Λεωφόρος Μεγάλου Αλεξάνδρου: Η εξέλιξη ενός δρόμου ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τη Θεσσαλονίκη
Η ιστορία της παραλιακής λεωφόρου της πόλης (πρώην Κένεντι), από τον ψυχροπολεμικό σχεδιασμό και τη στρατηγική της αποστολή έως τη σημερινή της θέση στον αστικό ιστό
Λέξεις: Νίκος Καλογήρου
Η Λεωφόρος Μεγάλου Αλέξανδρου είναι κεντρική αρτηρία της Θεσσαλονίκης. Διατρέχει τη Νέα Παραλία που σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Αποτελεί τη νοητή επέκταση προς τα νότια της Λεωφόρου Νίκης και της 30ης Οκτωβρίου από τη διασταύρωση με την 3ης Σεπτέμβριου ως τη διακλάδωσή της προς τις Λεωφόρους Γεωργίου Παπανδρέου και Μαρίας Κάλλας. Η έντονη κυκλοφορία και η αμιγής χρήση κατοικίας επί pilotis κατά μήκος του άξονα δημιουργούν προβλήματα που οφείλονται στο ιδιόμορφο πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής. Η σχετικά πρόσφατη ιστορία του δρόμου και της περιβάλλουσας παραλιακής ζώνης έχει ειδικό ενδιαφέρον, καθώς εμφανίζει μοναδικές ιδιαιτερότητες.
Αρχικά, η λεωφόρος ονομάστηκε Κένεντι το 1963, μετά τη δολοφονία του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, 35ου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, που έλαβε χώρα την Παρασκευή 22 Νοεμβρίου του 1963, στην πλατεία Ντίλι, στο Ντάλας του Τέξας. Η μετονομασία του δρόμου σε Μεγάλου Αλεξάνδρου πραγματοποιήθηκε με την 495 του 1973 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Ο ψυχροπολεμικός μοντέρνος σχεδιασμός
Μετά την κατοχή και τον εμφύλιο η Θεσσαλονίκη είχε απολέσει σε μεγάλο βαθμό τον πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα. Η υβριδική νεωτερικότητα που σταδιακά είχε προωθηθεί με την εφαρμογή του σχεδίου ανοικοδόμησης του Εμπράρ αναιρέθηκε, σε μεγάλο βαθμό, από την άναρχη πολεοδομική ανάπτυξη, την εσωτερική μετανάστευση και αργότερα με τη ραγδαία ανέγερση πολυκατοικιών της αντιπαροχής.

Ωστόσο, την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, παγιώθηκαν ορισμένες χαρακτηριστικές νησίδες αμιγούς μοντερνισμού. Σε αυτές, με οργανωμένο τρόπο, σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν μοναδικά αστικά τοπία με μοντέρνα χαρακτηριστικά: περιλαμβάνουν το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, τη Διεθνή Έκθεση και τη Νέα Παραλία.
Τα έργα αυτά επηρεάστηκαν άμεσα από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ψυχρού πολέμου. Αυτή ήταν έντονη στη Θεσσαλονίκη, που βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από τα νέα «τεχνητά» γεωγραφικά όρια με τις γειτονικές χώρες. Αυτά παγιώθηκαν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και έγιναν αδιαπέραστα στη μεταπολεμική περίοδο. Οι νεωτερικές παρεμβάσεις ταυτίστηκαν με τις πολιτικές πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που καταγόταν από τη Μακεδονία. Υποστηρίχθηκαν επίσης από τις χρηματοδοτήσεις του Σχεδίου Μάρσαλ.

Η κατασκευή της νέας παραλιακής αρτηρίας και της προκυμαίας από το Λιμενικό Ταμείο ήταν καταρχήν στρατιωτικό έργο με μείζονα γεωπολιτική διάσταση.
Συνδέθηκε άμεσα με την εξυπηρέτηση των τακτικών αναγκών του ΝΑΤΟ, στο οποίο η Ελλάδα εντάχθηκε το 1952. Η επιχωμάτωση μεγάλης έκτασης 500 στρεμμάτων μετέβαλλε ριζικά τη σχέση της πόλης με τη θάλασσα. Ανατράπηκε η φυσική ακτογραμμή με τις αστικές επαύλεις και τα υπαίθρια κέντρα αναψυχής και διαμορφώθηκε γραμμική ζώνη ανοιχτών χώρων με ευθύγραμμη προκυμαία στην οποία υπήρχαν τρία διακριτά σημεία απόβασης του νατοϊκού στόλου, σε περίπτωση κομμουνιστικής εισβολής. Παράλληλα με την τεχνητή προκυμαία διαμορφώθηκε η νέα παραλιακή λεωφόρος που εξυπηρετούσε στρατηγικά, μεταξύ άλλων τις στρατιωτικές κινήσεις.

Ο μικρομεσαίος πολεοδομικός εκσυγχρονισμός
Οι πολεοδομικές ρυθμίσεις που συνόδευσαν την κατασκευή, μεταξύ των ετών 1952-1972, της ζώνης της Νέας Παραλίας περιγράφονται αναλυτικά στα άρθρα της Βίλμας Χαστάογλου και της Εύης Αθανασίου που δημοσιεύτηκαν στα «Τετράδια του Μοντέρνου» (τεύχος 05/2015) του ελληνικού do.co.mo.mo. Στο πλαίσιο αυτό έγιναν διαδοχικές αλλαγές των τοπικών ρυμοτομικών σχεδίων στις οποίες συμμετείχαν αξιόλογοι Έλληνες αρχιτέκτονες-πολεοδόμοι, όπως ο Προκόπης Βασιλειάδης, ο Κλέων Κραντονέλλης, ο Μ. Παπαδόπουλος.
Οι ρυθμίσεις καθιέρωσαν έναν ειδικό μοντέρνο οικοδομικό κανονισμό.
Είναι το σύστημα των «Οικοδομικών Μονάδων» που δημιουργούν «πανταχόθεν ελεύθερες» νησίδες με αμιγή χρήση κατοικίας, pilotis στο ισόγειο, ενοποιημένους ακάλυπτους κοινόχρηστούς χώρους και ορθολογικούς παραλληλεπίπεδους δομημένους όγκους με ενιαίους ευθυγραμμισμένους περιμετρικούς εξώστες.
Η εφαρμογή, με μικρές παραλλαγές, του συστήματος αυτού οδήγησε σε μια εκσυγχρονισμένη μορφή αστικής κερδοσκοπίας με τον εξορθολογισμό της εργολαβικής κατασκευής διαμερισμάτων. Έτσι, προέκυψε η ενιαία αρχιτεκτονική εικόνα των πολυκατοικιών που αναπτύχθηκαν στη βόρεια πλευρά του παραλιακού άξονα κυκλοφορίας.

Στην πραγματικότητα αυτό που προβλήθηκε ως αρχιτεκτονικός και πολεοδομικός εκσυγχρονισμός ήταν ουσιαστικά η απόπειρα εφαρμογής μιας εξορθολογισμένης μικρομεσαίας ανοικοδόμησης. Απευθυνόταν στις ανερχόμενες κοινωνικές ομάδες, υλοποιήθηκε από τους δραστήριους εργολάβους της εποχής και τα κτίρια σχεδιάστηκαν από αξιόλογους νεότερους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης. Αυτή η νέα ανοικοδόμηση εξαφάνισε τις περισσότερες επαύλεις, με την εκλεκτικιστική αρχιτεκτονική, τους μεγάλους κήπους και αλλοίωσε οριστικά το φυσικό όριο της ακτογραμμής. Ελάχιστα δείγματα επαύλεων που διασώθηκαν, μετά από δεκαετίες εγκατάλειψης και παρακμής, ευτύχησαν να αποκτήσουν νέες χρήσεις, όχι πάντα συμβατές με την τυπολογία τους. Καμία δεν έχει σήμερα την αρχική χρήση κατοικίας. Αυτό σηματοδοτεί την επελθούσα κοινωνική μεταβολή, με την εξαφάνιση ή απώθηση των πρωταρχικών αστικών οικήσεων και την οριστική επικράτηση ενός, μάλλον επαρχιακού, μικροαστικού εκσυγχρονισμού.

Ανάλογη ήταν η εξέλιξη των κοινοχρήστων χώρων και των επιλεγμένων κελυφών με ειδικές χρήσεις, που λειτουργούν ως σημεία αναφοράς στην περιοχή. Ο διακεκριμένος αρχιτέκτονας Άγγελος Σιάγας, το 1959, εκπόνησε μελέτη που χωροθετούσε 15 κήπους εκατέρωθεν της Λεωφόρου. Στα σχέδια προτάθηκαν πολλές εγκαταστάσεις μητροπολιτικού χαρακτήρα: Δημαρχείο, ξενοδοχείο, ναός, ιστιοπλοϊκός όμιλος, αθλοπαιδιές, υπαίθριο θέατρο, παιδικός σταθμός κλπ. Με αυτή την πρόβλεψη χωροθετήθηκαν αργότερα το ξενοδοχείο Μακεδονία Παλάς, ο ιερός ναός Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, το Ποσειδώνιο και το Μέγαρο Μουσικής.

Η εφημερίδα «Μακεδονία» (25-12-1958) με τίτλο «Η νέα παραλιακή Λεωφόρος θα είναι η ωραιοτέρα της Βαλκανικής» δημοσίευσε τα σχέδια διαμόρφωσης της ζώνης επισημαίνοντας ότι «θα κατασκευασθούν επ’ αυτής παράλληλοι σειραί οδών, πάρκων και πεζοδρομίων, τουριστικά περίπτερα και το μέγα ξενοδοχείον». Το 1960 θεμελιώθηκε και το 1972 αποπερατώθηκε το ξενοδοχείο του ΤΑΠΟΤΕ (Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ) το σημερινό «Makedonia Palace».


Είναι ένα μοναδικό ορθολογικό αρχιτεκτονικό έργο του κορυφαίου Έλληνα αρχιτέκτονα – πολεοδόμου Κωνσταντίνου Δοξιάδη και αποτελεί σήμερα την κορωνίδα της εμβληματικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή. Η αμιγής μοντέρνα γλώσσα του έργου που προβάλλει το πλέγμα του καννάβου στις περίοπτες όψεις, δεν εκτιμάται, δυστυχώς, όσο πρέπει από το απαίδευτο κοινό της εποχής μας. Πιθανόν, η συλλογική αποδοχή σήμερα είναι ευκολότερη για τις περισσότερο διακοσμημένες μεταμοντέρνες εκδοχές τοποσήμων, όπως, π.χ., εμφανίζονται στο δίδυμο Μέγαρο Μουσικής στη σύγχρονη «νεοβυζαντινή» εκδοχή του αρχιτέκτονα Πάνου Τζώνου ή στη νεομοντέρνα ογκοπλασία με τα απροφύλακτα νότια υαλοστάσια του Ιάπωνα Αράτα Ισοζάκι. Πρέπει, πάντως, να διευκρινιστεί ότι οι τελικές μορφές τους δεν ανταποκρίνονται στις αρχικές συλλήψεις των φερόμενων ως δημιουργών. Αυτές παραμορφώθηκαν μέσα από τις ανεξέλεγκτες παρεμβάσεις μάνατζερς-συμβούλων και από την εφαρμογή του αμφιλεγόμενου συστήματος μελέτης-κατασκευής.

Η μετανεωτερική συνθήκη και η Λεωφόρος σήμερα
Ο Άξονας της Λεωφόρου Μεγάλου Αλεξάνδρου απόκτησε νέα «ταυτότητα» σε μια προφανή προσπάθεια να ενισχυθεί με ένα αξιομνημόνευτο όνομα η προβαλλόμενη ελληνικότητα του τόπου στο μετανεωτερικό κλίμα της μεταπολίτευσης. Είναι ουσιαστικά ένας ορμητικός ποταμός με έξι λωρίδες πυκνής κυκλοφορίας, που προκαλεί ακουστική και χημική ρύπανση.
Οριοθετείται από τα δημοφιλή γραμμικά πολυθεματικά πάρκα με τους 13 κήπους, που έχουν σαφείς γεωμετρικές χαράξεις και προέκυψαν από τη βραβευμένη μελέτη των αρχιτεκτόνων Πρόδρομου Νικηφορίδη και Μπερνάρ Κουόμο (2001-2005).
Ο σχεδιασμός του παραθαλάσσιου περιπάτου παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και προσαρμογή στα δεδομένα του τοπίου. Υπογραμμίζει τη γραμμικότητα της προκυμαίας, δεν επιχειρεί επεκτάσεις προς τη θάλασσα και αναδεικνύει τη σκληρή διαμόρφωση της αρχικής λιμενικής – στρατιωτικής προκυμαίας απέναντι στο θαλάσσιο τοπίο και στη θέαση του Ολύμπου.
Ωστόσο, η κεντρική ιδέα διαμόρφωσης οριοθετημένων κήπων, που δημιουργούν διακριτά «πράσινα δωμάτια» με αόρατα «τείχη» προς τη Λεωφόρο δημιουργεί ορισμένα προβλήματα και επιτείνει την οριοθέτηση της, εκ των πραγμάτων, υποβαθμισμένης λεωφόρου με τα ανεπαρκή πεζοδρόμια. Έτσι, σε σημαντικό βαθμό, αποκρύπτεται και διαχωρίζεται το παραθαλάσσιο τμήμα από την αστική ενδοχώρα.
Πρέπει, ακόμα, να σημειωθεί ότι με τον αναπόφευκτο «εξευγενισμό» που συνήθως προκύπτει από τις αστικές αναπλάσεις, τις διάσπαρτες ετερόκλητες μητροπολιτικές εγκαταστάσεις της περιοχής και τις οικοδομικές μονάδες αμιγούς κατοικίας χωρίς καταστήματα στο ισόγειο έχουν οριστικά απολεσθεί οι κήποι των επαύλεων με πρόσβαση στην άμμο, τα ενδιαφέροντα προϋφιστάμενα ημιυπαίθρια στέγαστρα των παλιών κέντρων αναψυχής ή το δημοφιλές λούνα πάρκ που υπήρχε στο χώρο του Μεγάρου Μουσικής.
Ο δρόμος, πάντως, τηρουμένων των αναλογιών, εγγράφεται με θετικό πρόσημο στη συλλογική μνήμη, ως αναβαθμισμένη διαδρομή που οδηγεί στην επίσης ελκυστική Καλαμαριά. Μια ενδεχόμενη περαιτέρω ανάπλαση, με φιλικό προς το περιβάλλον σχεδιασμό, πρέπει ίσως να εγγραφεί στις προσεχείς προτεραιότητες αστικού σχεδιασμού της Θεσσαλονίκης.
*Ο Νίκος Καλογήρου είναι Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ





