Μουσική

Κάνε κάτι να χάσω το τρένο

Ο Θωμάς Κοροβίνης τιμά τη μνήμη του Δ. Μητροπάνου προδημοσιεύοντας ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του «Η ΦΡΑΓΚΟΚΛΕΦΤΡΑ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΖΟΥΚ ΜΠΟΞ ΚΑΙ ΣΠΟΝΔΕΣ ΣΤΟ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ»

Θωμάς Κοροβίνης
κάνε-κάτι-να-χάσω-το-τρένο-343202
Θωμάς Κοροβίνης

Μεταπολίτευση! Έκρηξη του πολιτικού τραγουδιού με τα επικά και τα ορατόρια του Μίκη πάνω απ’ όλα! Ωστόσο και το λαϊκό αγαπιέται όπως πάντα. Εποχή που ο Μητροπάνος είναι πολύ στα πάνω του, ο νέος λαοφιλής σταρ του τραγουδιού. Σεργιάνι στο Καρλόβασι, στο λιμάνι.

Ακόμη μπορούσαμε, αφού διασχίζαμε πιο πριν τον παραλιακό δρόμο με τα παροπλισμένα βυρσοδεψεία, να εξερευνούμε απρόσκοπτοι τα κάλλη και την βιοποικιλότητα του Ποταμού, λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό, ζώντας περίπου χίπικα, για μέρες, ωραία ζωή, πληρέστατη με τα χρειώδη μόνον, και αίσθηση ευωχίας απόλυτη, μια εμπειρία μοναδικής αξίας που τα σημερινά παιδιά της Ελλάδος δεν φαίνεται να έχουν την προπόνηση και προπαντός την πρόθεση και την διάθεση να την βιώσουν.

Λίγα χρόνια αργότερα η παραδεισένια αυτή περιοχή θα μετατραπεί σε σαματατζίδικο τοπίο εκτονωτικού παραθερισμού του Νεοπλουτιστάν. Εμείς πια δεν χωρούσαμε εκεί. Νιώθω κάποια ταραχή, το Καρλόβασι είναι τόπος καταγωγής της γυναίκας του Ρίτσου, της κυρίας Φαλλίτσας, λες να πετύχω πουθενά τον ποιητή, εκεί άκουγα πως παραθέριζε τα καλοκαίρι, εκεί έκανε και μέρος της εξορίας του. Τέλος της δεκαετίας του ’70. Τσακαλοπαρέα, κάποια πλάσματα ερωτιάρικα, του ονείρου, νυχτωθήκαμε σε μια ταβέρνα σχεδόν πάνω στο νερό, το τζουκ μποξ του μαγαζιού στα ντουζένια του, ο Μητροπάνος σκεπάζει με την επιβλητική του νεανική, αισθησιακή βραχνάδα το κύμα που τσακίζεται στην προκυμαία. Αρρενωπή φωνή επιτέλους, φυσική αρσενικάδα, όχι επίδειξη ψευτομαγκιάς και αποκρουστικής, στημένης βαρβατίλας. Και προπαντός ίχνος γλυκεράδας και σαλιαρίσματος.

Ένας λαϊκός εραστής, πες, με ανθρώπινα αισθήματα, στα βινύλια της εγχώριας μουσικής βιομηχανίας. Δεν τον επέβαλαν, περίπου σαν τον Καζαντζίδη κι αυτός, επιβλήθηκε με το σπαθί του. Λάου λάου μας κατέκτησε. Με τα φυσικά του φωνητικά προσόντα. Και την λαϊκή του ρώμη! –«Πρέπει να του κάνουν παντού αγάλματα του Στέλιου», μου είχε πει ο ωραίος κάλλει παρά πάντας ηθοποιούς μας Σπύρος Φωκάς, να τον έχουμε δίπλα στον Μπιθικώτση, όμως τον Γρηγόρη τον «έκανε» ο Θεοδωράκης, ο άλλος «έγινε» μόνος του! Αν και κανείς δεν «γίνεται» μόνος του. Ή έντελώς μόνος του. Κάποιοι βάζουν το χεράκι τους τόσο για την άνοδο, όσο όμως αντίθετα και για την κάθοδο των αστέρων.

Τα κατάφερε το καλοσυνάτο χωριατόπαιδο, ακόμη και οι όποιες ενστάσεις για κάποια φαλτσαρίσματα αγνοήθηκαν νικημένες απ’ το αυθεντικό ήθος που δίδασκε με την στάση του. Μου την «έδινε» όμως εκείνο τον καιρό που το λαϊκό τραγούδι είχε πάρει μιαν αλλιώτικη υφή –νικούσε αργά μα σταθερά η επερχόμενη ελαφράδα- αλλά εξακολουθούσε ακόμη και μεταλλαγμένο να αρέσει. Τραβούσαμε γι’ αλλού. Ίσως γιατί ο λαός μας δεν ήταν πια τόσο «λαϊκός». Τα βαριά λαϊκά δεν ήταν της προτίμησης των συνταγματαρχών που μας είχαν κάτσει στο σβέρκο αλλά και δεν αφορούσαν πλέον έναν κόσμο που μάθαινε να φλερτάρει μαζικά με τις παραφυάδες της ψευτοευμάρειας και τα ιδανικά του ασύδοτου πλουτισμού παρά την γνωστή φουκαροσύνη του. «Ψώρα γίδα και την ουρά σα πάν’!».

Διαλαλούσε ο Μητροπάνος : «Κάνε κάτι λοιπόν να χάσω το τρένο», κατ’ επανάληψιν. «Αγκάλιασέ με και φίλησέ με και μες στα χέρια σου τα δυο φυλάκισέ με». Μια παρέα από δίπλα, ένστολοι, λοκατζήδες, που τα έτσουζαν, έπειτα από σκληρή άσκηση στα βουνά της Σάμου, μας τρατάρουν ένα πιάτο με κρεάτινες λιχουδιές. Αγριοκούνελο, μας λένε, λαγουδάκι στιφάδο, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει, ύστερα μας το πέταξαν, μετά την βρώσιν, πως ήταν αγριόγατα. Κάποια κυρία της συντροφιάς κάνει να αναγουλιάσει, χώνεψέ το τώρα, της λέει ο λοχίας, πεντανόστιμο δεν είναι, κι ο Μητροπάνος θα το έτρωγε και θα ’γλειφε τα δάχτυλά του.

Τον εύρισκα πολύ γοητευτικό τον Μητροπάνο. Ένα αγόρι επαρχιακής καταγωγής, με υπερήφανο φρόνημα και λαμπερά, πεντακάθα μάτια.

Πολύ αισθαντικός για τα γούστα μου. Έχει κάτι ιδιαίτερα αισθησιακό, το βαθιά ερωτικό ως τραγουδιστής, μια αίσθηση που λίγες φωνές την δίνουν αβίαστα, κάπου την βρίσκω και στην Χαρούλα και στον Λιδάκη. Χαρακτηρίζουν ερωτικούς τραγουδιστές τον Πάριο κυρίως, και τον Βοσκόπουλο, μα αυτοί είναι γλυκεροί, ιδίως ο δεύτερος, άλλο προικισμένα λαρύγκια κι άλλο φωνές που κουβαλάνε ιστορικό βάρος, επίσης άλλο ερωτιάρικες και άλλο ερωτικές. Ο ερωτικός ερμηνευτής πρέπει να μην είναι απλώς ερωτιάρης, κι ας μην είναι καθόλου αυτό, αλλά να εμπεριέχει τον ερωτικό παιδεμό απ’ τον οποίο ουδείς ουδαμώς πέπρωται να ξεφύγει. Κάθε μελιστάλακτος δεν είναι και ερωτικός! Τις δυο τρεις φορές που τον αντάμωσα τον Μητροπάνο η αμεσότητα και η ανθρωπιά του με καθήλωσαν. Ταπεινόφρων! Το ήθος δεν διδάσκεται, ούτε μαθαίνεται, είναι γραμμένο στην ούγια της φτιαξιάς σου. Και στο φρόνημά σου που κρατάς ψηλά μέσα σου κι έξω σου σαν λάβαρο!

Ο τραγουδιστής οφείλει να έχει, και άρα να διδάσκει ήθος. Όσοι διαθέτουν ήθος, κάτι υψηλό και διαιώνιο κομίζουν με την στάση τους. Πέραν της κριτικής για χούγια και τερτίπια του χαρακτήρα. Πρώτα είναι το απαζάρευτο ήθος! Όπως στη ζωή μας, έτσι και στο τραγούδι. Αν λοιπόν η Μπέλλου υποδεικνύει ως προσωπικότητα την αξία της προσωπικής ανεξαρτησίας και του αυτοπροσδιορισμού, ενσαρκώνοντας και το αντιστασιακό φρόνημα του λαού μας συνάμα, ο Καζαντζίδης παραδειγματίζει με την «αντισυστημική» γενικότερα στάση του και τον πόλεμο που άνοιξε με τα συμφέροντα των εταιριών, ωφελώντας έτσι πολλαπλά και το σινάφι του αλλά και με την άρνηση της υποκουλτούρας από μέρους του στρέφοντας τα νώτα του στις υπέρογκες αμοιβές εν όψει μιας καμπής του τραγουδιού και της λαϊκής διασκέδασης προς την αλλοτρίωση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η μέρα που σίγησε η Φωνή

Στο μεταξύ σάρωνε ο Μήτσος με σουξέ του Ζαμπέτα και του Μουσαφίρη. «Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα»! Εντάξει, συμπαθές το άσμα του Μουσαφίρη μα δεν τρέχει και τίποτα. Κι όμως, ξέρει να το φέρνει στα μέτρα του το τραγούδι και να του δίνει υπόσταση. Αν ακούγεται ακόμη και σήμερα, από το 1976, μισόν αιώνα μετά δηλαδή, στην ιδιαιτερότητα της φωνής και της ερμηνείας του ατόφιου μάγκα του Θεσσαλού το χρωστάει. Μέσα στα χρόνια δεν πούλησε ποτέ την αυθεντικότητά του, ως το τέλος ο άνθρωπος. Υψηλή αξία ζωής, όπως και ο αβίαστος ερωτισμός που πρεσβεύεις, αν τον διαθέτεις από φυσικού σου. Τα ξαναβρήκα αυτά τα πολύτιμα στοιχεία, δηλαδή μια αυθεντική εκδοχή της αρρενωπότητας και της αφτιασίδωτης λεβεντιάς, παρακαλώ, ας μου επιτραπούν οι αναγωγές- όταν γνωρίστηκα για λίγο από κοντά με διάσημους Έλληνες της διασποράς, μορφές της οικουμενικής κουλτούρας, όπως ο Κώστας Αξελός και ο Κώστας Γαβράς.

*Προδημοσίευση κεφαλαίου από το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Η ΦΡΑΓΚΟΚΛΕΦΤΡΑ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΖΟΥΚ ΜΠΟΞ ΚΑΙ ΣΠΟΝΔΕΣ ΣΤΟ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ» που θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2026.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα