Οδογραφίες: Δημητρίου Πολιορκητού – Πέντε ονόματα για έναν δρόμο
Ο δρόμος των πέντε ονομάτων έχει πλέον μόνο ένα. Αλλά παρέμεινε. Και έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί
Μια φορά κι έναν καιρό, στις μουσουλμανικές συνοικίες της Άνω πόλης, θα πρέπει να υπήρξε ένας μπακάλης που πουλούσε ρεβύθια. Δεν ξέρουμε το όνομά του, ούτε αν έκλεβε στο ζύγι, αλλά η ιδιότητά του αυτή ήταν αρκετή για να ονοματίσει ένα μεγάλο τμήμα ενός σημαντικού δρόμου ως οδό Nohudlu Bakkal (οδός του παντοπώλη με τα ρεβύθια) – ονομασία που παρέμεινε για δεκαετίες.
Η μεγάλη μεταβολή ήρθε όταν η πόλη άλλαξε κράτος και έπρεπε να αλλάξει μνήμη. Όταν η Θεσσαλονίκη σταμάτησε να είναι οθωμανική, ο μπακάλης αντικαταστάθηκε από τον πολύ πιο δραστήριο Δημήτριο τον Πολιορκητή – στρατηγό και διάδοχο του Μεγ. Αλεξάνδρου, με φήμη εμμονικού οργανωτή εκστρατειών και πολιορκιών. Η ελληνική ονοματοδοσία των δρόμων του 1914 προίκισε την περιοχή με ονόματα από το περιβάλλον του Μεγάλου Αλεξάνδρου – τον Κάσσανδρο, την Ολυμπιάδα και τον εν λόγω Δημήτριο. Μια μακεδονική αυλή σπαρμένη σε πινακίδες.
Η παλαιά οδός ξεκινούσε από την Telli Kapi (Αγίου Δημητρίου), διέσχιζε έξι μουσουλμανικές συνοικίες στα βορειοδυτικά της Άνω πόλης και κατέληγε στη χριστιανική συνοικία της Μονής Βλατάδων. Σε όλη την διαδρομή της είχε πέντε διαφορετικά ονόματα: Nohudlu Bakkal, Cinarli Medresse (μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο) του πλάτανου), Yanik cinar (καμένου πλάτανου), Araplar Havlusu (αυλής των Αράπηδων), Su Kuyusu (νεροπήγαδου). Δεν υπάρχει κάποια λογική ακολουθία στην εναλλαγή των ονομάτων. Στην οθωμανική εποχή, κάθε οδικό τμήμα αποτυπωνόταν στη μνήμη των κατοίκων από κάποιο τοπικό σημείο αναφοράς – ανεξαρτήτως της σημασίας του. Ένα σακί ρεβύθια μπορούσε να ισοδυναμεί με ένα πηγάδι στην χαρτογραφία της καθημερινότητας. Η πόλη ονομαζόταν από τους ίδιους τους κατοίκους.
Όπως συνηθιζόταν στην Οθωμανική ρυμοτομία, ο δρόμος δεν ήταν ευθύγραμμος. Περιέβαλλε σπίτια, αυλές, βρύσες, ελισσόταν ανάμεσα σε αδιέξοδα. Αποτελούσε έναν από τους κύριους δρόμους της Άνω πόλης και των ήσυχων, αραιοκατοικημένων μουσουλμανικών μαχαλάδων.
Τοπογραφία δύσβατη και ανηφορική. Λίγα σπίτια ήταν χτισμένα από πέτρα, τα πλουσιόσπιτα. Τα υπόλοιπα χτιζόταν με ξύλινο σκελετό και κονίαμα από λάσπη και άχυρο – τους τσατμάδες και τα μπαγδατιά. Οι κάτοικοι, αν και κατακτητές, δεν ήταν εύποροι. Οι πλούσιοι μουσουλμάνοι ήταν εγκατεστημένοι στο μέσο της πόλης, μεταξύ Εγνατίας και Αγ. Δημητρίου, κοντά στην εξουσία και την αγορά. Εδώ πάνω, στις ανηφόρες, έμενε η φτωχολογιά. Κατακτητές μεν αλλά όχι προνομιούχοι. Ο δρόμος ήταν από τους πιο πολυφωτογραφημένους της Θεσσαλονίκης, καθώς για τους Ευρωπαίους φωτογράφους αντιπροσώπευε την εξωτική Ανατολή: σπίτια με σαχνισιά, κήποι πίσω από κλειστές αυλόθυρες, τοίχοι από λιθοδομή, ανώμαλο καλντερίμι με το νεραγώγι στη μέση. Η φτώχεια, όταν δεν είναι δική σου, φωτογραφίζεται με άνεση.
Μετά την πυρκαγιά του 1917 και την ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης, καταργήθηκε το αρχικό τμήμα και πλέον ο δρόμος αρχίζει από την Κασσάνδρου. Ακριβώς σε κείνο το σημείο υπήρχε ένα σημαντικό σημείο αναφοράς: το τζαμί και το μικρό νεκροταφείο του Mustafa Pasa. Το τζαμί ιδρύθηκε μεταξύ 1500 και 1510 από τον μετέπειτα Μεγάλο Βεζύρη Koca Mustafa Pasa. Δίπλα υπήρχε μια από τις ωραιότερες οθωμανικές κρήνες της Θεσσαλονίκης η οποία στα γαλλικά αρχεία περιγράφεται ως «κρήνη σε στυλ Λουδοβίκου 15ου». Το κτίσμα άντεξε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν διανοίχτηκε η Κασσάνδρου. Πάει και η βρύση. Το μέλλον της πόλης χρειαζόταν περισσότερο τη διαπλάτυνση παρά την μνήμη.

Μέχρι την Ολυμπιάδος βλέπουμε την γνώριμη ομοιομορφία της Θεσσαλονίκης πάνω από την Αγίου Δημητρίου: πολυκατοικίες της αντιπαροχής με ανύπαρκτα μπαλκόνια και τυποποιημένες όψεις, το αρχιτεκτονικό ισοδύναμο του copy – paste. Αυτό που δεν βλέπουμε πλέον είναι το ονομαστό σχολείο των Ντονμέδων (εξισλαμισθέντες Εβραίοι), τη Σχολή Feyziye Sibyan που βρισκόταν στη γωνία με την Ολυμπιάδος. Το σχολείο σταμάτησε να λειτουργεί το 1912. Το κτίσμα επιβίωσε ως τον σεισμό του 1978 οπότε και με αφορμή τη διάνοιξη της Ολυμπιάδος κατεδαφίστηκε για να δώσει τη θέση του σε άλλη μια πολυκατοικία της αντιπαροχής.
Αλλά μετά, από κει και πάνω, ξεκινάει το λιθόστρωτο. Και κάτι σα να αρχίζει να αλλάζει εδώ. Σαν να περνάς ένα αόρατο σύνορο: από την πόλη που «χτίστηκε» στην πόλη που έμεινε.
Αρχίζουν να ξεπροβάλλουν παλιά σπίτια ανάμεσα σε μικρές ανοιχτωσιές. Αυλές. Παλιές αυλόπορτες με σφυρήλατα κάγκελα, φθορά, μνήμη.
Αναρριχόμενα φυτά ξεφεύγουν από τον έλεγχο και απλώνονται πάνω από καγκελόπορτες, όχι για να ομορφύνουν, αλλά επειδή κανείς δεν τα σταμάτησε. Ο δρόμος στενεύει. Στα παράθυρα υπήρχαν καφασωτά πλέγματα που εμπόδιζαν τη θέα προς το εσωτερικό των σπιτιών.
Γυναικείες φιγούρες με καλυμμένα πρόσωπα που καθόταν ανακούρκουδα έξω από τις πόρτες. Ένα αυτοσχέδιο μανάβικο καταμεσής του δρόμου, ένα συνοικιακό καφενείο παραδίπλα. Βρισκόμαστε στην καρδιά των μουσουλμανικών συνοικιών. Ήσυχη ζωή, νωχελική, με τη θάλασσα να στραφταλίζει στο βάθος, πίσω από το δάσος των μιναρέδων.
Στη διασταύρωση με την Άθωνος το λιθόστρωτο διακλαδίζεται. Ο όγκος του γωνιακού σπιτιού υψώνεται ισομερώς μεταξύ Πολιορκητού και Άθωνος, σαν να αρνείται να διαλέξει μεριά. Αριστερά η δεξιά; Αριστερά, εννοείται, και αρχίζει να ξεδιπλώνεται το μήκος της Δημητρίου Πολιορκητού.
Εκατέρωθεν παρατάσσονται τα παλιά μουσουλμανικά σπίτια, τα περισσότερα πλήρως ανακαινισμένα. Τα υπόλοιπα, παραμελημένα ή ετοιμόρροπα. Στους εξωτερικούς τοίχους εξέχουν κουτιά κλιματιστικών ή μπουριά σόμπας – ανάκατα και παράλληλα. Πολύχρωμοι τοίχοι, σαχνισιά που εξέχουν, παντζούρια που χάσκουν μισάνοιχτα. Οι φανοστάτες, προσεγμένοι, θα μπορούσαν να είναι οι ίδιοι που εικονίζονται στις παλιές φωτογραφίες.
Στη γωνία με Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου παραμένει το ίδιο σπίτι που βλέπουμε σε φωτογραφία του 1918, χωρίς να φαίνεται βεβαίως στο βάθος ο μιναρές του τζαμιού Τσιναρλί.


Κατά τον 19ο αι. η περιοχή ήταν γνωστή για τα πλατάνια της (cinar: πλάτανος), τα οποία βάφτισαν την περιοχή (Τσινάρι) και τις χρήσεις γης: το τζαμί, τον παρακείμενο μεντρεσέ (Cinarli Medresse), τον δρόμο ενός μπακάλικου (Cinarli Bakkal). Η ανάμνηση των ονομάτων και των πλατάνων συντηρείται σήμερα από το κοντινό ουζερί «Τσινάρι». Το τζαμί Τσιναρλί (Cinarli cami, το τζαμί με τα πλατάνια) βρισκόταν στη συμβολή των οδών Δημ. Πολιορκητού και Κλειούς. Στο ίδιο οικόπεδο βρισκόταν και ο ομώνυμος μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο). Το τζαμί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία μέχρι που κατεδαφίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη.



Όπου το επιτρέπει το πλάτος της οδού, υπάρχουν παράτολμα σταθμευμένα αυτοκίνητα αφήνοντας ελάχιστο χώρο για τη διαδρομή του αστικού λεωφορείου. Το ηρωικό λεωφορείο Νο 22 ανεβαίνει αγκομαχώντας τις ανηφοριές της Άνω πόλης με την αποφασιστικότητα ορειβάτη μέσης ηλικίας.
Λίγο πιο πάνω, στα αριστερά, ένα χώρος parking. Και εκεί παραμένει η οθωμανική κρήνη, μια από τις οκτώ που ανακαινίστηκαν πρόσφατα.
Δίπλα της, το κτίριο της Εθνικής Χαρτοθήκης, αντιπροσωπευτικό δείγμα αναπαλαιωμένου μουσουλμανικού σπιτιού. Αρχικά χτίστηκε ως κατοικία κατά τον 19ο αι., μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923 φιλοξένησε πρόσφυγες, στη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε ως σχολείο και πλέον στεγάζει το Αρχείο Χαρτογραφικής Κληρονομιάς. Τέσσερις ζωές σε ένα σπίτι.
Μετά, ο δρόμος έπαιρνε το όνομα ενός πλάτανου που κάηκε (Yanik cinar, ο δρόμος του καμένου πλάτανου). Παλιές προσφυγικές αυλές. Μισογκρεμισμένα σπίτια που περιμένουν μια δυνατή βροχή ή μια μπουλντόζα για να καταρρεύσουν οριστικά. Ώχρα, κεραμιδί, γαλάζιο, κίτρινο. Το 1923, όταν απομακρύνθηκαν οι Τούρκοι με την ανταλλαγή των πληθυσμών, τα σπίτια δόθηκαν σε Μικρασιάτες πρόσφυγες οι οποίοι κλήθηκαν να ριζώσουν στην πατρίδα σε σπίτια των κατακτητών – ο ρους της ιστορίας δεν ήταν ποτέ ευγενικός, μόνο αποτελεσματικός σε μια πατρίδα που μόλις σχηματιζόταν. Σήμερα, εκείνα τα παλιά σπίτια ανακαινίζονται και διατίθενται ως χώροι βραχυχρόνιας μίσθωσης προσφέροντας αίσθηση νοσταλγίας, ψηλοτάβανα δωμάτια, μπαλκόνια με θέα τον Θερμαϊκό και την εμπειρία να σκοντάφτουν τα ροδάκια της βαλίτσας στο άβολο λιθόστρωτο – all included.
Διασταύρωση με Μπουμπουλίνας. Ανοιχτωσιά, μοναδική θέα προς την θάλασσα και άλλο ένα από τα πιο πολυφωτογραφημένα σημεία της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αι. Και ο δρόμος άλλαζε πάλι όνομα, λεγόταν Araplar havlusu (η αυλή των αράπηδων) – άγνωστο για ποιον λόγο μνημονεύονταν Αφρικανοί στην καρδιά της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης. Και ένα τετράγωνο μετά, το τελευταίο τμήμα του δρόμου λεγόταν Su Kuyusu (νεροπήγαδου). Ίσως γιατί στη συνέχεια υπήρχε το υδρευτικό συγκρότημα της Μονής Βλατάδων.
Λίγο μετά τη Σθένωνος, ο δρόμος σταματά. Σα να κουράστηκε. Στο παρελθόν ήταν αδιέξοδο, από το 2001 έχει διαμορφωθεί η πλατεία Τσιτσάνη. Στενό το παλιό αδιέξοδο, στενή και η σύγχρονη πλατεία. Κάθε Σεπτέμβριο οργανώνονται μουσικές εκδηλώσεις με τραγούδια του μεγάλου συνθέτη. Η προτομή του Τσιτσάνη έχει μια κάπως συννεφιασμένη έκφραση, σα να τσαντίστηκε που δεν τον έβαλαν να κοιτάζει τη θάλασσα.
Τα παλιά ονόματα της οδού έχουν απαλειφθεί. Δεν υπάρχουν πια Τούρκοι μπακάληδες, ούτε πλατάνια, ούτε τζαμιά, ούτε μιναρέδες. Ο δρόμος των πέντε ονομάτων έχει πλέον μόνο ένα. Αλλά παρέμεινε. Ελικοειδής, ανηφορικός, επίμονος. Και αξίζει να τον περπατήσεις. Αργά.
Σα να μη βιάζεσαι. Σαν να ακούς ακόμα το θρόισμα των πλατάνων που δεν υπάρχουν. Σαν να δίνεις χρόνο σε γυναικεία μάτια να σε περιεργάζονται πίσω από τα καταργημένα καφασωτά των διαμερισμάτων Airbnb.















