σε ένα φεστιβάλ με τον Γιώργο Τούλα και με ρώτησε αν θέλω να περάσω από το γραφείο και να συζητήσουμε».
«(…)Κοίτα, γενικά στο χώρο μας δεν υπάρχει μια πεπατημένη – ο καθένας οφείλει να ανακαλύψει ο ίδιος την πορεία του. Δεν είναι ότι σπουδάζεις κάτι, και αυτό σε κάνει ικανό να ανταποκριθείς – σε μια δέσμη υποχρεώσεων επαγγελματικών ή άλλων. Για μένα, τώρα που το σκέφτομαι, κάθε βήμα είχε μια λογική, ξέρεις (…)»
Για τον ίδιο «όλα κάπως, λειτουργήσανε» αλλά το θέμα είναι ότι δούλεψε ακόμα και σαν φιλόλογος για 7 χρόνια στη μέση εκπαίδευση κάνοντας φροντιστηριακά μαθήματα, ακόμα και σαν δημοσιογράφος και παρόλα αυτά, «κάθε φορά το γράψιμο υπήρχε, ήταν εκεί και έπρεπε εγώ να διαχειριστώ τον χρόνο με τέτοιο τρόπο ώστε εγώ να καταφέρω να καταλήξω να το κάνω σαν δουλειά. Γιατί αυτό ήθελα, από την αρχή».
H σχέση με Parallaxi και «Τα Άγρια Παιδιά»:
«Η Parallaxi, ανέκαθεν μου άρεσε ως αισθητική προσέγγισης σε σχέση και με το περιοδικό/εφημερίδα αυτό κάθε αυτό, αλλά και σε σχέση με το γεγονός ότι ο Γιώργος Τούλας πρότεινε. Πράγματι, πήγα και συζητήσαμε και από αυτό ανέκυψε μια σειρά άρθρων – μια στήλη η οποία ήτανε αυτό: «Τα Άγρια Παιδιά» η οποία ήτανε κάποια χρόνια στη Parallaxi και αργότερα έγινε σειρά στο MEGA – εκ των υστέρων κάποια από τα κείμενα αυτά δημοσιεύτηκαν και σε μια έκδοση.»
Η απόφαση της μεταστροφής από τη δημοσιογραφία στα οπτικοακουστικά μέσα για τον ίδιο ήρθε ενώσω δημοσιογραφούσε επισημαίνοντας μου συγκεκριμένα ότι «διαπίστωνα σταδιακά ότι δεν μου άρεσε πολύ το lifestyle κομμάτι της δημοσιογραφίας, το εργολαβικό της κομμάτι. Θεώρησα τότε, ότι θα μπορούσα να δοκιμάσω τα οπτικοακουστικά που δεν είχανε την ένταση που έχουνε τώρα».
Είχε ωστόσο, προετοιμάσει μάλλον ανεπαίσθητα, το έδαφος για την μεταπήδηση στο νέο πεδίο ενασχόλησής του, καθώς όσο δημοσιογραφούσε σε πλειάδα μέσων όπως: τα “Νέα” (Ταχυδρόμος), στο τότε “Έθνος”, στις “Εικόνες” – είχε ήδη ξεκινήσει να σεναριογραφεί για τον κινηματογράφο από το 1999 και να γράφει video clips «στο πλαίσιο μιας πολύ καλής και πολύ σημαντικής εταιρείας για τη Θεσσαλονίκη τον καιρό εκείνο της N-Orasis»
Κι αυτό, όπως αναφέρει, προέκυψε λόγω της γνωριμία του με τον Χρήστο Νικολέρη αλλά και της ανάγκης που είχανε τότε για καινούργιες ιδέες. Η μεγάλη μετάβαση έγινε το 2006, όταν:
«(…) ξεκίνησα να γράφω στη 10η εντολή με τον Πάνο Κοκκινόπουλο σε σκηνοθεσία και επιμέλεια. Τελειώνοντας με αυτό, υπήρξε μια σκέψη εάν θα έπρεπε να το συνεχίσουμε γιατί ο Πάνος θα έκανε τα «Μαύρα Μεσάνυχτα». Έτσι, αφού δεν ήθελε να συνεχίσει τη 10η εντολή και επειδή εγώ είχα λιγάκι πάρει το κολάι με τα ημιαυτοτελή του – πήγα στο MEGA μέσω της “N-Orasis” με την οποία κλείναμε τότε τα 7, 8 χρόνια συνεργασίας τους είπα: Έχω μια ιδέα. Έχω αυτά τα κείμενα, μπορούμε να κάνουμε μια σειρά, λίγο διαφορετική και να την σκηνοθετήσει ο Χρήστος Νικολέρης. Δέχτηκαν, βλέποντας το ο Λοΐζος Ξενόπουλος είπε ξέρεις τι; Ας κάνουμε κάτι που θα γουστάρουμε – Έτσι έγιναν τα «Άγρια Παιδιά».
Πώς όλα συνέδραμαν ώστε να φτάσουμε στον σεναριογράφο του σήμερα:
«Κοίτα το λέω και στους φοιτητές μου – ο μόνος τρόπος για να μάθεις μια δουλειά είναι να δουλέψεις με αυτήν. Δεν γίνεται ως hobby, τουλάχιστον αυτή είναι η δικιά μου εμπειρία.
Σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι έχω κάποια γνώση πέρα της δικής μου εμπειρίας – σε σχέση με τη δική μου εμπειρία όμως ο μόνος τρόπος για να μάθεις κάτι είναι να δουλέψεις σε σχέση με αυτό: δηλαδή να κάνεις μια συμφωνία που μπορεί είτε να έχει λίγα λεφτά είτε και καθόλου στην αρχή.
Πάντως, να έχεις παραδοτέα και ημερομηνίες, ώστε να συγκεντρωθείς και να δουλέψεις γιατί έχεις να παραδώσεις σε δύο μέρες. Μπορεί να μην κοιμηθείς, αλλά πρέπει να παραδόσεις γιατί περιμένουν από εσένα».
Κι αυτό ομολογουμένως τον γαλούχησε σε έναν τέτοιο τρόπο εργασίας, με τα πολύ αυστηρά deadlines, ώστε να μπορεί μελλοντικά να ανταπεξέλθει στις απαιτητικές συνθήκες μιας τηλεοπτικής παραγωγής. Καθώς συνεχίζει, αναφέρεται στην εμπειρική τριβή με τα όσα ενασχολήθηκε, αλλά και που τον αξίωσαν να βλέπει στο σήμερα τρεις δικές του δουλειές να προβάλλονται στη μικρή οθόνη:
«Όλα ήταν απαραίτητα – όλα έχουν σχέση με την επιθυμία, αν η επιθυμία είναι καθαρή τότε όλα διαμορφώνονται σε σχέση με αυτό (…) Είναι η επιθυμία που διαμορφώνει αυτό που εσύ ορίζεις ως πειθαρχία. Σε πρώτη φάση τουλάχιστον, γιατί η πειθαρχία είναι κάτι αόριστο. Κάπως έτσι, καλλιεργείς την έννοια της πειθαρχίας: ότι έτσι πρέπει να καθίσω 6-7 ώρες και να σηκωθώ μόνο επειδή πρέπει να πάω στην τουαλέτα».
Αυτό βέβαια, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος, δεν είναι κάτι που διαφοροποιείται από γενιά σε γενιά. Αντιθέτως, προσθέτει πώς «παραμένει έτσι μέχρι σήμερα. Κι όταν λέω σήμερα δεν εννοώ μεταφορικά, εννοώ και σήμερα. Απλώς για να φτάσεις μετά να είσαι σε μια θέση όπου από τα κείμενα σου εξαρτάται το μεροκάματο, όπως έγινε πέρυσι και γυρίζονταν όλα αυτά που βλέπουμε φέτος, περίπου 500 άνθρωποι την εβδομάδα, ώστε να έρθουν τα σενάρια και να μπορέσουν να πάνε σε γύρισμα».
Όταν λοιπόν γνωρίζεις ότι 500 περίπου άνθρωποι περιμένουν εσένα να για να πάρουν το μεροκάματο τους;
«Δεν γίνεται εσύ να πεις σήμερα έχω ένα πλάκωμα – θα καθίσω λίγο, θα πάω να πιώ έναν καφέ, ένα τσίπουρο, να πεταχτώ να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα»
«(…)η διασκευή δεν είναι ένα εξαμηνιαίο μάθημα αλλά μια σχολή»
Από το 2005, διδάσκει στη σχολή Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ, ως καθηγητής της σχολής Κινηματογράγου με γνωστικό αντικείμενο το σενάριο: (…)«Η αλήθεια είναι ότι δίδασκα στο πανεπιστήμιο 12, 13 χρόνια διασκευή και κάθε φορά όταν τελείωνε το εξάμηνο έλεγα στους φοιτητές μου ότι εγώ θεωρώ ότι η διασκευή δεν είναι ένα εξαμηνιαίο μάθημα αλλά μια σχολή. Ότι πρέπει να είναι οκτώ εξάμηνα».
«H τηλεόραση περισσότερο από το σινεμά και περισσότερο από κάθε άλλη αφηγηματική φόρμα έχει πολύ μεγάλη σχέση με την παραγωγή. Ποτέ ένας συγγραφέας δεν θα ασχοληθεί τόσο πολύ με το αν το βιβλίο του είναι 252 ή 354 σελίδες – ούτε και ένας θεατρικός συγγραφέας στην πραγματικότητα.
Σε εμάς επειδή η οπτικοακουστική παραγωγή προϋποθέτει τεράστια budget είναι όλα πολύ συγκεκριμένα και πολύ αυστηρά: απο τους φόρους, τους ηθοποιούς μέχρι και το μέγεθος των επεισοδίων, είναι όλα πάρα πολύ συγκεκριμένα.
Ακριβώς γιατί αν γράψεις ένα έξτρα κεφάλαιο σε ένα βιβλίο χωρίς να γνωρίζω καλά, πιθανολογώ όμως, δεν θα σου πει ο εκδότης θα το κόψουμε γιατί το βιβλίο βγαίνει 426 σελίδες ενώ εγώ το θέλω στις 320.
Σε εμάς αυτό συμβαίνει. Πρέπει να τηρήσουμε τους χρόνους των επεισοδίων, αν και εντάξει έχουμε ένα range, μια απόσταση. Πρέπει όμως να είναι περίπου 45 λεπτά, ίσως λίγο περισσότερο αλλά δεν γίνεται να γράφεις ότι θέλεις – άρα καθορίζονται οι επιλογές από την κανονικότητα του μέσου και το παραγωγικό πλαίσιο.»
Όπως μου είπε και ο ίδιος χαρακτηριστικά η διασκευή είναι μια πολύ ιδιάζουσα περίπτωση. Αν και μπορεί να φαντάζει εκ πρώτης όψεως, λιγότερο δύσκολη σε σχέση με τη συγγραφή ενός πρωτότυπου έργου, κι αυτό ίσως να προκύπτει λόγω της απλοϊκότητας που μπορεί να έχουν κάποιοι απο τους χαρακτήρες στο πώς αποδίδονται στην μικρή οθόνη – οι τεχνικές που πρέπει να συνυπολογιστούν είναι τόσες πολλές: (…)«δηλαδή δεν είναι μόνο η σχέση με το κείμενο, αλλάζεις το αφηγηματικό σύστημα εν γένει. Είναι αρκετά σύνθετο πράγμα αυτό και εξειδικευμένο».
Η δημιουργία της «Μεγάλης Χίμαιρας»
Προτού τον παροτρύνει ο Στέλιος Κοτιώνης, παραγωγός της Foss, να δοκιμάσει να γράψει ένα επεισόδιο για τη Χίμαιρα – είχαν επιχειρήσει άλλη μια φορά να κάνουν τη σειρά πραγματικότητα, αλλά όπως μας αναφέρει και ο ίδιος ο σεναριογράφος «Ήξερα ότι υπήρχε μια εμπλοκή, ότι είχε επιχειρήσει να το κάνει άλλα μια φορά και είχαν υπάρξει θέματα – αλλά δεν ήξερα λεπτομέρειες».
«Επειδή έχουμε συμβόλαιο αποκλειστικότητας, δηλαδή έχω συμβόλαιο με τη «Foss» ήταν και κάπως υποχρέωση μου, μπορούσα να πω όχι. Αλλά το ήθελα κιόλας, να το δοκιμάσω. Έτσι, έγραψα το πρώτο επεισόδιο της Χίμαιρας – το οποίο τους φάνηκε ικανοποιητικό, το μετέφρασαν και το έστειλαν στους Γερμανούς. Οι Γερμανοί έδωσαν το ΟΚ για να προχωρήσουμε»
«Οπότε, γενικώς ξεκινήσαμε να διερευνάμε το πώς μπορεί να μεταφερθεί αυτό το βιβλίο ή τι θα ήταν οπτικοακουστικά ενδιαφέρον και τι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, τι όχι. Υπήρχαν και συναντήσεις με τον Δημήτρη Τάρλοου που είναι εγγονός του Καραγάτση, ο οποίος διάβαζε τα σενάρια και συζητούσαμε. Συνεργάζεται επίσης ο Τάρλοου με έναν που έχει εξειδικευτεί στον Καραγάτση, πιθανά μέσω μιας διατριβής – άρα, υπήρχε και ένα επιστημονικό αμιγώς πεδίο και συνέχισα να γράφω»
Η σεναριακή προσέγγιση – αισθητικά
Απο την αρχή ήθελε να έχει «(…) μια punk προσέγγιση – Με τον όρο punk προσέγγιση, και τους το είχα πει εννοούσα ότι περισσότερο από όλα με ενδιέφερε να εμβαθύνω στην ηρωίδα αυτή καθ’ αυτή. Στη διαδρομή της, δραματουργικά, την συναισθηματική που έπρεπε να την δραματοποιήσω».
Επομένως, ξεκινόντας να γράφει, εστίασε κυρίως στο πώς θα μπορούσε ο ίδιος να αφηγηθεί την ιστορία μέσα από την πλευρά της Μαρίνας . Όπως αναφέρει και ο ίδιος στη συνέχεια της στζήτησης μας:
«Ακριβώς θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο, μπορούσα να κατευθυνθώ σε σχέση με μια σειρά αισθητικών επιλογών, που αφορούνε κριτικές οι οποίες έχουνε διατυπωθεί για το σύνολο του έργου του Καραγάτση αλλά συγκεκριμένα για τη Χίμαιρα. Εγώ είπα εξ αρχής ότι θέλω να πάω με την ηρωίδα».
«Θέλω να ακολουθήσω την ηρωίδα και όλα τα υπόλοιπα θα τα βρω στην πορεία. Όπερ και εγένετο, οπότε η προσέγγιση μου ήτανε κάθε φορά να έχω έτσι μια πολύ δυναμική σχέση με το κείμενο που έλεγα Ok είναι από τη μια η Μαρίνα, το 1928, αλλά είναι και η Μαρίνα τώρα.
Δηλαδή ποια είναι αυτή η τύπισσα; Ποιο το θέμα της; Κι αυτό είναι πολύ ρεαλιστικό, καθόλου λογοτεχνικό – με έναν εντελώς ρεαλιστικό τρόπο την διαχειρίστηκα λες και είναι φίλη μου. Τι φάση με τη ζωή της;».
Η επιλογή της σύνδεσης των 3 κεφαλαίων στον παροντικό χρόνο της ταινίας
«Επρόκειτο για μια αισθητική επιλογή που συζητήθηκε εκ των υστέρων αρκετά. Θεωρούμε ότι με το voice over υπάρχει, δίνεται χώρος, είναι ένα ας πούμε έξτρα αφηγηματικό περιβάλλον όπου δίνουμε χώρο στη φωνή του συγγραφέα. Εγώ στην αρχή δεν το ήθελα, μετά κάπως το διαχειρίστηκα.
Το Voice over ουσιαστικά είναι ένα ακόμα επίπεδο αφήγησης στο οποίο έχουμε πρόσβαση στον συγγραφέα και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει αυτός ο δημιουργός.
Με το οποίο αρθρώνεται στην δραματουργία, χωρίς να παύει να είναι ένα επιπρόσθετο επίπεδο αφήγησης. Κάθε φορά υπενθυμίζοντας πάντως, πώς πρόκειται για ένα έργο τέχνης – δηλαδή αποστασιοποιείσαι».
«Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι»
Με το που τελείωσε την «Μεγάλη Χίμαιρα», προέκυψε το δύσκολο έργο: αυτό της μεταφοράς του βιβλίου της Λένας Μαντά «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι», για το κανάλι, Alpha. Ο σεναριογράφος, ενώ ήταν εις γνώση του πως είχαν ήδη προηγηθεί κάποιες, ανεπιτυχείς προσπάθειες μεταφοράς του βιβλίου, ο ίδιος δεν δίστασε και μετά απο παρότρυνση του παραγωγού Στέλιου Κοτιώνη δοκίμασε να γράψει ένα επεισόδιο. Η ιδιοτυπία αυτού του έργου, η δυσκολία, όπως αναφέρει, δεν είναι άλλη απο το γεγονός ότι υπάρχουν 5 ηρωίδες.
«Παρόλα αυτά το διάβασα και έκανα μια πρόταση. Η πρόταση μου είναι αυτό που παίζεται. Είπανε από το κανάλι ότι αυτό που έγραψες θέλουμε να το δούμε. Η πρόταση ήτανε: να διασκευαστεί με τις ιστορίες των 5 γυναικών να τρέχουνε ταυτόχρονα, άρα να βλέπουμε την ίδια μέρα στη ζωή των 5 γυναικών. Και πώς αυτό αναδιατάσσει την πραγματικότητα, όλη την πλοκή;»
Οικονομικές δυνατότητες, διαφορετικές προσεγγίσεις
«Αυτή ήταν η προσέγγιση, άλλες κανονικότητες εκεί, άλλα budget. Δηλαδή στη Χίμαιρα το budget είναι θηριώδες, είναι το μεγαλύτερο στην Ελλάδα ever, σε οτιδήποτε το οπτικοακουστικό και το γνώριζα αυτό. Δηλαδή κάποια στιγμή, υπάρχει ένας χαρακτήρας που λέγεται “Νικήτας”, ο οποίος στο βιβλίο υπάρχει μόνο ως αναφορά, δεν υπάρχει ως χαρακτήρας.
Και ρώτησα τον Κοτιώνη, όταν θα υπάρχει ένα ναυάγιο στα επεισόδια της Χίμαιρας θα το δείξουμε ή θα το διηγηθούμε, θα γίνει αναπαραστατικά ή διηγητικά; Μου είπε τι σε ενδιαφέρει; Του είπα: γιατί αν το αναπαραστήσουμε, θα ήθελα να δημιουργήσω μια πολύ μεγάλη κλιμάκωση συγκίνησης.
Και εκεί θα χρειαστώ να βγάλω έναν χαρακτήρα. Μου είπε ναι κάνε το. Άρα ξέρεις ότι έχεις την άνεση να δείξεις ένα ναυάγιο. Σε οποιαδήποτε άλλη τηλεοπτική σειρά, γιατί έχω γράψει γύρω στα 700 κάτι επεισόδια – ένα ναυάγιο θα το διηγούμασταν λέγοντας “έγινε ένα ναυάγιο”, θα περνούσε δηλαδή στον διάλογο, θα βλέπαμε ανθρώπους να κλαίνε, θα είχαμε αναπαραστάσεις της διήγησης και δεν θα ήτανε αυτή κάθε αυτή η αναπαράσταση. Εδώ μπορούσαμε να ναυαγήσουμε ένα καράβι, στο Βισκαϊκό κόλπο, και το κάναμε.
“Στο σπίτι δίπλα στο ποτάμι”, δεν είχαμε τέτοια άνεση, ξανά μια σειρά εποχής με άλλες κανονικότητες και σίγουρα πολλαπλά διαφορετικό εν συγκρίσει με το πλασματικό budget της Χίμαιρας. Αυτό διαμορφώνει εκ των πραγμάτων αισθητικές επιλογές σε σχέση με τη χρήση των χώρων και των αριθμό των ηθοποιών, αλλά και τον αριθμό των επεισοδίων»
«Το Παιδί»
«Μετά από αυτές τις δύο κάπως, αυστηρές εργασίες, αν μπορώ να πω – ήθελα να κάνω και μια σειρά για εμένα.
Η οποία βέβαια, ως σύλληψη προηγούνταν των άλλων δύο, δηλαδή «το παιδί» υπήρχε στο κεφάλι μου από τότε που στην πραγματικότητα ξεκίνησα να συνεργάζομαι με τη «Foss», να κάνω μια σειρά η οποία θα έχει πλάκα και έναν σουρεαλισμό και δεν θα έχει όλες αυτές τις κανονικότητες που είχα να διαχειριστώ στις δύο προηγούμενες σειρές»
Η γέννηση της σειράς «Το Παιδί» δεν θυμίζει σε τίποτα την αυστηρή προετοιμασία των δουλειών στην τηλεόραση όπως τη φανταζόμαστε. Ήταν μια ανάγκη για κάτι πιο προσωπικό, «τρελό» και σουρεαλιστικό, που ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, κατά τη διάρκεια μιας διαδρομής από το αεροδρόμιο προς τα γραφεία της εταιρείας παραγωγής Foss στην Αθήνα.
Εκεί, σε ένα χαλαρό κλίμα μέσα στο αυτοκίνητο, ο σεναριογράφος μοιράστηκε με τους παραγωγούς του (Στέλιο Κοτιώνη και Ορέστη Πλακιά) την κεντρική ιδέα: ένα feel-good «παραμύθι» με αναφορές από τον Asterix μέχρι το Ted Lasso, που τοποθετεί στο επίκεντρο έναν αυτιστικό χαρακτήρα ως πηγή καλοσύνης.
Παρά το γεγονός ότι το πρώτο δοκιμαστικό επεισόδιο έμεινε για καιρό στο συρτάρι λόγω της «Παραλίας», η ιδέα δεν ξεχάστηκε. Η ΕΡΤ αγκάλιασε το εγχείρημα από την πρώτη στιγμή, προσφέροντας ένα ιδανικό περιβάλλον δημιουργικής ελευθερίας. Χωρίς παρεμβάσεις στο κείμενο και με πνεύμα ανοιχτής συζήτησης, η σειρά βρήκε τον δρόμο της για τη μικρή οθόνη, επιτρέποντας στον δημιουργό της να πειραματιστεί μακριά από τις συνήθεις παραγωγικές συμβάσεις.
Τμήμα κινηματογράφου: «(…)από την αρχική δυσπιστία και επιφύλαξη έχει περάσει πια στην αντίθετη κατάσταση»
Αν όχι, ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης, τότε ποιος θα ήταν περισσότερο αρμόδιος, για να μας επικοινωνήσει τα όσα συμβαίνουν στο τμήμα κινηματογράφου του Α.Π.Θ; Όπως αναφέρει και ο ίδιος το τμήμα ξεκίνησε να προσφέρει εκπαίδευση στους φοιτητές τον Νοέμβριο του 2004, ενώ ο ίδιος εντάχθηκε στο προσωπικό διδασκαλίας τον Οκτώβριο του 2005.
«Το τμήμα έχει αλλάξει άρδην από τότε, έχει πετύχει οι απόφοιτοι μας πραγματικά να είναι ένα μέγεθος στην αγορά εργασίας»
Δεν παρέλειψε να μας πει πώς σε αρκετά απο τα γυρίσματα των σειρών που συμμετέχει, παρατήρησε να εργάζονται στα set, πολλοί φοιτητές και φοιτήτριες του: στα σκηνογραφικά, στο script, στα ενδυματολογικά αλλά και στις κάμερες.
«Το τμήμα αυτά τα 20 χρόνια, έχω διαπιστώσει, ότι από την αρχική δυσπιστία και επιφύλαξη έχει περάσει πια στην αντίθετη κατάσταση. Τα παιδιά μας, οι απόφοιτοι μας λένε πως έχουν βγάλει το Αριστοτέλειο και χαιρετίζονται με εκτίμηση. Βρίσκουν δουλειά.»
Ακόμα και ο ίδιος, επιλέγει στα writing teams του, άτομα τα οποία έχουν φοιτήσει στο τμήμα κινηματογράφου καθώς: «(…)Εγώ, η ομάδα με την οποία γράφω γιατί έχω διάφορες ομάδες – writers όλοι είναι φοιτήτριες και φοιτητές μου. Είναι παιδιά τα οποία ξεχώρισα, γιατί κάνουν καριέρα τώρα πια, είναι μια εξαιρετική φοιτήτρια μου η οποία έχει γράψει σε πάρα πολλές σειρές, η Αθηνά Τσαγκαράκη, η οποία είναι ένα λαμπρό μυαλό. Βέβαια πολύ έχουνε στο σενάριο – διαπρέψει».
«(…)Είμαστε εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα, εννοείται ότι υπάρχει υποχρηματοδότηση»
«Και βέβαια μετά τα πρώτα παιδικά βήματα που θεωρώ ότι εν πολλοίς για καλό γίναν όλα, πλέον θεωρώ ότι έχουμε επαρκέστατο τεχνικό εξοπλισμό. Για να υποστηρίξουμε διπλωματικές ταινίες και εργασίες φοιτητών.
Είμαστε εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα, εννοείται ότι υπάρχει υποχρηματοδότηση, αλλά σε σχέση με κάμερες και φωτισμούς θεωρώ ότι βρισκόμαστε, μέσα από αυτό μου μεταφέρεται από τους φοιτητές και τις φοιτήτριες, σε καλό δρόμο.
Χρειαζόμαστε πιο πολλά στο κομμάτι του post production. Για το μοντάζ, το sound design αλλά γενικώς το τμήμα βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση. Είναι εννοείται ένας ζωντανός οργανισμός και αυτό σημαίνει ότι κάποιες από τις επιλογές που κάνουμε φαίνονται να είναι λειτουργικές, κάποιες λιγότερο. Εννοώ σε σχέση με τη λειτουργία εν γένει του τμήματος»
Γιατί δεν βλέπουμε τηλεοπτικές παραγωγές εκτός Αθηνών;
«(…)η Αθήνα αν είχα οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, πλην του σεναριογράφου, θα ήτανε μονόδρομος για την παραγωγή. Υπήρξε μια εταιρεία η οποία εγώ θεωρώ ότι θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα κι αυτή ήταν η «N-ORASIS», η οποία όμως κάποια στιγμή, ενώ λειτούργησε πολύ αξιόμαχα περίπου μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 2000 και μετά, λόγω θεμάτων που προέκυψαν κάπως διαλύθηκε.»
Θα μπορούσε να διεκδικήσει ένα κομμάτι της παραγωγής η Θεσσαλονίκη; Ομολογουμένως, ο σεναριογράφος απαντάει πως αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να συμβεί εάν κάποιος με κέφι, επιθυμία αλλά και με όραμα το έπαιρνε απόφαση να ασχοληθεί εμπράκτως – προς αυτή την κατεύθυνση.
Αυτό κιόλας επισημαίνει πως «(…)θα μπορούσε να ενεργοποιήσει ένα τεράστιο δυναμικό που παραμένει ενεργό, δηλαδή να υπενθυμίσω όλους αυτούς τους εκατοντάδες ηθοποιούς που έχουν τελειώσει το ΚΘΒΕ ή εργάζονται στο ΚΘΒΕ, τεχνικούς οι οποίοι εξωθούνται να κάνουνε δουλειές ώστε να βιοποριστούν, να τραβούν για παράδειγμα φωτογραφίες από γάμους μέχρι και βαφτίσεις».
Βέβαια όπως αναφέρει και ο ίδιος πέραν των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που θα απολάμβανε μια τηλεοπτική σειρά σε περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη, η Καστοριά κτλ, είναι κάποια δεδομένα τα οποία λειτουργούν ως ανάχωμα για την μεταφορά μιας παραγωγής εκτός Αθηνών, όπως λέει και ο ίδιος:
«(…) επειδή οι ηθοποιοί είναι στην Αθήνα δεν μπορείς να μεταφέρεις παραγωγή εκτός Αθηνών, αυτό δηλαδή πλέον είναι δεδομένο. Ο μόνος τρόπος να το έκανες αυτό, είναι να πείσεις ένα κανάλι ότι μπορείς να έχεις ανθρώπους από εδώ, οι οποίοι θα εργαστούνε και με ηθοποιούς που θα είναι εδώ. Ούτως ώστε να μην τους έχεις στα Θέατρα της Αθήνας και να πηγαινοέρχονται για τα γυρίσματα. Μόνο έτσι θα μπορούσε να γίνει το οποίο, τότε που μπορούσε να γίνει κάπως χάσαμε την ευκαιρία»
Ελπίζω κάποια μέρα στο μέλλον, κάποιο από τα δικά μας τα παιδιά – γιατί υπάρχουνε κάποιες εταιρίες που διεκδικούν αυτό τον χώρο δικαιωματικά – μακάρι να τα καταφέρουν.
«Στην μυθοπλασία έχει να κάνει standard με τους ηθοποιούς, δηλαδή αν το κανάλι θα εμπιστευτεί να πάρει ηθοποιούς που να έχουν έδρα τη Θεσσαλονίκη, για να τους παίξει prime time. Γιατί εκεί παίζεται όλο. Γιατί αλλιώς τη στήνεις εδώ την παραγωγή, εγώ εδώ ως παραγωγή και δεν μιλάω μόνο για τη Θεσσαλονίκη, υπάρχουν πολλές ωραίες πόλεις (όπως η Δράμα, η Καστοριά) που έχουν το συγκριτικό πλεονέκτημα: να δείξεις αυτούς τους χώρους στην Ελληνική τηλεόραση θα ήτανε τεράστιο, η Αθήνα είναι κορεσμένη την έχουμε δει ένα εκατομμύριο φορές και τα σπίτια είναι τα ίδια και ανακυκλώνονται γιατί είναι συγκεκριμένοι αυτοί που τα ενοικιάζουνε».
«Άρα θα ήτανε τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα, να μπορεί να αποκεντρωθεί η παραγωγή, αλλά δεν μπορεί γιατί οι ηθοποιοί, οι οποίοι θεωρούν τα κανάλια ότι μπορούν να φέρουν το βάρος μιας σειράς, η οποία θα διεκδικήσει το ενδιαφέρον των θεατών στην prime time έχουν έδρα την Αθήνα και δικαίως οι άνθρωποι γιατί είναι τα θέατρα τους»
Τι θα τους πεις; Μην κάνεις Θέατρο; Δεν γίνεται για αυτούς είναι και οργανικό και το καταλαβαίνω απόλυτα. Καταρχάς πρέπει να πληρώσεις νοίκι να ξεσπιτωθείς, γιατί να το κάνουνε αυτό;»
«Οπότε, ναι για αυτό έχουμε σπάνια παραγωγές εκτός Αθήνας. Έχουμε βέβαια, όπως το Maestro, είναι ο Παπακαλιάτης έχει καταφέρει και διεκδικήσει πριν πολλά χρόνια στην αγορά, να έχει αυτό το πλαίσιο, να πηγαίνει και να γυρίζει στους Παξούς.»
«Στη Χίμαιρα, που είναι μια ειδική περίπτωση πήγαμε και γυρνούσαμε για περίπου 1,5 μήνα στη Σύρο. Μετά πήγανε 1,5 ακόμα μήνα στην Τεργέστη, αλλά είναι η Χίμαιρα, ξέρεις. Γιατί το budget είναι τεράστιο.
Σε μια σειρά όπως είναι «Το Παιδί», δεν έχεις το περιθώριο να το κάνεις αυτό – να πεις έτσι θα κάνω ένα παιδί στη Β. Ελλάδα. Έχουμε πάρα πολλές ωραίες πόλεις, οι οποίες υπάρχουν σε ένα γενικό κάδρο αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι ότι υπάρχει κάποια ιδιοτέλεια γιατί είμαι και εγώ 20 χρόνια τώρα πια στις παραγωγές.
Θα μπορούσε όλο αυτό να ξεκινήσει, αν κάποιος με κέφι και επιθυμία, με όραμα θα μπορούσε να το κάνει τα επόμενα χρόνια. Της δουλειάς είμαστε όλοι».











