Πίνοντας ποτό όρθιοι στα πεζοδρόμια της Θεσσαλονίκης: Γιατί οι νέοι γουστάρουν τη φάση
Street bars ξεδιπλώνουν μια νέα αίσθηση της νυχτερινής διασκέδασης και πιθανά αστικής όχλησης-Θαμώνες και καταστηματάρχες εξηγούν
Εικόνες: Unsplash / Pexels
Σε ποιον δεν αρέσει να βγαίνει για ποτό σε μαγαζιά της Θεσσαλονίκης ένα βράδυ Σαββάτου; Να χάνεται μέσα στα στενά και να απολαμβάνει τις δροσερές γουλιές του κοκτέιλ και των κρασιών στον ουρανίσκο του; Να τα λέει με την παρέα του με το κινητό στην τσέπη και να μην κοιτάει την ώρα, όσο αυτή και αν φεύγει γρήγορα;
Σε όλους αρέσει. Όλοι το απολαμβάνουν κάθε φορά σαν να είναι κάτι καινούργιο. Κάθε Σάββατο (και πολλές καθημερινές) η Θεσσαλονίκη φορά τα καλά της και κοιμάται αργά. Πολλή ομορφιά βρίσκεται κρυμμένη σε μερικά στενά της πόλης.
Εκεί, νέοι και όχι μόνο απολαμβάνουν την έξοδο τους με διαφορετικό τρόπο. Έναν τρόπο βγαλμένο από ταινία και μια φάση που θυμίζει 90’s. Ποτό στα όρθια, σε πεζοδρόμια και σε δημόσιους χώρους.
Το καλοκαίρι μοιάζει αυτή η ιδανική επιλογή όμως και τον χειμώνα υπάρχουν αυτοί που εξακολουθούν να υπηρετούν αυτήν την φάση.
Καπέλα, σκουφάκια, χοντρά μπουφάν, αναπτήρες να γυρνάνε από χέρια σε χέρια και μερικά μανιτάρια να συντροφεύουν ζεσταίνοντας όσους στέκονται όρθιοι στα πεζοδρόμια – και συχνά στους δρόμους.
Δεν βρίσκονται εκεί γιατί βαριούνται να ψάξουν ένα μαγαζί που έχει θέσεις. Είναι εκεί γιατί την βρίσκουν με αυτόν τον τρόπο. Γουστάρουν να συζητάνε όρθιοι και μια μουσική να ακούγεται από το βάθος που δειλά δειλά φτάνει μέχρι τα πεζοδρόμια μέχρι που όταν φτάσει σε αυτούς, χάνεται μέσα στις φωνές τους.
Η μουσική ακούγεται απόμακρη. Άλλοτε δυναμώνει, άλλοτε χάνεται. Κάποιος ίσως αναγνωρίζει το κομμάτι και αρχίζει να κουνάει ασυναίσθητα το κεφάλι. Κάποιος άλλος συνεχίζει να μιλά, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Όλα κυλούν παράλληλα.
Σε κάποια στενά, ο καπνός από τα τσιγάρα μένει χαμηλά, εγκλωβισμένος ανάμεσα στα κτίρια. Οι φωνές ανεβαίνουν και τα γέλια μπερδεύονται. Ο ήχος γίνεται πιθανά κομμάτι της αστικής όχλησης.
Οι ηλικιωμένοι περαστικοί επιβραδύνουν το βήμα τους. Σκαλώνουν, και με το βλέμμα τους «καρφώνουν» όλους τους όρθιους που περνάνε καλά. Ένα διαρκές σκανάρισμα. Μερικοί μάλιστα απορούν, διπλοτσεκάρουν αν βλέπουν καλά και συνεχίζουν με ίσως έναν μικρό θαυμασμό την διαδρομή τους έχοντας δει κάτι που τους θυμίζουν τα νιάτα τους.
Αυτό το φαινόμενο φαίνεται να εδραιώνεται με τον καιρό και σε πολλές γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Πλαστικά ποτήρια με ένα aesthetic quote γραμμένο στο πλάι – ό,τι πρέπει για story στο instagram .
Στο ίδιο μαγαζί κάποιοι προτιμούν να καθίσουν. Μπροστά τους έχουν μια τάξη. Ένα τραπεζάκι, τα ποτήρια, τα κινητά στο τραπέζι. Οι καρέκλες είναι ελαφρώς τραβηγμένες προς τα μέσα αλλά όσο γύρω τους όλα μοιάζουν να τρέχουν, αυτοί δίνουν τον δικό τους ρυθμό στη νύχτα. Έχουν παγώσει τον χρόνο και μιλάνε ασταμάτητα.
Τα street bars που «ξεφυτρώνουν» παντού αποδεικνύουν ένα νέο είδος νυχτερινής διασκέδασης. Ξεδιπλώνει μια νέα τάση απόλαυσης της εξόδου, σε φέρνει πιο εύκολα κοντά με ξένους που στέκονται δίπλα σου και δεν υπάρχει ένα αόρατο τοίχος ενδιάμεσα στα τραπέζια.
Μηχανάκια που διασχίζουν τα στενά της πλατείας Χρηματιστηρίου δυσκολεύονται να περάσουν. Πετυχαίνουν συνεχώς μπροστά τους ανθρώπινα τείχη που τους σταματάνε την πορεία. Ένα βλέμμα, μια κόρνα, ένα νεύμα και μια σιγανή συγγνώμη, που συνοδεύεται από ένα κλείσιμο του ματιού και ο κάθε ένας συνεχίζει το κομμάτι του.
Ένα ζήτημα σοβαρό είναι πάντα η πιθανή διέλευση ασθενοφόρων ή πυροσβεστικών αυτοκινήτων σε περίπτωση ανάγκης, που έχει τύχει να παρεμποδιστεί από την παρουσία του πλήθους.
Τα κινητά βγαίνουν σπανίως από τσαντάκια και τσέπες, μια κλεφτή ματιά στις ειδοποιήσεις, ένα γρήγορο μήνυμα και επιστροφή στην κανονικότητα, γιατί αυτές οι στιγμές, έχουν μεγαλύτερη δύναμη απ’ ό,τι μια οθόνη.
Σε πολλά μαγαζιά, παρκαρισμένα μηχανάκια κάνουν τη φάση ακόμα πιο κινηματογραφική. Ένα κλειδί στη μίζα, τον οδηγό του να δείχνει στη παρέα του τις ταχύτητες και πολλές φορές το κάθισμα να στέκεται ως ένα βοηθητικό τραπεζάκι.
Κι αν υπάρχει κάτι ακόμη που κάνει τη φάση πιο γλυκιά, αυτό είναι το οικονομικό σκέλος. Τα ποτά στα πλαστικά ποτήρια κοστίζουν λιγότερο από τα fancy μαγαζιά με τα classy τραπέζια και τα φανταχτερά σερβίτσια. Η βραδιά μοιάζει πιο απλή, πιο προσιτή — και πιο αληθινή.
Κι όσο η νύχτα προχωρά, τα ποτήρια αδειάζουν, οι κουβέντες μπλέκονται, κάποιοι φεύγουν και κάποιοι άλλοι έρχονται. Κανείς δεν κάθεται πραγματικά. Όλοι όμως, για λίγο, νιώθουν ότι ανήκουν κάπου. Όρθιοι, μέσα στη νύχτα της πόλης, στα πεζοδρόμια και στους δρόμους.
Η άλλη όψη του νομίσματος
Σε κάθε γειτονιά που ζωντανεύει, υπάρχει και η άλλη πλευρά της νύχτας. Οι φωνές που γεμίζουν τα στενά δεν ακούγονται πάντα ευχάριστα για όσους ζουν εκεί.
Από τα μπαλκόνια, κάποια φώτα ανάβουν. Κάποιος ανοίγει το παράθυρο για λίγο, κοιτάει προς τα κάτω και το ξανακλείνει. Η βραδιά συνεχίζεται στον δρόμο, αλλά κάπου πιο πάνω κάποιος προσπαθεί να κοιμηθεί. Αυτό βέβαια δεν ισχύει για όλες τις περιοχές, γιατί κάποιες δεν είναι κατοικημένες.
Οι νέοι στο πεζοδρόμιο, τα πλαστικά ποτήρια που σπάνε κατά λάθος, οι φωνές και τα γέλια που διακόπτουν τη νύχτα — όλα αυτά συνθέτουν μια μικρή ένταση που δεν… κάνει αίσθηση στους περαστικούς.
Οι κάτοικοι μαθαίνουν να ζουν με αυτό, ή τουλάχιστον να προσπαθούν να την συνηθίσουν.
Κι ενώ τα street bars φέρνουν ζωή και ενθουσιασμό, η ίδια φασαρία που χαρίζει την ατμόσφαιρα μπορεί να γίνει ενοχλητική. Η νύχτα, που για κάποιους είναι ελευθερία και χαρά, για ορισμένους σημαίνει δυσκολία στον ύπνο, αναστάτωση και την ανάγκη να βρουν μια ισορροπία ανάμεσα στον θόρυβο και τη γαλήνη.
Ωστόσο, δεν μπορεί να απαγορευθεί η συνάθροιση σε έναν δημόσιο χώρο, αρκεί να μην διαταράσσεται λόγω δυνατής φωνής η κοινή ειρήνη.
Η ισορροπία είναι λεπτή. Τα ντεσιμπέλ της μουσικής είναι κάτι άλλο. Ελέγχεται. Η ανθρώπινη παρουσία δεν μπορεί να ποινικοποιηθεί.
Πώς το βιώνουν οι νέοι
Χρύσα 25 ετών
«Νομίζω πως ο κόσμος απλά θέλει να κοινωνικοποιηθεί και η «κουλτούρα του πεζοδρομίου» του το επιτρέπει. Κάθε Σαββατόβραδο, στα στενά της Βαλαωρίτου, βλέπω νέους, από 20άρηδες φοιτητές μέχρι 30αρηδες να αράζουν όρθιοι με μία μπύρα ή ένα ποτό στο χέρι, στα πεζοδρόμια ακόμα και στους δρόμους και τα πλακόστρωτα – μαζί κι εγώ.
Δεν καταλάβαμε καν πότε αρχίσαμε να υιοθετούμε αυτόν τον τρόπο εξόδου με τις παρέες μου, νομίζω γύρω στο 2022 άρχισε να παίζει περισσότερο, ειδικά μετά τον covid που όλοι είχαν ξεχυθεί έξω.
Όταν κάθεσαι σε ένα τραπέζι με τους φίλους σου ή αν είσαι σε ένα κλαμπ/μπαρ με δυνατή μουσική δεν είναι τόσο εύκολο να σε προσεγγίσει κάποιος.
Η νοοτροπία του πεζοδρόμιου το κάνει απλά πιο εύκολο και νομίζω γι’ αυτό τη γουστάρουμε. Η επαφή αυτή δεν χρειάζεται να είναι αποκλειστικά φλερτ – είναι αμέτρητες οι φορές που πίνοντας το ποτό μας μπήκαν στη συζήτησή μας άλλες παρέες και καταλήξαμε να περνάμε όλο το βράδυ με αγνώστους. Ταυτόχρονα θα ακούσεις και λίγο τη μουσική που παίζει μέσα στο μπαρ, θα μπεις μέσα να χορέψεις και θα ξαναβγείς ή μπορεί να πετύχεις και κανένα street party.
Γενικά μπορεί να φαίνεται σε πολλούς περίεργο, είναι σίγουρα κάτι διαφορετικό από αυτό που έχουμε συνηθίσει τόσα χρόνια – ειδικά όταν καθόμαστε μέσα στο κρύο στους 2 βαθμούς με τα μπουφάν μας στα πεζοδρόμια χωρίς κανένα μανιταράκι να μας ζεσταίνει… Aξίζει σίγουρα όμως μία φορά να το δοκιμάσει κάποιος που δεν το συνηθίζει… έτσι, για το content!
Το μόνο αρνητικό που μπορώ να βρω στην όλη φάση είναι ότι όντως τα Σαββατόβραδα σε περιοχές όπως η Βαλαωρίτου στη Θεσσαλονίκη ή σε δρόμους στα Εξάρχεια στην Αθήνα γίνεται το αδιαχώρητο. Πραγματικά ένας χαμός, πολλές φορές κάνουμε κύκλους για να πάμε εκεί που θέλουμε γιατί δεν θέλουμε να περάσουμε μέσα από το χάος που έχει “αποκλείσει” τελείως το στενό.
Αν δυσκολεύει μία φορά εμάς, σίγουρα είναι μία ανυπόφορη κατάσταση για άτομα με κινητικές/οπτικές δυσκολίες ή ακόμα και τους απλούς κατοίκους που τυχαίνει να περνάνε από αυτά τα σημεία».
Ειρήνη 21 ετών
«Ο πρώτος και βασικός λόγος που μου αρέσει αυτή η φάση είναι ότι μπορώ να καπνίζω έξω, απολαμβάνοντας το ποτό μου.
Παράλληλα, όλο το vibe του να είσαι όρθιος με την παρέα σου λειτουργεί καλύτερα για μένα, γιατί σου δίνει τη δυνατότητα να παρατηρείς πιο εύκολα τον κόσμο γύρω σου.
Νιώθω πως έτσι δημιουργείται μια πιο άμεση κοινωνικοποίηση, κάτι που οδηγεί και σε πιο εύκολες προσεγγίσεις, ακόμη και στο φλερτ. Το ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει συνεχής εναλλαγή προσώπων — άλλοι έρχονται, άλλοι φεύγουν — και η βραδιά δεν μένει ποτέ στάσιμη.
Ένας ακόμη λόγος που με κάνει να απολαμβάνω περισσότερο το ποτό μου έξω είναι ότι δεν μου αρέσουν πάντα οι μουσικές επιλογές μέσα στα μαγαζιά. Στον δρόμο μπορώ να μιλήσω πιο άνετα, χωρίς να προσπαθώ να καλύψω τα λόγια μου πάνω από μια δυνατή μουσική.
Παρόλα αυτά, σε κάποια μαγαζιά όπου γίνεται το αδιαχώρητο και ο δρόμος ουσιαστικά κλείνει από τον κόσμο που στέκεται έξω. Αντιλαμβάνομαι ότι η προσβασιμότητα φτάνει σε οριακό σημείο — από άτομα με αναπηρία μέχρι γονείς με καρότσια.
Είναι μια πλευρά της φάσης που δεν μπορεί να αγνοηθεί».
Τι συμβαίνει στο εξωτερικό
Σε πολλά μέρη της Ευρώπης και όχι μόνο, η πρακτική των νέων να πίνουν αλκοόλ σε δημόσιους χώρους — σε πλατείες, πάρκα ή πεζοδρόμια — έχει ξεφύγει από τα μεμονωμένα περιστατικά και έχει εξελιχθεί σε ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο, γνωστό στην Ισπανία ως botellón, όπου ομάδες εφήβων και νέων ενήλικων συγκεντρώνονται για να κοινωνικοποιηθούν και να πιούν πριν βγουν στα μπαρ ή απλώς για να αποφύγουν τις υψηλές τιμές της νυχτερινής αγοράς.
Το ίδιο είδος «street drinking» παρατηρείται και σε άλλες χώρες — π.χ. στη Γερμανία με το αντίστοιχο Cornern και γενικότερα σε καλοκαιρινούς δημόσιους χώρους στη βόρεια Ευρώπη.
Ως απάντηση σε αυτή την τάση, σε πόλεις όπως το Πόρτο στην Πορτογαλία απαγορεύεται πλέον η πώληση αλκοόλ για κατανάλωση στον δρόμο κατά τη διάρκεια της νύχτας και επιβάλλονται αυστηρότεροι έλεγχοι και πρόστιμα, ενώ σε πολλές άλλες χώρες υπάρχουν τοπικοί κανονισμοί που απαγορεύουν την κατανάλωση σε συγκεκριμένους δημόσιους χώρους ή ενισχύουν τους ελέγχους για να μειώσουν την όχληση και τις επιπτώσεις στην αστική ζωή.
Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρατηρούνται και γενικότερες πολιτικές για την πρόληψη της κατανάλωσης αλκοόλ από νέους, όπως περιορισμοί ηλικίας για αγορά, απαγορεύσεις διαφήμισης σε μικρούς ηλικιακά πληθυσμούς και εκστρατείες ενημέρωσης για τους κινδύνους του αλκοόλ — όλα αυτά δείχνουν ότι το θέμα αντιμετωπίζεται πλέον ως δημόσιο ζήτημα υγείας και δημόσιας τάξης και όχι απλώς ως νεανική «μόδα».
Η πλευρά των μαγαζιών
Μέσα σε όλη αυτή τη νέα συνθήκη που ξεδιπλώνεται στα πεζοδρόμια, δεν γίνεται να λείπει και η πλευρά των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τα φώτα.
Τα street bars δεν είναι απλώς μια αυθόρμητη κατάληψη του δρόμου από τον κόσμο, αλλά και μια συνειδητή επιλογή επιχειρηματιών που βλέπουν τη νύχτα να αλλάζει μπροστά στα μάτιας τους.
Μιλήσαμε με δύο καταστηματάρχες της πόλης, που ζουν αυτή τη φάση από μέσα, για να μας πουν πώς τη βιώνουν, τι κερδίζουν, τι τους δυσκολεύει και πού πιστεύουν ότι οδηγεί αυτή η «κουλτούρα του πεζοδρομίου».
Νίκος Πασχαλίδης – Υπεύθυνος καταστήματος
Αυτή η στροφή έγινε με την απαγόρευση του τσιγάρου σε συνδυασμό με τον Covid. Η νέα γενιά έτσι μεγάλωσε, όλο αυτό κράτησε σχεδόν 3 – 4 χρόνια και έτσι οι νέοι έχουν συνηθίσει με αυτόν τον τρόπο.
Οι εποχές έχουν αλλάξει. Εγώ όταν ήμουν νέος έψαχνα να βρω τραπέζι να κάτσω και το ίδιο και η παρέα μας, δεν μας ένοιαζε που θα είμαστε απλά να καθόμαστε και γέμιζαν μέσα τα μαγαζιά. Σήμερα το μαγαζί μέσα είναι άδειο και έξω γίνεται χαμός…
Τα περισσότερα μαγαζιά μετά τον Covid σερβίρουν σε πλαστικό ποτήρι – αυτό ίσως είναι και πιο οικονομικό – οπότε αυτή η τάση δεν μπορεί να ενοχοποιήσει τα μαγαζιά ενώ το δημιουργήσαμε μόνοι μας αυτό.
Από την στιγμή που με τα περιοριστικά μέτρα απαγόρευαν τον κόσμο να κάθεται μέσα, παλιότερα απαγόρεψαν το τσιγάρο μέσα, όλο αυτό τους οδήγησε έξω. Τώρα όμως δεν μπορούμε να τους λέμε μη κάθεστε στο πεζοδρόμιο, δεν είμαστε αστυνομία…
Επίσης, αν έρθει κάποιος και παραγγείλει ένα ποτό, το πάρει και βγει έξω να το απολαύσει καπνίζοντας, εγώ δεν μπορώ να τον διώξω, πόσο μάλλον αν πάρει κάτι σε πλαστικό, τότε, δεν θεωρείτε καν πελάτης μου, είναι take away η φάση.
Έχει τύχει στην καραντίνα περιστατικό να λέμε στους πελάτες του πεζοδρομίου να ανοίξουν λίγο για να υπάρχουν αποστάσεις και μας απαντούσαν: «όχι, ας έρθει η αστυνομία». Όντως, είναι δημόσιος χώρος δεν μπορώ να τους πω μην κάθεστε εκεί!
Εμείς από όλο αυτό κερδίζουμε και κάποια πράγματα όπως την “περατζάδα”. Μπορεί να περνάνε περαστικοί να δουν τον κόσμο έξω να περνάει καλά και να θέλει να συμμετάσχει γιατί τους αρέσει η φάση.
Όλο αυτό είναι μια παγκόσμια τάση, στην Ιταλία συμβαίνει πάνω από 10 χρόνια που πίνουν έξω όλοι και μέσα τα μαγαζιά είναι άδεια. Μη μιλήσω για Αγγλία, Ιρλανδία που δεν συμμαζεύονται.
Αυτές οι εικόνες είναι ωραίες, είναι σαν ένα συνεχόμενο φεστιβάλ. Είναι και θεμιτό για τους κατοίκους φαντάζομαι, είναι μια ωραία εικόνα γιατί δείχνει την πόλη ζωντανή. Εμείς αν πάμε σε μια χώρα ως τουρίστες και δούμε κλειστά μαγαζιά και καθόλου κόσμο στο πεζοδρόμιο θα μας κακοφανεί… έτσι λειτουργεί και στους τουρίστες που έρχονται στη Θεσσαλονίκη. Τα αξιοθέατα της πόλης μας τα γυρνάει κάποιος σε 2 μέρες. Αν χάσουμε και τον κόσμο από τον κόσμο από τα πεζοδρόμια και την διασκέδαση που υπάρχει εκεί τι άλλο.
Βασίλης Καλαϊτζής – Υπεύθυνος καταστήματος
«Όλο αυτό ξεκίνησε με τα take away κατά τη περιόδο της καραντίνας. Νομίζω πως έμεινε σαν ένα trend μιας και προυπήρχε σε μερικά σημεία όπως σε μερικές πλατείες της πόλης…
Τα τελευταία πέντε χρόνια, ουσιαστικά έγινε μια νόμιμη κουλτούρα, από ‘κει που ήταν κάτι σαν “παράνομο”. Έτσι πολλοί το είδαν σαν ευκαιρία και το εκμεταλλεύτηκαν. Γιατί όταν έχεις ένα τέτοιο μαγαζί με πλαστικά ποτήρια για παράδειγμα είναι μικρότερο το κόστος όποτε έτσι άνοιξαν πολλά τέτοια μαγαζιά. Είναι μια συνήθεια των καιρών μας.
Εμένα προσωπικά ως επιχειρηματίας και χρόνια στον χώρο ως μπαρτέντερ, δεν μου αρέσει. Δεν θεωρώ πως έτσι προμοτάρετε η υπεραξία που θέλουμε να δώσουμε στον κλάδο μας.
Από την άλλη, έχουμε να κάνουμε με μια γενιά που έχει μάθει έτσι. Δεν πίνει τόσο πολύ, και δεν θέλουν κλειστά μέρη, και για αυτό έχει πεθάνει το clubbing… Αυτό το βλέπουμε και στις περιόδους των γιορτών καθώς τα μαγαζιά τύπου club, δεν είναι το ίδιο γεμάτα με παλιά. Οι νεότεροι προτιμούν να κυκλοφορήσουν έξω και να κάνουν την βόλτα τους και να πιούν όρθιοι.
Κάποιες φορές ο μαγαζάτορας έχει μερίδιο ευθύνης όταν ένα πεζοδρόμιο “κλείνει” αλλά τις περισσότερες όχι. Στην καραντίνα ας πούμε μας είπαν να ανοίξουμε take away και μας έβαζαν να αστυνομεύουμε εμείς τα πεζοδρόμια και έτσι ερχόμασταν σε ρήξη με τους πελάτες. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να γίνεται εμείς θέλουμε να προσφέρουμε ευχαρίστηση…
Τα τελευταία δύο χρόνια θεωρώ πως δεν κλείνουν τα πεζοδρόμια σε τόσο μεγάλο βαθμό από τον κόσμο, άλλωστε όσοι ανοίγουν μαγαζιά, ξέρουν που να τα ανοίξουν».













