Οδογραφίες: Εδέσσης – Ένας τόσο μικρός, τόσο πυκνός δρόμος
Ένας μικρός, εμπορικός δρόμος των Λαδάδικων που ξέμεινε λες και υπάρχει απλά για να συνεχίσει μετά την Κατούνη ως Αγίου Μηνά
Η οδός Εδέσσης έχει μήκος λιγότερο από εβδομήντα μέτρα. Στέκεσαι στην αρχή της, στην Βίκτωρος Ουγκώ και αν φτερνιστείς έχεις ήδη φτάσει στο τέρμα της, στην πλατεία Εμπορίου. Δέκα νούμερα έχει όλα κι όλα και στις δυο πλευρές. Μαγαζιά γενικού εμπορίου, χρώματα, σιδηρικά. Σταθερό σημείο αναφοράς, το μαγαζί χρωμάτων Γιομτώβ από το 1924. Στη γωνία με Κατούνη τα τελευταία χρόνια υπάρχει το γαλάζιο ξενοδοχείο Bahar. Μια σύγχρονη νότα στο παρελθόν της οδού.
Ένας μικρός, εμπορικός δρόμος των Λαδάδικων που ξέμεινε λες και υπάρχει απλά για να συνεχίσει μετά την Κατούνη ως Αγίου Μηνά – μεγαλύτερη άπλα εκεί, δεντράκια στο πεζοδρόμιο, το παλιό λιθόστρωτο, το λες και οδική αναβάθμιση.
Μέχρι το 1873, πριν γκρεμιστεί το παραθαλάσσιο τείχος της οδού Φράγκων, ο οδικός άξονας της σημερινής Εδέσσης, από τη Λέοντος Σοφού ως την Κατούνη ήταν παρατείχιος δρόμος κολλημένος στο θαλάσσιο τείχος. Βρισκόταν ανάμεσα σε δύο πύλες που ρύθμιζαν τον παλμό και την κίνηση της πόλης: την Πύλη του Δακτύλου (Parmak Kapı, στη γωνία Λ. Σοφού – Φράγκων) και την Πύλη του Γιαλού (Yalı Kapı – πλατεία Εμπορίου).
Από την Πύλη του Δακτύλου (η οποία λεγόταν και Bâb-ı Engişt’ – engişt σημαίνει κάρβουνο) διακινούνταν κάρβουνο και οι απαραίτητες πρώτες ύλες για τη λειτουργία του λιμανιού. Η Πύλη του Γιαλού ήταν η κύρια θαλάσσια είσοδος της πόλης, με τελωνειακούς ελέγχους σε ταξιδιώτες και εμπορεύματα. Από τη μια πύλη στην άλλη, το πέρασμα που είχε διαμορφωθεί ανά τους αιώνες, θεωρούνταν και ως «οδός της παλιάς ιχθυαγοράς» – ανεπίσημη ονομασία, ενδεικτική της θέσης της ψαραγοράς κατά τον 19ο αι. Επισήμως, το 1880 η οδός ήταν ήδη καταγραμμένη ως οδός Μάλτας και συγκέντρωνε πράκτορες συναλλάγματος, προφανώς λόγω της άμεσης γειτνίασης με το λιμάνι. Ήδη λειτουργούσε από τον 18ο αι. το ονομαστό χάνι της Μάλτας (Φράγκων με Ναυμαχίας Λήμνου), ενώ όλη η συνοικία βόρεια του λιμανιού λεγόταν Malta Cedid ως την πυρκαγιά του 1917.
Οι εκδοχές για την ονομασία Μάλτα είναι διάφορες και ενδιαφέρουσες. Η ανώδυνη εκδοχή, είναι ότι στην περιοχή εγκαταστάθηκαν Μαλτέζοι ψαράδες και ναυτικοί ήδη από τον 17ο αι. Θαλασσινή εικόνα, σχεδόν τουριστική θα μπορούσαμε να πούμε.
Η λιγότερο φωτογενής εκδοχή, συνδέεται με τους Μαλτέζους πειρατές κατά τον 16ο και 17ο αι. που αιχμαλώτιζαν (μεταξύ άλλων) Εβραίους ναυτικούς και ταξιδιώτες, τους οποίους έφερναν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης όπου και εξαγοράζονταν από την Εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Και η περιοχή έξω από τα τείχη, έξω από τη συνοικία της Μάλτας, ήταν πιθανώς η κατάλληλη για τέτοιες διαπραγματεύσεις. Αν επρόκειτο για θαλασσινό αφήγημα, πολύ θα θέλαμε να υποθέσουμε ότι έξω από τα τείχη «φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα κι έβγαζε η γης το πρώτο της κυκλάμινο», αλλά η πραγματικότητα ήταν μάλλον πολύ πιο ζοφερή. Ίσως εκεί ήταν η περιοχή του δουλεμπορίου – έξω από τις κλειστές πύλες, μακριά από την ηθική του αστικού ιστού, ανάμεσα σε χάνια και αποθήκες. Ο σκοτεινός κόσμος του λιμανιού.
Οι πύλες άνοιγαν με την ανατολή και έκλειναν με τη δύση. Αν έφτανες αργά, περίμενες μέχρι να ξημερώσει στο πλοίο ή σε κάποιο από τα χάνια του λιμανιού.
Το 1873 το τείχος της οδού Φράγκων κατεδαφίζεται. Και μαζί του γκρεμίζεται και το όριο της Θεσσαλονίκης του «μέσα» και του «έξω». Ο παρατείχιος δρόμος σταμάτησε να είναι σύνορο και ενσωματώθηκε στον νέο πολεοδομικό ιστό. Η παλιά οδός Μάλτας διασπάστηκε σε οδικά τμήματα, το καθένα με το οθωμανικό όνομά του: Telgrafhane (οδός Τηλεγραφείου, η Βεροίας), Postahane (οδός Ταχυδρομείου, η Βίκτωρος Ουγκώ), Tas Hani (οδός που οδηγεί στο Πέτρινο χάνι, η Εδέσσης). Επικοινωνία, μετακίνηση, εμπόριο – ο χαρακτήρας του δρόμου.
Έτσι, ο μικρός δρόμος απόκτησε όνομα δηλωτικό της ύπαρξης ενός από τα παλαιότερα χάνια της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, η παρατείχια θέση του ήταν η πλέον κατάλληλη για να λειτουργήσουν χάνια. Ούτε ένα, ούτε δύο. Πέντε χάνια σε λιγότερο από εβδομήντα μέτρα δρόμου. Τρία στη μια πλευρά, δυο στην άλλη. Κολλητά και απέναντι. Χάνια Τουρπάλη, Μπενσουσάν, Εμνιέτ, Κύρτση, Κιμπάρ Αλή. Ένα πυκνό δίκτυο διαμονής, εμπορίου και αναμονής. Σήμερα σώζονται τρία χάνια: το Μπενσουσάν Χαν, το Κύρτση Χαν και το Εμνιέτ Χαν. Κτίρια που λειτούργησαν ως πανδοχεία, εμπορικά γραφεία, αποθήκες. Που άντεξαν την πυρκαγιά του 1917 και δυστυχώς, για πολλά χρόνια άντεξαν και την αδιαφορία.

ΤΟΥΡΠΑΛΗ ΧΑΝ
Βρισκόταν στη γωνία Βίκτωρος Ουγκώ με Εδέσσης, απέναντι από το Εμνιέτ Χαν και το ξενοδοχείο Τηλέγραφος. Ανήκε στην οικογένεια Τουρπάλη από τη Νάουσα και οικοδομήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, πιθανότατα σε σχέδια του Ξενοφώντα Παιονίδη. Διέθετε δύο κεντρικές εισόδους, μία σε κάθε δρόμο, και στους χώρους του στεγάζονταν εργαστήρια και γραφεία, κυρίως δικηγόρων και ασφαλιστικών εταιρειών.
Μετά την πυρκαγιά του 1917 επαναλειτούργησε ως χάνι και αργότερα ως εμπορική στοά. Κατεδαφίστηκε το 1978 μετά τον σεισμό.



ΜΠΕΝΣΟΥΣΑΝ ΧΑΝ
Βρισκόταν δίπλα στο Τουρπάλη Χαν και απέναντι από τα χάνια Εμνιέτ και Κύρτση, ιδιοκτησία του Εβραίου εμπόρου Σαμουήλ Μπενσουσάν, ο οποίος μετά την κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους απέκτησε μεγάλη έκταση στην περιοχή. Η θεμελίωση του κτιρίου ανάγεται στις αρχές του 19ου αιώνα (1810 ή 1830).

Με καταστήματα στο ισόγειο και όροφο οκταγωνικής κάτοψης με μεταλλική γυάλινη στέγη, λειτούργησε έως τη δεκαετία του 1930 στεγάζοντας γραφεία εισαγωγέων και παραγγελιοδόχων ως το 1996. Από το 2007 επαναχρησιμοποιείται και σήμερα φιλοξενεί πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δράσεις.
ΕΜΝΙΕΤ ΧΑΝ
Στο οικόπεδο του Εμνιέτ χαν προϋπήρχε χάνι από το 1896, χτισμένο πιθανώς στα ερείπια του Τας χαν. Το πρώτο Εμνιέτ χάνι ήταν γνωστό ως «χάνι της εμπιστοσύνης» — το μοναδικό όπου οι πελάτες μπορούσαν να αφήσουν τις αποσκευές τους με εγγύηση του ιδιοκτήτη. Κάηκε από πυρκαγιά το 1911, και στη θέση του χτίστηκε από τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου Ρασήμ Εφέντη το χάνι ως κτίριο γραφείων που υπάρχει ως σήμερα και αποτελεί το εγκαταλελειμμένο στολίδι της οδού Εδέσσης. Το κτίσμα, τριώροφο, ήταν το ψηλότερο της περιοχής και ξεχώριζε σαφέστατα από τα υπόλοιπα λιτά κτίσματα της οδού, καθώς είναι το μόνο που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του εκλεκτισμού. Έχει την γνωστή τριγωνική εξοχή, έχει γυάλινη οροφή, έχει οροφογραφίες, είναι το σημείο αναφοράς της οδού – τύχη αναπαλαίωσης δεν έχει ακόμη.

Το προτιμούσαν ως έδρα τους δικηγόροι και εμπορικοί αντιπρόσωποι.

Μετά την απελευθέρωση περιήλθε στην Εθνική Τράπεζα· το 1927 αγοράστηκε από τους Θεόδωρο και Μελπομένη Νάτσινα, ενώ το 1953 στέγασε το Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων. Από το 1983 είναι διατηρητέο και σήμερα είναι γνωστό ως Εμνιέτ Χαν ή Μέγαρο Νάτσινα — ένα κτίριο που επιβίωσε πυρκαγιών, αλλαγών χρήσης και ιδιοκτησίας, αλλά παραμένει για δεκαετίες αντιμέτωπο με τον πιο αργό αντίπαλο: την εγκατάλειψη.



ΚΥΡΤΣΗ ΧΑΝ
Το Κύρτση Χαν, δίπλα στο Εμνιέτ, είναι το παλαιότερο χάνι της οδού, καθώς χτίστηκε το 1868 για τον εύπορο επιχειρηματία Κύρτση, εξέχον μέλος της ελληνικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Απέναντί του σώζεται η Στοά Κύρτση — η σημερινή πάροδος Εδέσσης — εμπορική δίοδος που οδηγούσε στο χάνι και έκλεινε κάθε βράδυ με σιδερένια πόρτα για λόγους ασφαλείας. Η στοά συνέδεε την οδό Φράγκων με το εμπορικό σύμπλεγμα της περιοχής, ενώ λίγο νοτιότερα υπήρχε και η στοά Κύρτση–Τουρπάλη, που κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του 1970.

Στο διώροφο κτίριο μεταξύ στεγάστηκε η Τράπεζα της Ανατολής από το 1905 ως το 1909. Υπήρξε κυρίως χώρος γραφείων εισαγωγέων, αντιπροσώπων και μεσιτών. Διασώθηκε από την πυρκαγιά του 1917 και διατηρεί ακόμη τον ανελκυστήρα εμπορευμάτων και την υπόγεια αποθήκη τελωνείου. Μετά από διαδοχικές χρήσεις και ιδιοκτησίες, ανακαινίστηκε το 2017 και σήμερα στεγάζει τον πολυχώρο πολιτισμού και εστίασης Ύψιλον.

ΚΙΜΠΑΡ ΑΛΗ ΧΑΝ
Στο χάνι στεγαζόταν από το 1910 και ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930 κυρίως εισαγωγείς και παραγγελιοδόχοι. Βρισκόταν στη γωνία των οδών Εδέσσης και Κατούνη, στην Πλατεία Εμπορίου και μάλλον κατεδαφίστηκε για τη διαμόρφωση της πλατείας. Αριστερά του στη φωτογραφία θα πρέπει να υπήρχε το μαυσωλείο του Meydan Baba.

Η οδός Εδέσσης γλύτωσε από την πυρκαγιά του 1917, αλλά απειλήθηκε από το νέο σχέδιο ανοικοδόμησης της Θεσσαλονίκης. Τελικά επιβίωσε.

Στην ίδια θέση που υπήρξε ως παρατείχιο πέρασμα, παλιά ιχθυαγορά, οδός Μάλτας, δρόμος που οδηγούσε στο πέτρινο χάνι. Όλα τα παλιά τοπόσημα χάθηκαν. Παραμένει η μνήμη. Και η σιωπηλή αφήγηση ενός δρόμου αναμονής, όπου η πόλη στεκόταν για λίγο πριν συνεχίσει.






