Πρόσωπα

Θοδωρής Χονδρόγιαννος: «Η δημοσιογραφία δεν είναι μαντρόσκυλο επιχειρηματικών συμφερόντων»

Ο ερευνητικός δημοσιογράφος των Reporters United απαντά στις ερωτήσεις της Parallaxi

Χάρης Δημαράς
θοδωρής-χονδρόγιαννος-η-δημοσιογρα-1406427
Χάρης Δημαράς

Υπάρχουν ακόμη δημοσιογράφοι που ερευνούν και μάλιστα το κάνουν πολύ καλά.

Ένας από τους πλέον αξιόπιστους και ταλαντούχους ερευνητικούς δημοσιογράφους της νέας γενιάς, ο Θοδωρής Χονδρόγιαννος έχει καταφέρει μέσα από τη δημοσιγραφική κοινότητα των Reporters United να προβεί σε σοβαρές αποκαλύψεις σε σημαντικές υποθέσεις, όπως αυτή των υποκλοπών, αλλά και με ζητήματα που αφορούν στο περιβάλλον, τη ναυτιλία, τις κυνομαχίες.

Έχει συνεργαστεί και με ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ (VICE, Investigate Europe, RAI, ZDF, inside story), ενώ το 2019 συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ του με τίτλο «Σιγή Ιχθύος», το οποίο πραγματεύεται το ζήτημα της υπεραλίευσης στη Μεσόγειο την εποχή της κλιματικής κρίσης.

Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Στη χώρα του Χωσέ», το οποίο προσεγγίζει τα κακώς κείμενα και τις παραβιάσεις δικαιωμάτων στη στρατιωτική θητεία, αλλά και του βιβλίου «Τα σκυλιά του πολέμου», που αφηγείται την σύνδεση του οργανωμένου εγκλήματος με τον άγνωστο κόσμο των κυνομαχιών στην Ελλάδα και τον άρρηκτο σύνδεσμο μεταξύ της έμφυλης κακοποίησης και της βίας σε βάρος των ζώων.

Ο Θοδωρής Χονδρόγιαννος απαντά αυτή την εβδομάδα στις ερωτήσεις μας για την κρίση και το μέλλον της δημοσιογραφίας, παίρνοντας σειρά από τους συνάδέλφους Νίκη Λυμπεράκη, Πάνο Χαρίτο, Σωτήρη Δανέζη και Γιάννη Παπαδόπουλο.

Χονδρόγιαννος

Ποιο είναι κατά τη γνώμη σου το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας σήμερα;

«Η εξάρτηση της πλειονότητας των μέσων ενημέρωσης από το εφοπλιστικό, το κατασκευαστικό και το επιχειρηματικό κεφάλαιο, τα συμφέροντα του οποίου υπαγορεύουν ποια ρεπορτάζ θα γραφτούν και ποια θα λογοκριθούν, αναλόγως με το αν η κυβέρνηση ικανοποιεί ή όχι τα θελήματα του εκάστοτε μεγαλοεκδότη. Κοινώς, αν ένας μιντιάρχης, που τυγχάνει νά ’ναι και οικονομικός παράγοντας και ιδιοκτήτης ποδοσφαιρικής ομάδας, τα πάει καλά στ’ αλισβερίσια με την κυβέρνηση, τα μαντρώνει τα μίντιά του. Αν όχι, τα ξαμολάει.

Όμως, η δημοσιογραφία δεν είναι μαντρόσκυλο επιχειρηματικών συμφερόντων, αλλά το μαντρόσκυλο του δημοσίου συμφέροντος, όπως λέει και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).

Πέρα απ’ αυτό το δομικό ζήτημα, ιεραρχώ αρκετά ψηλά ως σοβαρά προβλήματα της δημοσιογραφίας τις υποκλοπές σε βάρος ρεπόρτερ και πηγών, τις καταχρηστικές νομικές ενέργειες κατά δημοσιογράφων (αγωγές, μηνύσεις, εξώδικα, κάθε είδους SLAPP) με σκοπό τη φίμωσή τους μέσω της οικονομικής, ψυχολογικής και ηθικής εξόντωσής τους, καθώς και τη βαθιά εξάρτηση της επιβίωσης των μέσων ενημέρωσης από το διαφημιστικό χρήμα πολυεθνικών και κρατικών επιχειρήσεων».

Χονδρόγιαννος

Οφείλει ένας δημοσιογράφος να παίρνει θέση για ένα γεγονός; Αν ναι, υπάρχουν εξαιρέσεις, δηλαδή περιπτώσεις που δε θα έπρεπε να το κάνει;

«Νομίζω πως ο δημοσιογράφος παίρνει θέση ήδη από τη στιγμή που επιλέγει ποιο ρεπορτάζ θα κάνει. Για παράδειγμα, μια συναδέλφισσα που γράφει για τα εργατικά δικαιώματα, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία, παίρνει θέση υπέρ των λαϊκών αναγκών.

Κι αυτό είναι μια καλώς εννοούμενη υιοθέτηση θέσης, εφόσον συνακολουθείται από την εφαρμογή των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας, όπως είναι η τεκμηρίωση κάθε γεγονότος με πηγές και έγγραφα, καθώς και η απεύθυνση, προ της δημοσίευσης, σε όποιο δημόσιο πρόσωπο ή κρατικό αξιωματούχο αναφέρεται στο ρεπορτάζ (κατά το λεγόμενο right of reply, το δικαίωμα απάντησης κάθε πλευράς για την οποία γίνεται λόγος στο δημοσίευμα).

Ως εξαίρεση στον κανόνα της τοποθέτησης του δημοσιογράφου θα ανέφερα την κατά την εκτίμησή μου αναγκαία φειδώ που πρέπει να μας χαρακτηρίζει απέναντι στην ανάγκη μας να τοποθετούμαστε επί παντός επιστητού, ένα κουσούρι που τροφοδοτούν και τα κοινωνικά δίκτυα. Και για να μη μιλήσω για τις άλλες και τους άλλους, θεωρώ προσωπικά ότι είναι καλύτερα να μιλάω περισσότερο μέσα από το ρεπορτάζ μου και λιγότερο μέσα από τη συνεχή εκφορά απόψεων.

Κατά το «οι δικαστές μιλούν με τις αποφάσεις τους», οι ρεπόρτερ πρέπει να μιλούν κυρίως με τα ρεπορτάζ τους. Αυτό -και όχι μια γνώμη- έχει μεγαλύτερη ανάγκη κι ο κόσμος που περιμένει να ενημερωθεί από τη δουλειά μας».

Η γραμμή του μέσου ενημέρωσης στο οποίο εργάζεται ένας δημοσιογράφος σε ποιο βαθμό πρέπει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται;

«Καταρχάς, είναι απολύτως φυσιολογικό (και διόλου κατακριτέο) ένας δημοσιογράφος ν’ ακολουθεί την εκδοτική γραμμή του μέσου ενημέρωσης στο οποίο εργάζεται, όπως κάνουν οι ρεπόρτερ σε όλο τον κόσμο.

Ωστόσο, αυτό για το οποίο θα πρέπει παράλληλα να έχουμε έγνοια είναι η επίμονη προσπάθεια, απ’ όποιο δημοσιογραφικό μετερίζι μάς λάχει, για το ρεπορτάζ, δηλαδή για την αποκάλυψη πληροφοριών δημοσίου συμφέροντος και για τη λογοδοσία των ισχυρών, είτε μιλάμε για κυβερνώντες είτε για επιχειρηματίες.

Σ’ αυτόν τον αγώνα κάποιες φορές θα χάσουμε, δηλαδή θα μας το κόψει το ρεπορτάζ ο εκδότης, και κάποιες φορές θα κερδίσουμε, δηλαδή θα καταφέρουμε να το δημοσιεύσουμε.

Όμως εδώ ακριβώς κρίνεται κατά τη γνώμη μου η αναμέτρησή μας με την εκδοτική γραμμή, υπό την έννοια ότι -όσες νίκες κι αν πετύχουμε, όσες ήττες κι αν υποστούμε- δεν πρέπει να καμφθούμε από τη συνεχή πάλη και τις όποιες αναπόφευκτες απώλειές της σε λογοκρισία, πίεση, διάψευση, προσωπικό τραύμα.

Πρέπει, παρόλα αυτά και πολλά ακόμη, να συνεχίζουμε να πασχίζουμε για τη δημοσίευση που θα μιλά για τις έγνοιες και τις ανησυχίες των πολλών.

Κατά την άποψή μου δηλαδή η εκδοτική γραμμή δεν μας κερδίζει όταν μας κόβει ένα ρεπορτάζ (αν είσαι ικανός ή ικανή ρεπόρτερ, αυτό αναπόφευκτα θα συμβεί).

Μας συντρίβει όταν μας οδηγεί στην εγκατάλειψη του αγώνα, στην αυτολογοκρισία, στην άνευ όρων αυτοπαράδοση στον εχθρό της δημοσίευσης. Ο οποίος συχνά είναι ο ίδιος ο μεγαλοεκδότης».

Γιατί η κοινή γνώμη δεν έχει πια την καλύτερη άποψη για το λειτούργημα του δημοσιογράφου;

«Η κοινή γνώμη μάς θεωρεί μέρος του πολιτικοοικονομικού συστήματος που προτάσσει την ικανοποίηση των συμφερόντων των ισχυρών σε βάρος της επίλυσης των προβλημάτων των πολλών και αδυνάμων.

Μας βλέπει ως τους ανθρώπους που βάζουν πλάτη σε όσους εκμεταλλεύονται τον κόσμο, σε όσους προσπαθούν να πείσουν τον λαό ότι δεν υπάρχει εναλλακτική και ότι θα πρέπει να λέει και δόξα τω θεώ που δεν του έχει έρθει ο ουρανός κατακέφαλα, παρά την ακρίβεια, παρά τις ανύπαρκτες υποδομές, παρά τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρά την έλλειψη προοπτικής για προκοπή στον τόπο.

Όσες και όσοι αγαπάμε το ρεπορτάζ θα πρέπει να δούμε αυτοκριτικά την κακή φήμη του επαγγέλματός μας και να κοιτάξουμε κατάματα -και χωρίς εγωισμούς- το μεγάλο ερώτημα: Σε ποιο βαθμό αυτή η κακή μας φήμη είναι πράγματι λογικό απότοκο των παθογενειών της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα;».

Πώς προφυλάσσεται ένας δημοσιογράφος από τα fake news;

«Νομίζω, με τον δημοσιογραφικά κλασικό τρόπο. Σηκώνει ακατάπαυστα το τηλέφωνο και λιώνει τα παπούτσια του για να φτάσει ώς την τελευταία πηγή που μπορεί να του δώσει πληροφορίες για το ρεπορτάζ του. Και μιλάει, πάντα με καλή προαίρεση και πρόθεση, με όλες τις πλευρές του ρεπορτάζ.

Ακόμα κι αυτές που πρέπει να λογοδοτήσουν δημοσιογραφικά επειδή έχουν διαπράξει μια μεγάλη αμαρτία σε βάρος της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, του λαού· για παράδειγμα, τον ωτακουστή σ’ ένα σκάνδαλο υποκλοπών. Και φυσικά, ο δημοσιογράφος δεν πρέπει να παίρνει τίποτα ως δεδομένο. Τεκμηριώνει και τα πιο προφανή. Με έγγραφα και right of reply πριν τη δημοσίευση».

Πώς βλέπεις τη σχέση των Social Media και της Τεχνητής Νοημοσύνης με τη Δημοσιογραφία;

«Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν αδιαμφισβήτητα προσφέρει ένα κανάλι άμεσης διάχυσης της πληροφορίας και επικοινωνίας των δημοσιογράφων και των νέων δημοσιογραφικών εγχειρημάτων με το αναγνωστικό κοινό.

Κι αυτό είναι μεγάλη υπόθεση, καθώς επιτρέπει, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, την παράκαμψη των μεγαλοεκδοτών και τη δημιουργία ενός καινούργιου δημοσιογραφικού μοντέλου με μεγαλύτερα εχέγγυα ανεξαρτησίας και διαφάνειας.

Από την άλλη, η Τεχνητή Νοημοσύνη φαίνεται πως μπορεί να προσφέρει εργαλεία που μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά στη δημοσιογραφική παραγωγή τόσο των μεγάλων μίντια, όσο και των μικρότερων ομάδων, σε διάφορους τομείς, όπως η δημοσιογραφία δεδομένων.

Ωστόσο, και τα δύο φαινόμενα συνδέονται με μία σειρά από ζητήματα, όπως η αδιαφάνεια και η έλλειψη λογοδοσίας στη λειτουργία των αλγορίθμων των κοινωνικών δικτύων (τα οποία εν τέλει ανήκουν σε πολυεθνικές) και οι αυστηροί κανόνες δεοντολογίας που πρέπει να συνοδεύουν τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης από δημοσιογράφους, όπως η διαφάνεια προς τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες στο πότε και πώς χρησιμοποιείται η Τεχνητή Νοημοσύνη, καθώς και η διασφάλιση του ανθρώπινού ελέγχου στο δημοσιογραφικό περιεχόμενο που παράγεται με τη βοήθειά της».

Έχεις μετανιώσει για κάποιο χειρισμό σου σε ένα δημοσιογραφικό θέμα και αν ναι τι ήταν αυτό που είχες κάνει λάθος και δε θα επαναλάμβανες;

«Αυτό που συχνά φέρνω βαρέως είναι ότι κάποιες φορές δεν ανταποκρίνομαι αμέσως στην υπόσχεσή μου να κάνω εγκαίρως κάποιο ρεπορτάζ.

Για παράδειγμα, αυτή την περίοδο καλύπτουμε στο Reporters United τη δίκη του σκανδάλου των υποκλοπών ΕΥΠ – Predator και λόγω των αλλεπάλληλων δικασίμων κάποιες άλλες δημοσιεύσεις έχουν μείνει πίσω.

Η αδυναμία μου να προχωρήσω όσες έρευνες πρέπει και θέλω σε άμεσο χρόνο με κάνει συχνά να αισθάνομαι βαθιά ενοχή τόσο προς τις πηγές που μου εμπιστεύονται πληροφορίες όσο και προς τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες. Νιώθω ότι στερώ και από τις δύο πλευρές της παραγωγής του ρεπορτάζ, ότι δεν στέκομαι στο ύψος της εμπιστοσύνης τους.

Οι αιτίες αυτής της αδυναμίας, που εντοπίζεται γενικά στα μικρά δημοσιογραφικά πρότζεκτ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, δεν είναι άγνωστες.

Μεγάλος φόρτος εργασίας, περιορισμένοι οικονομικοί πόροι, πολυεπίπεδα καθήκοντα στο πλαίσιο λειτουργίας ολιγομελών δημοσιογραφικών ομάδων, αφιέρωση μακρού χρόνου σε κάθε ρεπορτάζ για λόγους τεκμηρίωσης, αξιοπιστίας, μα και προστασίας από αγωγές και μηνύσεις που θα θελήσουν να μας εξοντώσουν και να μας κλείσουν μέσα από καταχρηστικές νομικές ενέργειες επειδή το ρεπορτάζ μας ενοχλεί τους ισχυρούς, οι οποίοι μάλιστα γνωρίζουν ότι δεν έχουμε από πίσω μας μια μεγάλη και πλούσια πλάτη.

Ωστόσο, δεν θέλω να βλέπω αυτές τις συνθήκες ως δικαιολογίες και προσπαθώ κάθε μέρα να τα καταφέρνω λίγο καλύτερα. Το αξίζουν και οι πηγές και ο κόσμος που μας διαβάζει και μας τιμά με τη στήριξη από το υστέρημά του».

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα